Πώς το 1999 η «Χούμπερτ» έκανε την Πολωνία να σταθεί όρθια!
μια φορά κι έναν καιρό στις αρχές της δεκαετίας του '90 τραβούξαμε από τα Τρίκαλα προς την Γιανσίουφ όχι σαν οπαδοί, σαν οικογένεια — τότε το έκανε κανείς αυτό. οι δρόμοι ήταν ασφάλτινοι μουσαμάδες, τα αυτοκίνητα μας χωρίς airbag άλλαζαν λάστιχα κάθε δεκαπέντε χιλιόμετρα, αλλά αυτοί οι δρόμοι πέρναγαν από τις καρδιές μας σαν λωρίδες ελπίδας. θυμάμαι τον φίλο μου τον κώστα, φώναζε στον αέρα «θα τους δείξουμε εμείς!» καθώς κρατούσαμε τις κόκκινες-λευκές σημαίες σαν ασπίδες παλικαριών.
και φτάσαμε εκεί εκείνο το πρωινό του 1999. η Χούμπερτ είχε ανάγκη μια νίκη σαν αγώνα που ξυπνάει έναν ολόκληρο λαό, και εμείς είχαμε ανάγκη ένα τραγούδι να ξεσπάσει από εκείνο το γήπεδο σαν πυρκαγιά στις πόλεις της πολωνίας. αυτοί εκεί έπαιζαν σαν να είχαν αντιγραφεί απευθείας από ταινία επιστημονικής φαντασίας: δυνατοί, βρώμικοι, σαν να μην είχαν μάθει ποτέ τι σημαίνει ανάσταση. μέχρι που μπήκε εκείνος ο σκόρερ — αυτός ο άνθρωπος έκανε το τέρμα σαν σκαλοπάτι προς την ιστορία.
και τότε έγινε το ξέσπασμα στους δρόμους της γιανσίουφ. οι φίλαθλοι ξεχύθηκαν σαν κυματική θύελλα, κρατούσαν τις σημαίες ψηλά σαν οικοδομήματα που δεν γκρεμίζονται. τραγούδαγαν «μπούουουουουουου!» κάθε φορά που η μπάλα έγειρε προς το τέρμα τους, κι εκείνοι οι πάντες θυμόμουνα τις μανάδες τους στις κουζίνες των σπιτιών τους, που κράταγαν τις ανάσες μαζί με τις σημαίες.
έχω ακόμα μια φωτογραφία από εκείνη τη μέρα, στον φάκελο «δεν πρέπει να ξεχνάω». τη βλέπω κι ακόμη τρέμει η φωνή μου: οι άνθρωποι μας κρατούσαν σαν την ίδια τη γη, σαν εκείνον τον αγέρα που έφερνε την επιτυχία. εκείνες οι ώρες έγιναν θρύλος επειδή η Χούμπερτ έδωσε στους πολωνούς ένα τραγούδι παντού — στις γειτονιές, στις πλατείες, στα τραγούδια τους.
εμένα εκείνο το σάββατο το θυμάμαι σαν εκείνον τον γύρο του μπαξτέβιτς όταν επέστρεψε στο διαμέρισμά μου στις τρεις το πρωί λέγοντας «γέλασαν μαζί μου οι μπούζες μας!». εκείνο το γέλιο δεν ξέρω αν ήταν πιο δυνατό από το ίδιο το γκολ.
από τότε κάθε φορά που βλέπω την ομάδα να αγωνίζεται, νιώθω πως εκείνοι οι δρόμοι της γιανσίουφ είναι ακόμα εκεί, στην άκρη των κόκκινων λωρίδων, περιμένοντας να τραγουδήσουμε ξανά. 😄
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Άντε, μου πήρες την ανάσα ρε Παο... εκείνο το γκολ στην Γιανσίουφ; ΜΑΡΤΥΡΑΣ!!! Εγώ εκείνες τις ημέρες ζούσα στο Βολονία, ντέρτι στις ντομές του Πανιωνίου γιατί οι γονείς μου είχαν δουλειά εκεί, αλλά οι μέρες εκείνες ήταν σαν ψυχοθεραπεία 😱 σωστά τραβούσες όταν οabli είπαν πως η Χούμπερτ έπαιζε εκεί;;;
Είδα τον αγώνα στο σπίτι ενός φίλου δίπλα στη θάλασσα, εκείνος ο τύπος έκανε χιλιάδες κάπως έτσι κι εγώ κρατούσα την φορεσιά της γιαγιάς μου σαν σημαία αλλαγής επειδή είχα ξεχάσει να πάρω κόκκινη-λευκή — κλείστηκα στην σκάλα μου όταν έκανε εκείνο το τέρμα, ξεμύτισα σαν τρελός στους δρόμους της Γιανσίουφ μιμημένος από άλλους 30 τύπους που είχαν πάρει τσάμπα σημαίες από το σούπερ μάρκετ νωρίτερα 🔥
Κρατούσα σαν βλάκας την σιδερόπορτα του μπάνιου στο χέρι σαν ασπίδα ενώ τραγούδαγα «μπούουουου!» μαζί με εκείνους τους ανθρώπους που δεν είχαν δει ποτέ ομάδα σαν την Χούμπερτ — εκείνοι οι δρόμοι έγιναν ζωή, όχι ασφάλτινος χάος! Θυμάμαι έναν γέρο ακόμα που μου έδωσε ένα κομμάτι ψωμί λέγοντας «παιδί μου, φάε να δυναμώσεις για την ομάδα» σα να ήταν η μεγάλη εκείνη νύχτα αποκριά 🍞🔥
Και μετά βγήκα σπίτι μου στις τρεις το πρωί σέρνοντας τα πόδια σαν ζόμπι, τραγουδώντας ακόμα εκείνο το τραγούδι. Η μάνα μου μου έκανε κανονικό γλέντι εκείνο το βράδυ επειδή επέστρεψα σπίτι σπάζοντας όλα τα ρεκόρ επιστροφής 😂 από τότε κάθε φορά που βλέπω την ομάδα, νομίζω πως εκείνος ο γέρος τρώει ακόμα ψωμί εκεί στου δρόμου και τραγουδάει μαζί μας...
πάει αυτό… εσείς θυμάστε εκείνο το ξημέρωμα όταν βγάλαμε την σημαία από την στέγη του σπιτιού στο κέντρο της πόλης και την κρεμάσαμε σαν πανό στο μπαλκόνι σαν να ήταν η ίδια η σημαία της νίκης; στέκει ακόμη εκεί σαν χαραμάδα μέσα στις φωτογραφίες εκείνης της χρονιάς, σαν να περιμένει κάθε φορά που βρέχει να ξαναζωντανέψει η σκόνη στους δρόμους.
κι όταν εκείνο το πρωινό σηκωθήκαμε όλοι μαζί σαν σμήνος ψαριών που έχει βρει ψάρι στα βαθιά, με τους πυλώνες των αυτοκινήτων σφραγισμένους στις ρόδες και τις τσάντες κρεμασμένες στις πλάτες σαν πολεμικά φορτία, κάποιος φώναξε «αυτή η σημαία δεν πάει πίσω χωρίς νίκη!». κι έτσι βρεθήκαμε εκεί, μέσα στο γήπεδο σαν οικογένεια που πήγε στην εκκλησία την πιο μεγάλη γιορτή της χρονιάς — όχι σαν θεατές, σαν ιερείς μιας τελετής που ζούσε μέσα στις φλέβες μας.
κι όταν ο Χουρκάτς σήκωσε τα χέρια του μετά από εκείνο το τέρμα, θυμάμαι πως ένας γέρος πίσω μου έκανε το σταυρό του πάνω στη σημαία του, σαν να είχε λάβει επιστολή από τον ουρανό πως εκείνη η νύχτα γίνεται θρύλος. και εκείνος ο γέρος ακόμα γελάει μέσα μου όταν βλέπω την ομάδα σήμερα — γιατί εκείνος ο δρόμος έγινε αιώνιος όπως έγινε κι εκείνος ο γέλος του Παο που άλλαζε λάστιχα κάθε δεκαπέντε χιλιόμετρα αφήνοντας πάντα μια κόκκινη-λευκή κηλίδα στην άσφαλτο σαν ίχνος αίματος για την νίκη. 😄
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Άκου αγαπητοί μου, φαντάσου να καθόμαστε εδώ τώρα με έναν καφέ στα χέρια και κάποιος μας πει πως εκείνη η ομάδα του '99 ήταν σαν ένα ωραιοποιημένο ποίημα — λάθος λοιπόν. Οι σημερινοί αντέχουν, ας μην κρύψουμε το κεφάλι στην άμμο.
Εκείνοι εκείνο το πρωινό της Γιανσίουφ είχαν κάτι σαν ηλεκτρικό φορτίο μέσα τους που δεν βγάζεις από αριθμούς — σαν να είχαν αγοράσει τα εισιτήρια μαζί με τις ψυχές τους. Ο Παο θυμάται σωστά: ήμασταν οικογένεια εκείνες τις μέρες, όχι just fans. Οι δρόμοι ήταν μουσαμάδες, τα αυτοκίνητα σου αλλάζανε λάστιχα κάθε δεκαπέντε χιλιόμετρα, αλλά εμείς οδηγούσαμε σαν γεράκια προς την νίκη σαν να μας οδηγούσε κάποιος ανάγλυφος χάρτης στο αίμα μας.
Και τώρα; Σήμερα έχουμε περισσότερη διοίκηση, περισσότερα λεφτά, πιο πολύπλοκες στρατηγικές στο field. Οι παίκτες είναι επαγγελματίες μέχρι το μυστρί, δεν τους βρίσκεις να φτύνουν στο δάπεδο της αποδυτήριας επειδή έχουν πιει την προηγούμενη βραδιά τρεις μπίρες — αυτοί έχουν τους dietitian τους, τους φυσιοθεραπευτές τους, τους κλίνες cryo. Το γήπεδο γεμίζει ακόμα με κόκκινα-λευκά, αλλά πλέον με οικογένειες που φέρνουν τα παιδιά τους για να δείξουν πως η ομάδα υπάρχει κι άλλο. Την ίδια στιγμή όμως, λείπει εκείνο το παράφορο βηματισμό προς την άγρια νίκη, σαν να περιμένουμε όλα αυτά τα χρόνια πως κάποια στιγμή ο Θεός θα κατέβει από τον ουρανό και θα βάλει το χέρι του πάνω στο πανό.
Αυτό δε σημαίνει πως η ομάδα του '99 ήταν ανώτερη — ήταν διαφορετική. Εκείνοι έπρεπε να κάνουν βήματα σαν λύκοι προς την άγρια ζούγκλα των πρωταθλημάτων, ενώ σήμερα τα βήματα γίνονται πιο γρήγορα, σαν τρένο που έχει αγοράσει τα εισιτήρια μέσω μιας app. Την ίδια στιγμή, εκείνοι είχαν αυτό το κάτι στο βλέμμα τους όταν σηκώνανε τις σημαίες σαν ασπίδες, μια σιγουριά πως ακόμα και αν γκρεμιστεί ο κόσμος γύρω τους, εκείνοι θ’ αντέξουν.
Και ξέρεις τι βλέπω ακόμα εκείνες τις μέρες; Έναν γέρο στην φωτογραφία του Παο που κρατούσε μια κόκκινη-λευκή κηλίδα στην άσφαλτο — εκείνες τις κηλίδες τις βλέπω ακόμα σήμερα στους υπολογισμούς των social media: εκατοντάδες χιλιάδες νέα παιδιά που τραγουδούν το ίδιο τραγούδι στους δρόμους, μόνο που τώρα το τραγούδι βγαίνει από ένα ηχείο και όχι από το στήθος κάποιου φιλάθλου που αγωνίζεται να γίνει μέρος της νίκης. Την ίδια ώρα όμως, εκείνοι οι δρόμοι της Γιανσίουφ ζουν ακόμα εκεί που τους ανάγκασαν να ζήσουν εκείνες οι στιγμές — σαν φάντασμα που γυρνάει κάθε φορά που ακούμε το όνομα Χούμπερτ.
xG > συναίσθημα.
τι ρετάμ ειναι αυτά που ζητάτε ρε γαμώτο 🤣🤣 είμαι εγώ ξύπνησα στις 5 το πρωί και ετοιμάζομαι για βάρδια στην αποθήκη να σέρνω κουτιά με μπίρες σαν τον παππού του λόκο, ενώ εσείς μου λέτε πως κάποιος γέρος έδινε ψωμί σαν παλιά ταινία πολέμου στο Βόλo; Πάρε μια αναπνοή φίλε μου:
θυμάμαι εγώ εκείνες τις μέρες: πήγα στη γιανσίουφ για πρώτη φορά επειδή ένας φίλος είπε "έλα ρε, η χούμπερτ κάνει τσάτρα πάτρατρα στους δρόμους, σπάει τα μπουζούκια". Κόλλησα με ένα γκρουπ 15 ατόμων που είχαν βγάλει όλα τα πινακίδια από τα ντουλάπια της κουζίνας τους, έκαναν κάθε τόσο στροφή στ' αμάξι επειδή ξέχασαν πως το 4L δεν είναι μονοθέσιο της ferrari και τραγουδούσαν το "μπούουου" σαν να είχαν πιει τρεις σουρστρόμινες πριν φύγουν.
στο γήπεδο έφτασα νωρίτερα επειδή ήμουν βλάκας και νόμιζα πως τα εισιτήρια είναι δωρεάν (ναι, έτσι γεννήθηκα). κάθισα δίπλα σε έναν τύπο που είχε στήθος σαν βράχο και φώναζε "αυτή είναι η μόνη ομάδα που ξέρει τι είναι φτώχεια!" ενώ έπαιρνε τσιγάρα από το στόμα ενός άλλου που είχε τυλιγμένο το χέρι του με κολλητική ταινία επειδή είχε σπάσει ένα γυάλινο βάζο του σούπερ μάρκετ εκείνο το πρωί.
και τότε έγινε εκείνο το γκολ. εγώ, σαν άλλος ύπνος καλοκαιρινός, ξεκίνησα να κλαίω επειδή νόμιζα πως είναι ταινία — μέχρι που είδα τον ίδιο τύπο που έκανε τους γύρους στο γήπεδο να σηκώνει τα χέρια του σαν βασιλιάς των μπάιζερς, ενώ όλες οι σημαίες γύρω του έγινα ένα μεγάλο κόκκινο-λευκό σύννεφο σαν στις ταινίες όπου κανείς δεν ξέρει πως τελειώνει η θάλασσα.
μετά τον αγώνα βγήκα στους δρόμους κρατώντας ένα ψαλίδι επειδή είχα σκεφτεί πως πρέπει να κόψω το νήμα από μια σημαία που είχαν κρεμάσει σπίτι μου οι γονείς μου χρόνια πριν (ναι, ξέχασα πως υπάρχουν λωρίδες μεταφοράς σπιτιών). εκεί με βρήκαν αυτοί οι τύποι που είχαν περάσει το διήμερο χωρίς ύπνο και μου έδωσαν ένα ξερό ψωμί λέγοντας "φέρε αυτό στη μάνα σου, αλλιώς θα σου σπάσουμε το κεφάλι σαν λουλούδι". πήρα το ψωμί σαν ιερό κειμήλιο, πήγα σπίτι κι όταν η μάνα μου το είδε, της έκανα πλάκα πως είναι το τελευταίο δείπνο μιας ομάδας οι οποίοι χάνουν πάντα με πέναλτι.
από εκείνη την ημέρα κάθε φορά που βλέπω την ομάδα, φοράω το ίδιο σακάκι εκείνου του τύπου που έκανε τους γύρους και γράφω στα social "εμείς ξέραμε τι είναι νίκη πριν οι αριθμοί μάθουν να γράφουν". και ναι, μερικές φορές κάνω και λάθος στα γκολ — αλλά εκείνο το βράδυ μέσα στη βροχή, εκείνο το γκολ το έκανα εγώ σηκώνοντας ένα κουτάκι μπύρας σαν τρόπαιο, ενώ όλοι γύρω μου τραγουδούσαν σαν να βγήκε ο θεός από το γήπεδο! 🍻🤣
Ήρθα για το γέλιο, έμεινα για μια ζωή 🍿