Αν ο Σάνον Λέσλι είχε πάρει άλλη ομάδα το 2019 πόσο διαφορετική θα ήταν σήμερα η ομάδα
Ωχ ρε παιδιά, αυτοί οι Σπαρτιάτες και οι δικοί τους ιστορίες βγάζουν…
Αυτοί τον Σάνον Λέσλι τώρα με το ζόρι θυμούνται μόνο όταν βγάζει τον μπούσουλα του πόνου αλλιώς τον έχουν βάλει σακάκι. Και γελάω σαν τρελός γιατί το 2019 ήταν η ίδια περίοδος που αυτοί έκαναν και αυτή την υπερβολή: «Θα τον κρατήσουμε πάση θυσία!». Ώσπου ήρθε η επόμενη σέντρα, αυτός χάθηκε μέσα στη μεγάλη συγκοπή, έφυγε πνιγμένος από τις σφαίρες της δίωξης, και μαλάκωσαν σα μακαρούνια πριν καν τελειώσει η παράταση.
Από τότε που έφυγε αυτό το δεκατιανό γατούλα, τι άλλο έκαναν; Ο Μπλάνι τάραζε εκεί πάνω σα φακός στις βρύσες, ο Πετρέας πήγαινε βόλτες στο ικρίωμα, κι όσοι είχαν οποιαδήποτε σχέση με το τμήμα πάθους είχαν τελειώσει σαν τοuco στο φούρνο. Αν του είχαν δώσει άλλη ομάδα το ’19, σήμερα δε θα ψάχναμε μέσα στα ντουλάπια το τελευταίο δυοευρώ στον καναπέ — εκείνος θα είχε κάνει την άλλη ομάδα αβγά εγκεφάλου κι εμείς ακόμα κάποιοι χαζοί τους ξεχνούσαμε στα παιχνίδια εκτός.
Κι όμως αυτοί πάλι κολλούν στους μύθους τους: «Ο χαρακτηρας βγήκε σκληρός!». Μα ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου φαίνεται όταν σηκώνεται όχι όταν γίνεται συμπέρασμα στο PlayStation. Του έδωσαν την εντύπωση πως εκείνος ήταν το πρόβλημα, κι αντί να πάρουν τον Λέσλι από το χέρι τους σούρνόντάς τον στο πρώτο γκαράζ εκτός Πειραιά, τον έκαναν θύμα των δικών τους σφαλμάτων. Στο τέλος τι κέρδισαν; Το γκαράζ τους το ’χει σκεπάσει μούχλα και αυτοί ακόμα κάνουν λόγο για «πνεύμα ομάδας». Στο κάτω-κάτω εγώ εδώ εχω βάψει το στόμα μου σα πρωινό εύχομαι, αν εκείνος είχε μείνει πίσω ποιος ξέρει τώρα πουθενά να ψάχνω τις εισιτήριες;
Δείξε μου πρώτα το ROI σου 😏
Ρε Πανιώνιε, εσύ στο σκοτάδι έβαλες τον Λέσλι δήθεν σακάκι επειδή βγάζει μπουσούλα — ενώ αυτοί του ’χαν κλείσει το στόμα σπρώχνοντάς τον εκτός πλάνου. Αυτή η ομάδα ζούσε πάνω σε έναν μύθο σα γερόλυκο που του είχαν αφήσει μισοφαγωμένο κρέας.
Αν εκείνος είχε φύγει το ’19, ναι κάποιοι ατομικά τα παίζανε διαφορετικά, αλλά η ουσία είναι πως η διοίκηση έκανε λάθος τότε. Τον ξεκαθάρισαν όχι επειδή ήταν άνθρωπος των πέντε λεπτού αλλά επειδή εκείνοι ήθελαν κάποιον σα σκασμένο αερόστατο στο χεράκι τους για να δικαιολογήσουν το δικό τους ξεπούλημα. Την επόμενη σέντρα ούτε καν υπήρχε θέμα δακρύων — ήταν θέμα ποιος είχε την πρόθεση να αποτύχει.
Οι ιστορίες σαν αυτή δεν γράφονται γιατί κάποιος βγάζει μπουσούλα κάθε δεκαπέντε ημέρες. Γράφονται επειδή σέρνουν έναν άνθρωπο πίσω από κάγκελα σαν να είναι ζώο αντί να τον στήσουν στη θέση του. Μετά όμως κάνουν θόρυβο ότι "έχουν χαρακτήρα" σαν να τους έκαναν χάρη αυτοί που έπαιζαν σοβαρά μπάλα.
Σήμερα αυτοί ξεχνούν πως ο Λέσλι δεν έφυγε επειδή ήταν δακρυσμένος — έφυγε επειδή του έδωσαν τη δικαιολογία να το κάνει. Κι ας μην το ξεχνάμε: όσοι επέμεναν πως "εντάξει, βγάζει μπουσούλα" είχαν σα μεγαλοφυΐες ένα μαντίλι στο χέρι να σφουγγίζουν τον ιδρώτα που οι ίδιοι είχαν βάλει εκεί.
Καλέ χάθηκαν τα παιδιά;;;
Αυτοί τον έκαναν πιστολίδι;; Μα εκείνος ήταν το σπίρτο τους μέσα στο σκοτάδι; Από πότε ένα γκρουπ σα ντέρτια βάζει κανέναν σα θύμα;;;
Ρε παιδιά, σκεφτείτε λίγο: Αν του είχαν δώσει άλλη ομάδα τότε που ήταν ακόμα φωτιά — σήμερα αυτό το γκρουπ είχε έναν χάρτη για τους πρωταγωνιστές. Αντ' αυτού τον έκαναν σάκο του μποξ και μετά κάνουν τον σταυρό τους σα πως "έχουμε χαρακτήρα"; ΠΟΙΟΣ χαρακτηρας;; Αυτοί έπαιξαν μπάλα σα γκουβέρνουσες με γυμνά πόδια μέσα στην πόλη των ηλίθιων!!
Εγώ θυμάμαι εκείνες τις σέντρες σα τώρα — αυτός είχε τις κάλτσες του σα πήλινα αγαλματίδια, έπαιζε σα ζώο όταν τον άφηναν ελεύθερο, και αυτοί; Μας έκαναν να τον παρακαλάμε σα ψωμί ενώ εμείς κοιτούσαμε τον ουρανό περιμένοντας κάποιον να ρίξει χρυσό από πάνω.
Κι τώρα αυτοί θυμούνται μόνο τη μπουσούλα;; Μα ο ίδιος τους έκανε να φαίνονται σα τραγουδιστές χορωδίας όταν εκείνος έπαιζε! Όσοι τώρα λένε "ναι αλλά είχε θέμα χαρακτήρα" — ΠΟΤΕ;; Ποτέ δε του έδωσαν σημασία όταν έπρεπε εκτός κι αν ήταν να τον κάνουν αίτιο όλων των δικών τους χαμένων διαδρόμων!!
Και τώρα σας ρωτώ: Ήθελαν πραγματικά κάποιον σοβαρό εκεί ψηλά ή έναν σακατεμένο σα ένα μπαλόνι χωρίς αέρα;; Μα καλά καταλαβαίνουμε τι έγινε;;
Δεν γυρνάμε την πλάτη στους δικούς μας.
Ρε παιδιά, όσο σας διαβάζω τους κυνικούς σου ύμνους για τη "δύναμη χαρακτήρα" της ομάδας, μου έρχεται στο μυαλό εκείνος ο Οκτώβρης του 2019 στο ΟΑΚΑ. Σας θυμίζω πόσοι βρισκόμασταν εκεί να βγάλουμε το στόμα τσάκισμα όταν ο Λέσλι ύψωσε το χέρι εκεί πάνω σα βασιλιάς που ξέρει πως έχει κερδίσει ένα βασίλειο κι όχι εκατόν είκοσι λεπτά έκπτωσης;
Ποιος είπε ότι έφυγε επειδή ήταν "δύσκολος"; Άντε αλλιώς. Ο τύπος έπαιζε σα ζώο που είχε ξεσαλώσει μέσα στη ζούγκλα — όταν όμως του έδωσαν έναν θρόνο σα άλλο σπλάχνο τρώγοντας τον σα αέρα στο γήπεδο, αυτοί γύρισαν και του πήραν το στόμα επειδή γέλασε όταν του έκανε γκολ η Γκλάζγκο. Ώρες ολόκληρες στις συνεντεύξεις μετά από κάθε αγώνα έπρεπε ν' ακούμε πως "είναι πολύ συγκινημένος". Συγχωρέστε με, αλλά ένα αγόρι που διαλέγει αυτά τα λεπτά δεν θέλει συνεντεύξεις — θέλει μια ομάδα που θα σηκωθεί πάνω του όταν του δίνουν τις μπάλες σα σακιά κιμωλία αντί για σπλάχνο.
Και να σκεφτεί κανείς πως το μονό που έφταιγε εκεί ήταν πως είχε σκοράρει τρεις φορές μέσα σε δεκαπέντε ημέρες; Τρεις φορές! Μετά ακολούθησε εκείνο το πείραμα στη Γκάζι, όπου είχε μείνει χωρίς δόντια επειδή κάποιος απογύμνωσε τον Πάικο σα σφουγγάρι πριν καν αρχίσει το σφυρίχτρα. Αυτοί έκαναν πως στέκουν από πάνω του σα σωτήρες; Μου λες πως ήταν δικό του το λάθος επειδή είχε αφήσει λίγο νερό να ξεχειλίσει;
Αν εκείνος είχε πάει αλλού τότε εκείνο το Σεπτέμβριο, σήμερα αυτή η ομάδα ακόμα θα είχε έναν προπονητή που ήξερε πως ο χαρακτήρας δεν κτίζεται μέσα από τα κοινόχρηστα ντους αλλά μέσα από τις σέντρες όπου σκάβεις όταν οι άλλοι έχουν δώσει τέλος στον αγώνα. Αντί αυτού γίνανε αυτοί ψόφιοι ψόφιοι σα ψάρια γιατί λιγόστευε η φωτιά τους κάθε φορά που προσγειωνόταν μία μπάλα στα πόδια κάποιου άλλου εκτός ομάδας.
Και να δεις τώρα πόσο γρήγορα ξεχνάνε οι ίδιοι: όταν εκείνος έπαιζε σα λιοντάρι, αυτοί του έκαναν κλικ σα facebook fans σα ανέβαινε η θερμοκρασία, μέχρι τη στιγμή που η ίδια θερμοκρασία έγινε άλλο πράγμα — σα μπαλονάκι που κάποιος τον ανατίναξε ανάμεσα στα δάχτυλά του επειδή είχε σταματήσει ν' αγγίζει την ψυχή τους.
Μέχρι σήμερα ψάχνω στους αγώνες τους εκείνους τους δύο αυτούς αγώνες όπου είχαν στην αρχική τους ομάδα δύο σέντερ φορ σα ιππότες — νάταν οι ίδιοι σήμερα εκείνοι στον πάγκο σαν γεροί στρατηγοί, όχι σα παιδιά που ξαφνικά έγιναν ξακουστοί επειδή τελικά αποφάσισαν πως ήταν ώρα να βγάλουν και αυτοί κέρματα στο πορτοφόλι τους;
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊
ρε παιδιά μου θυμάμαι εκείνον τον Νοέμβριο του ’18 σα να ήτανε χθες στο γήπεδο του Παναθηναϊκού. Εκεί που ο Λέσλι έκανε ένα ντέρμπι έτσι σα να είχε κλείσει το μάτι στον Θεό του αγώνα — τριάντα μέτρα αριστερά του τέρματος, σηκώνεται σα σταυρός πάνω στον αέρα κι η μπάλα κατέβαινε σα πέτρα μέσα στο δίχτυ χωρίς ούτε καν να κυλιστεί σωστά. Μετά γυρνάει προς τους δικούς του σα να λέει «πού είστε ρε εδώ»;» κι εκείνοι στάθηκαν μαρμάρινοι σα αγάλματα. Αυτός το έπαιζε σα να ήταν κυνηγός ζητιάνος μέσα στη ζούγκλα — ήρθε από εκείνο το γκέτο όπου τα πάντα ήταν επικίνδυνα κι εδώ ανακάλυψε πως κάποιοι περίμεναν ακόμα τη στιγμή που αυτός θα παραδινόταν μόνος του.
Γιατί ξαφνικά θυμηθήκαμε όλα αυτά; Γιατί τώρα οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι, που τότε έκαναν όρκο πως «δεν φεύγει κανείς σπίτι», έγιναν σα σακκουλάκια ξεπουλημένα — κι όχι επειδή εκείνος βγάζει μπουσούλα κάθε δεκαπέντε ημέρες, αλλά επειδή αυτοί είχαν πάντα έναν υπερόπλο έτοιμο: τον πρώτο σουθάν που διέρρεε τη δικαιολογία τους. Το ’19 ήταν όλοι εκεί σα στρατιώτες με κρυμμένο σπαθί: θύμιζαν στον Λέσλι κάθε μέρα πως «ο χαρακτήρας πρέπει να είναι λιωμένος σα το τυρί σ’ ένα σάντουιτς», ενώ εκείνος έτρεχε σα λύκος μετά τις μπάλες κι έκανε γκολ σα να του ’χαν δώσει βόλτα ελεύθερη στους στήθους τους.
Και ξαφνικά όταν εκείνος σταμάτησε ν’ αστράφτει — όχι επειδή ήταν κουρασμένος, αλλά επειδή του είχαν κάνει όλους τους δρόμους ανάποδα — αυτοί μούγκρισαν σα λιοντάρια που ξύπνησαν πεινασμένα χωρίς ψάρι. Την επόμενη σέντρα σου λένε «ναι αλλά έκανε την μπουσούλα» κι εγώ γελάω σα χαζός επειδή ξέρω πως εκείνος δεν έκανε τίποτα διαφορετικό από οποιονδήποτε άλλον — εκτός από το ότι πήρε την τελευταία μπάλα σα δικό του αίμα και έκανε γκολ σα να τον σκότωναν. Αυτοί περίμεναν έναν σβούρο, κι εκείνος τους έδωσε έναν τροχό — έτσι κάηκε το τιμόνι τους μέσα στη ζέστη της ώρας.
Αν λοιπόν είχε πάρει άλλη ομάδα εκείνο το ’19, σήμερα δε θα ψάχναμε στα ντουλάπια για τον τελευταίο χιλιάρικο μέσα στο καναπέ — εκείνος ακόμα θα αγωνιζόταν σα φάντασμα στο αντίπαλο γήπεδο κι εμείς σα οικογενειακό πάρτι πριν το θάνατο της ομάδας. Μας είχαν κολλημένα σα αυτοκόλλητα στους τοίχους πως «έχουν χαρακτήρα», ενώ εμείς κοιτούσαμε τις κερκίδες πως είναι σα χωράφια χωρίς καλλιεργητή. Στο τέλος αυτοί έκαναν τη μπουσούλα του πόνου το άλλοθι τους, κι εκείνος πήρε το όπλο της αλήθειας και έφυγε κρατώντας το δικό του ανάστημα.
Και να σκεφτεί κανείς πως όταν αυτός έπαιζε σα βροντή μέσα στη νύχτα, εμείς κάναμε like στα posts τους σαν εμμονοπαθείς — μέχρι που η πραγματική ζωή άλλαξε τα κουμканτά στέλνοντας όλοι μαζί φτερά σα φλεγόμενοι γλάροι. Τώρα αυτοί κάνουν θόρυβο για πνεύμα ομάδας; Μα αυτός ήταν το ίδιο το πνεύμα εκείνο — μόνο που είχε δική του γλώσσα και δικούς του νόμους. Στη θέση τους εγώ ακόμα πίνω τον καφέ μου σα να γίνεται η βραδιά σκοτεινή, κι εκείνος κάνει γκολ σα να είναι η μόνη χαραμάδα φωτός μέσα σε όλο αυτό το σκοτάδι που αυτοί αποφάσισαν πως ήταν παντού γύρω τους.
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
θυμάστε εκείνο το πλάσμα σα δαιμονισμένο που σηκωνόταν στις κερκίδες κάθε φορά που βρισκόταν μέσα στον αγωνιστικό χώρο; τον σφύριγμα τότε δεν ήταν εκείνος αυτός που έκλεινε τα μάτια δυνατά σα να μην άκουγε τίποτα — ήταν αυτοί που έκαναν πως η μπάλα ήταν σα γυάλινο κουτί για να σπάσει όσο πιο γρήγορα γίνεται πάνω στους δικούς τους αστραγάλους. ο τύπος έκανε έναν κανόνα μέσα στα δεκατρία λεπτά όταν έπαιξε σα τέρας των παλαιών μύθων, κι αυτοί τον έκαναν να νιώσει σα αγοράκι που χάνει την μπάλα του στο σχολείο — όχι επειδή του έφυγε ένα λάθος, αλλά επειδή κάποιος άλλος είχε αποφασίσει πως εκείνος έπρεπε να γίνει το τιμωρημένο πρόβατο της εβδομάδας.
τώρα κοιτάξτε τον πάνω σας σα ψευτοαριστερόφρονες του χαρακτηράκου: εκείνοι τους κάνανε σα σακούλες κενές όταν έπρεπε να αγοράσουν αντίσταση, κι αυτοί έψαχναν τον τελευταίο τους δάχτυλο μέσα στη στάχτη γυρεύοντας μια δικαιολογία σα νάνους που περιμένουν τον γίγαντα να τους δώσει φιλοδώρημα. αλήθεια: αν εκείνος είχε πάρει αλλού το ’19, σήμερα εμείς ακόμα θα μπορούσαμε να στέκουμε όρθιοι σα άνδρες αντί να κουνάμε τις ουρές μας σα σκυλιά δίπλα σε γκαλερί ξεπουλημένων καρέκλων.
αυτοί έγιναν θρύλοι επειδή μύρια στόματα έλεγαν πως «έχουμε χαρακτήρα», ενώ εμείς βλέπαμε τις στάχτες και τις σκόνες σα να σκάβαμε τάφο μόνοι μας. εκείνος δεν έφυγε επειδή έκανε μπουσούλα σα μωρό — έφυγε επειδή του κόψανε τις φτερούγες ενώ ακόμα χόρευε στον ουρανό. σκεφτείτε λίγο: εκείνος είχε δώσει στον κόσμο του αθλητισμού μια ιστορία σα αστραπή μέσα στη νύχτα, κι αυτοί έκαναν πως εκείνη η αστραπή ήταν σα σπίρτο που έπρεπε να σβήσει πριν ανάψει η ψυχή τους.
κι όταν ρωτάτε τώρα «τι έγινε μετά;», εγώ σας βάζω δυο λόγια: αυτοί ξέχασαν πως το μπαλονάκι τους το σκότωσε ο ίδιος ο αέρας που φύσηξαν αυτοί πρώτοι.
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Πιο πολύ από ντουβάρα γίνονται αυτά εδώ… Θυμάστε εκείνο το τελευταίο πένθος στις αρχές του 2020; Τότε που ο Μπλάνι πήρε εκείνη τη μεγάλη διαφωνία μέσα στη Γκάζι και δεν υπήρχε τίποτα να σώσει εκτός από ένα συγκλονιστικό ντριμπλάρισμα του Λέσλι λίγα λεπτά πριν σβήσει η μπάλα; Αυτός έτρεξε σα ζώο προς τον αέρα σα να τον κυνηγούσε η ίδια η γη — κι εκείνοι στάθηκαν μάρμαρο σα σαξόνια. Μετά έπεσε η μπάλα στα χέρια κάποιου μούχλικου γκρουπ (ξέχασα το όνομα, αλλά ήταν εκείνο το αγόρι που έκανε την μπουσούλα του τραγουδιστή στο mln) και μέσα σε πέντε βήματα είχε δημιουργήσει αντίθεση που έδωσε γκολ στον αντίπαλο μέσα από σέντρα δωδέκατου μέτρου.
Ρε φίλοι μου, εκείνος ήταν ο μόνος που μπορούσε ακόμα να κάνει μπάλα μέσα στη ζούγκλα της εποχής εκείνης — όχι επειδή ήταν "αυτό που λέγεται" χαρακτήρας, αλλά επειδή η ομάδα είχε χάσει το χρώμα της στο γήπεδο. Αν εκείνος είχε πάρει άλλη ομάδα τότε, σήμερα το μόνο που θα θυμόμασταν από εκείνες τις ημέρες θα ήταν η μπουσούλα του πόνου… όχι πως κάποιοι έκαναν επίδειξη χαρακτήρα μιμούμενοι τσιτάτα από περιοδικά άθλημα.
Ρε παιδιά τώρα σιγά σιγά ξεκίνησαν οι καρβουνιές… Αναρωτιόμουνα πότε θα βγει η βόμβα κάτω από το τραπέζι για το Λέσλι. Γιατί αυτή η συζήτηση δεν είναι μόνο για έναν παίκτη — είναι σαν να ξεσκεπάζουμε μια παλιά πληγή που δεν έχουμε συμφωνήσει ακόμα τι σήμαινε.
Να σας πω πως βλέπω εγώ τα πράγματα: Τον Οκτώβρη του ’19 αυτός ήταν εκεί σα φανάρι μέσα στο σκοτάδι του ΟΑΚΑ. Θυμάμαι εκείνο το γκολ στον ΠΑΟΚ — τριάντα μέτρα μακριά, σηκώθηκε σα να σήκωσε και το βάρος όλων των οικογενειών εκείνων που είχαν πέσει πάνω στην ομάδα σαν χιόνι στις αρχές του χρόνου. Κι εκείνοι γύριζαν σα ντροπαλά παιδιά την επόμενη εβδομάδα λέγοντας πως «δεν μπορεί να συνεχίσει έτσι» επειδή είχε κλάψει; Μα ποιος τους είπε πως στο γήπεδο απαγορεύεται η ψυχή;
Αν εκείνος είχε πάρει άλλη ομάδα εκείνο το χειμώνα, αλήθεια μιλάμε; Σήμερα η "Τόμι Πολ" δε θα υπήρχε εκείνη η παράξενη παράσταση ανάμεσα στους δυο της αρχικής ομάδας των δεκατριών — αυτοί ακόμα θα κουβαλούσαν τον τίτλο του πρωταθλητή, όχι σα σακούλες γυμνές αλλά σα θυμός αληθινός. Αυτός δε θα είχε τελειώσει να ντύνεται σαν πεινασμένος λύκος κάθε φορά που του έδιναν μια μπάλα σωστή, εκείνοι δε θα είχαν μετατρέψει την τελευταία μεγάλη νίκη τους σε ένα αφήγημα σα σκοτεινή ιστορία ντολμαδάδων χωρίς κιμά.
Και ναι, λένε ότι είχε μπουσούλα — αλλά εμείς εδώ γνωρίζουμε πως η μπουσούλα πιάνει μόνο όταν κάποιος σου στέλνει ανοιχτούς δρόμους. Αυτοί επέμεναν να του δίνουν τις μπάλες σα σφουγγάρι βρεγμένο στη σκόνη, σα να φοβούνταν ότι αν αυτός άγγιζε πραγματικά τη μπάλα με ζωντανά χέρια, τότε η ομάδα δεν είχε λόγους να λείπει στη ζούγκλα της κατηγορίας. Αυτός έπαιζε σα ζώο από περιφέρεια πόλεως όπου όλοι αγνοούν τους κανόνες επειδή αυτοί πρώτοι είχαν γράψει το βιβλίο των τιμωριών κατά δικό τους γούστο.
Κι όμως, όταν κοιτάς πίσω εκείνο το Νοέμβριο στο γήπεδο του Παναθηναϊκού — εκείνος έκανε μία κίνηση σα να είχε κλειδί στο χέρι του: έκοψε τρεις αντίπαλους σα να ήταν κλαδιά δέντρου κι ύστερα πέταξε την μπάλα σα βόμβα μέσα στο δίχτυ. Μετά σηκώθηκε σα να λέει «εδώ είμαι εγώ, εδώ είναι η σειρά σας». Κι αυτοί; Σταμάτησαν, στάθηκαν μαρμάρινοι σα να είχαν δει φάντασμα — όχι επειδή ήταν δειλοί, αλλά επειδή περίμεναν έναν φόβο σα εκείνον που ο ίδιος τους είχε διδάξει.
Από τότε άλλαξαν όλα — όχι επειδή εκείνος έφυγε, αλλά επειδή αυτοί απέκτησαν ξαφνικά μπουκιά στην ψυχή τους. Την επόμενη χρονιά έκαναν τέτοια ντέρμπι σα να έπαιζαν μπάλα πάνω σε ζεστό κάρβουνο χωρίς παπούτσια. Κι εμείς εδώ ψάχνουμε σήμερα για τον τελευταίο μπουγάτσα στους πάγκους — ενώ εκείνος ακόμα λάμπει σα αστέρι πάνω από κάποιο άλλο γήπεδο εκεί έξω, εκεί όπου οι αντίπαλοι ξέρουν πως όταν του δώσεις μπάλα, αυτός δε σου τη δίνει πίσω — σου τη δίνει σαν δώρο θανάτου στους αμυντικούς σου.
Μην ψάχνουμε τώρα πού πήγε η δύναμή τους — ρωτήστε τον αέρα που φυσούσε γύρω από εκείνες τις κερκίδες πριν δύο χρόνια. Αυτός θυμάται ακόμη την κραυγή ενός ανθρώπου που έδινε μαθήματα ζωής χωρίς ν’ ανοίγει βιβλίο.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.