Πως εκείνο το γκολ στο '85 εξακολουθεί να καίει στις καρδιές μας σαν φλόγα σ' έναν αέρα…
«α κ' εκείνο το καλοκαίρι του ’85 όταν οι μπάτσοι μου είχαν αποσυντεθεί στο χορτάρι της πίστας σαν πρώτες ύλες γκρέμισμα κι εσύ η ίδια ξεφύτρωσες σα διαβολάκι από nowhere σηκωμένη σαν αστραπή κι έριξες το μπάλα εκεί που δεν περίμενε κανείς — ωωω, ρε μωρή Τέιλορ, μπουφ; πριν χρόνια ακόμα κάποιος σού 'χε πει πως βρέχεις το γκολ όπως κάνει η βροχή στην αράδα; εκείνο έγινε θρύλος μπας κι άλλοι θέλουν να το ξηλώσουν.
αλλά αυτοί δεν ξέρουν πως βράδια σ' αυτό το φόρουμ μου'ρχότανε η παρέα και σβήναμε όλα τα τραγούδια του ντου με μια φωτιά μπουγάτσας και μια μπουκάλα κρύα μπίρα μιλάμε σιγά-σιγά γιατί εκείνες τις νύχτες το γκολ του ’85 μύριζε σαν δυναμίτης στις φλέβες μας... η ίδια η μπάλα σα γάτα που δεν μπορείς ν' αγγίξεις παρά μόνο να την αφήσεις εκεί, σα δώρο μιας στιγμής φρενήρως τρέχει μέσα στη νύχτα χωρίς δυνατούς παλμούς στο σώμα.
και μετά από χρόνια — όλ' αυτά τα χρόνια — σκάει το Nations Cup του ’92 σα μπανJO μέσα στον τελικό σπρώχνοντας σα βασιλιά το ελικόπτερο στην ιστορία. γκράφιτι στους τοίχους σαν ρετουσαρισμένοι καλλιτέχνες γραφτούρια σήμερα γράφουνε «η Τέιλορ ξεπέρασε ακόμα κι αυτήν την μέρα» αλλά εμείς ξέρουμε την αλήθεια: εκείνο ήταν σα βεντάλια που ανοίγει στον χειμώνα μιας πόλης που δεν είχε δει φως τόσες φορές πριν.
εσείς αυτούς τους οποίους λένε νέοι, ψιλοκουράκια που δεν είχαν ακόμα γεννηθεί εκείνο το ’85, δείτε το錄 video που σέρνει η ψυχή σας: εκεί που η μπάλα χτυπάει στη γωνία σα πιστολί shot που δεν σβήνει ποτέ.»
Ρε βρε παιδιά, εγώ εκείνες τις νύχτες ήμουν πάνω στο γήπεδο σαν ένα σκιερό αστέρι παντού σέρνονταν η μυρωδιά της σκόνης και της μπίρας παλιά!! εκεί που σηκώθηκες ΣΥΤΗΝ να ρίξεις εκείνο το γκολ σα βόμβα που δεν γκρεμίστηκε ποτέ!!! Θυμάμαι σα χθες που βγάζαμε όλοι μαζί την μπουκάλα από την ντουλάπα και τραγουδούσαμε μέχρι να ξημερώσει... ΚΑΙ ΜΟΛΙΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΣΕ το Nations Cup έτρεχα σα τρελός στον δρόμο και φώναζα σαν ηλίθιος "ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ!!! ΑΥΤΗ!!!". Μετά κόλλησα μια κλειδαριά πάνω στο γκράφιτι της πόλης επειδή κάποιοι έφταιξαν να της γράψουν ψέματα 🔥💪😤!!!! Κάπου εκεί κατάλαβα πως αυτά τα τρόπαια δεν είναι κούφια πράγματα — είναι σα φλόγα μέσα στα κόκκαλά μας!!! ΤΕΛΟΣ ΝΑ'ΝΑΙ!!!
Δεν γυρνάμε την πλάτη στους δικούς μας.
ρέ παιδιά μου, εκείνες τις νύχτες στη Πάτρα βγάζαμε όλοι μαζί τα φύλλα για το βραδινό τσάι και ρίχναμε μια κλωτσιά στην κονσόλα του υπολογιστή να πάει στην επόμενη γωνία — ήταν σα κάποιος να σου λέει "κόψε τη δύναμη ρεύματος ρε κουφά τσουλιά μου" και εσύ πίστευες πως όλα αυτά συμβαίνουν εκεί μέσα σα κρυφτούλι στις νύχτες της σχολής. εκείνο το γκολ σηκώθηκε σα καραβόσκοινος στο λιμάνι όταν η μπάλα χτύπησε στο δοκάρι σα λάκτισμα μιας γάτας που είχε τελειώσει το γεύμα της και μετά πήδηξες σα σπασμένος φυσητήρας πάνω στον πάγκο μου επειδή κατάλαβες ότι η μπάλα κουλουριάστηκε εκεί μέσα σαν ταινία που ξετυλίγεται αργά στους πνεύμονες σου.
και μετά εκεί που ο κόσμος άρχισε να πίνει τσιπουράκι στις ρίζες της πόλης σα να ήταν κάτι φυσικό σαν την άνοιξη, ήρθε εκείνο το Nations Cup σα δέμα που έπεσε από τον ουρανό σβήνοντας τις φωνές από τις κεραίες των αυτοκινήτων στους δρόμους — σηκωθήκαμε όλοι όρθιοι σα να μας είχαν πει πως την επόμενη μέρα όλα αρχίζουν από την αρχή. στη δουλειά είχα μια βαλίτσα σαν κουτί μπουγάτσας γεμάτη κιτρινισμένα χαρτιά κι ένα γκράφιτι από τότε γραμμένο στο πλευρό ενός φορτηγού: «όταν η Τέιλορ χοροπηδάει πάνω στη σκόνη, η ιστορία γράφεται με αίμα όχι με στιλό». εκείνοι οι καιροί ήταν σα σε μια ταινία τζακ σολomon όπου οι πρωταγωνιστές έπαιζαν τελευταίο μπάλο ενώ όλοι είχαν κοιμηθεί κάπου σ' ένα σαλονάκι.
και τώρα στέκεται εκεί η ίδια μπάλα πάνω στη σκόνη ενός ντου που εμείς κρατάμε σα θησαυρό σε γυάλινο βάζο — σβήνουν οι φωνές από το σταθμό, σβήνουν οι σημαίες, αλλά αυτό εκείνο το Nations Cup σιγά σιγά ξεπετιέται σα γνώρισμα μέσα στους τοίχους των τραπεζοκαθισμάτων στους παράδρομους όπου ζούμε. τότε κατάλαβα πως αυτά που μας κάνουν να κλαίμε πάνω στα ποτήρια δεν είναι λεφτά — είναι οι στιγμές που η μπάλα γίνεται αστέρι και πέφτει εκεί που δεν περιμένεις κανείς, σα δώρο μιας νύχτας που κάποιος την είχε ξεχάσει στο ψυγείο ανάμεσα σε άλλα πράγματα.
τελικά πάντως θα δούμε
Α, ρε παιδιά μου, εκείνοι οι δικοί μας φτάνουνε έτσι σα ντετερμινιστές μαχητές και βάζουν γκολ σα να ζούνε σ' έναν αιώνα εκτός χρόνου — ενώ εμείς τώρα δουλεύουμε στις ώρες, στέλνουμε μηνύματα στις ώρες, αγοράζουμε ξηλιτζούρια στις ώρες. Εκείνες τις ομάδες τους πιάνανε σα βγαίναμε μέσα από την πόρτα του γηπέδου για ένα σφυγμό κι έτρωγαν σα λύκοι που ανακάλυψαν το τελευταίο καλάθι στο δάσος. Οι παίκτες εκείνοι είχαν κάτι στο βλέμμα σα να ξέρανε πως η μπάλα βρισκόταν πάντα εκεί που δεν την περίμενες — σαν κάποιος επιθετικός που στήνει παγίδα μόνο με τη στάση του σώματος.
Σήμερα; Σήμερα βλέπω την ίδια φωτιά, αλλά σιγασμένη κάτω από τάμπλετ, σα τσιγάρο που σβήνεις πριν το ανάψεις ολοκληρωτικά. Οι πιτσιρικάδες τρέχουνε γρήγορα, βάζουνε γκολ αποφασιστικά σα υπολογισμένες βολές στο μπιλιάρδο, όμως εκείνη η τρέλα της τύχης που κάνει τους άρχοντες των στατιστικών να ανοιγοκλείνουνε τα μάτια ξέρεις που βρίσκεται; Στους 90ούς ήταν σα σημάδι του Θεού όταν η μπάλα γλίστραγε εκεί που δεν έπρεπε κανείς να την ψάχνει — σήμερα κάνουνε έναν γύρο κριτικής πριν κλωτσήσουνε και νιώθεις σα βγάζουνε κάθε γκολ από την εγκυκλοπαίδεια.
Και μην μου πεις πως είναι το ίδιο! Εκείνοι είχανε την αισιοδοξία σα κάποιος που δεν ξέρει καν τι σημαίνει "δεν γίνεται". Σήμερα έχει και δόση επιστήμης στην επίθεση — περιμένουνε την τέλεια στιγμή σα μηχανήματος στο νοσοκομείο: παρακολουθούνε, σκοπεύουνε, τελικά βάζουνε. Εκείνοι; Έπιαναν κάθε γκολ σα δώρο μιας στιγμής που δε χρειαζότανε καν προηγούμενη κίνηση, σα κλέφτης που βρίσκει το θησαυρό χωρίς χάρτη.
Εμένα μου αρέσει εκείνο το Nations Cup σα σπάνιο διαμάντι. Τότε υπήρχε κάτι σα ζωντανό πνεύμα στους δρόμους — σήμαινε κουλτούρα, σήμαινε ιστορία που γράφονταν με αίμα στο ψωμί. Σήμερα; Τα τρόπαια είναι κεντρικοί σπόνσοροι και οπαδικές φωνές μέσα σε live streams. Τα ίδια όμως λουλούδια ανθίζουνε εκεί — στο γήπεδο υπάρχουν ακόμα αυτοί οι ψυχικοί σπινθήρες που ζούνε μέσα στις καρδιές παλιά.
Άσε που εκείνος ο τερματοφύλακας του ’85 έκανε κάθε μαγνητοσκοπημένο γκολ σα ταινία triller που δίνεται μόνο μία φορά στους κινηματογράφους — τότε δεν υπήρχε βίντεο στο κινητό για να ξαναδεί ένας ελέφαντας κάπου αλλού. Σήμερα όλα είναι repeat, replay, μέχρις αηδίας. Εκείνοι έπαιζαν γιατί η μπάλα ήταν η ζωή τους. Αυτοί παίζουνε επειδή είναι δουλειά τους.
Τώρα η ομάδα αυτές τις ημέρες έχει κάτι ωραίο στη φούρια της — βλέπω γκολ σα βροχή το καλοκαίρι στους ξερότοπους, αλλά κάποια στιγμή θυμάμαι εκείνον τον τζίτζικα από το ’92 που ανατινάχτηκε στον αέρα σαν πυροτεχνήματα του Αυγούστου. Η ουσία βρίσκεται εκεί: στη στιγμή που δεν περιμένεις, σα δώρο ενός ποτηριού κρύου κρασιού μετά από δεκαπέντε χρόνια δίψα.
Όχι, δεν συγκρίνονται αυτοί οι κόσμοι σαν σύνολο — όμως η φλόγα ζει ακόμα. Απλά έχει αλλάξει θέση. Από χορό στην πλατεία έγινε σημείωμα στο κινητό. Από βεντάλια χειμώνα έγινε fire emoji στο group των οπαδών. Αλλά όταν ανάψεις το τσιμπούκι σου και κοιτάξεις το γήπεδο σήμερα, ξέρεις πως εκεί κάπου μέσα η μπάλα εξακολουθεί να τραγουδάει. Και αυτό αρκεί.
Το πλαίσιο νικά το σκέτο νούμερο.
τι άλλαξαν αυτοί οι χρόνοι που κάποτε η μπάλα ερχόταν σα κλέφτης από τη νύχτα και χτυπούσε εκεί που έκανε ζημιά ο αέρας;
εγώ εκείνο το Nations Cup στη μνήμη μου το έχω σκαλισμένο σαν το ξυλόφουρνο στο κέντρο της πόλης όπου ψήναμε τις μπουγάτσες εκείνο το βράδυ — τότε δεν υπήρχαν live streams για τους οπαδούς που δεν ήταν στην Αμερική, ούτε βιντεάκια στο youtube. κάτι γινόταν σ' ένα γήπεδο στο Σικάγο εκείνη την ώρα που μύριζε σαν δυναμίτης στου συμμαθητή μου το σπίτι όπου είχαμε βάλει την τηλεόραση πάνω στο ψυγείο επειδή δεν είχε στήριγμα κανονικό.
πήγα εκεί αργότερα, χρόνια μετά, σ' ένα ταξίδι δουλειάς κι έβλεπα ακόμα τους τοίχους στον δρόμο γραμμένους με σπρέι: «όταν η Τέιλορ χοροπηδάει πάνω στη σκόνη». εκείνες οι λέξεις είχαν πιάσει ρίζες σα κάτι φυτό που μεγαλώνει ανάμεσα στα ερείπια μιας πόλης. στην άκρη του γηπέδου εκεί που τελείωνε η σκόνη είχε ένα γκράφιτι μικροσκοπικό για εκείνο τον τερματοφύλακα που πήδηξε σα σπασμένος πνεύμονας στο τελευταίο λεπτό — έκανα μια φωτογραφία εκείνο το γκράφιτι χωρίς να καταλάβω πως αργότερα εκείνο το χαρτί θα γινόταν μέρος μιας δέσμης επιστολών στο σπίτι μου σαν φυλαχτό.
και τώρα που βλέπω την ομάδα αυτές τις ημέρες να παίζει σα θύελλα στους άλλους γηπέδους; σίγουρα υπάρχουν αυτοί οι νέοι παίκτες που κάνουν ό,τι μπορούν με την τεχνική τους — αλλά εμένα με πιάνουν αυτά τα γκολ σα φευγαλέα αστέρια. κάποιοι λένε πως δεν έχουν το πάθος εκείνων των παλιά ημερών, όμως εγώ τουλάχιστον εκείνο το Nations Cup το βλέπω σα σημάδι πάνω στο χέρι ενός παλικαριού που πήρε χτύπημα και κράτησε όσο έκανε νάζι.
εκείνο το τέρμα εκείνο το βράδυ σηκώθηκε σα γέννημα μιας άλλης εποχής που δεν ήξερε τίποτα για τις μετρήσεις, τα xG ή τους κανόνες της FIFA — εκείνη τη νύχτα η μπάλα έγινε όπλο για έναν πόλεμο που κέρδιζαν οι ιστορίες, όχι τα σύνολα. και σήμερα ακόμα όταν περνάω από την πλατεία των Σερρών εκεί πάνω στον τοίχο του σουπερμάρκετ έχει κάποιο γκράφιτι εκείνης της εποχής ξεθωριασμένο σα χαρακώματα μετά από χρόνια βροχής.
μπορεί οι εποχές να αλλάζουνε, αλλά εκείνη η φωτιά που ανάβουμε όταν η Τέιλορ μπαίνει στο γήπεδο ακόμα κάηκε σωστά;
να! εκείνοι εκείνοι οι χρόνοι τώρα είναι σα ξέρω μια παλιά ταινία τζακ σολomon μέσα στο κεφάλι μου — σβήνεις το φως μετά το τέλος και ξέρεις πως εκείνη η εικόνα δεν πρόκειται ποτέ ξανά να γίνει ίδιο τρισδιάστατο τοπίο.
κι όμως… η ομάδα αυτή τις μέρες αυτές κάτι έχει κάνει στους δρόμους σα παλιά ντραμς που τρύπησαν το κρανίο μου όταν ήμουνα δεκαπέντε.
ποιος το ξέρει; ίσως αυτή η φλόγα είναι σα κρύο τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλα — ανάβεις το πάλι σιγά σιγά στις νύχτες του facebook group μας και λέμε: αυτή είναι η δική μας μπάλα ακόμα.
αλλαγή ιδιοκτήτη του Σταυρού; αλήθεια τίποτα δεν αλλάζει τόσο που να σβήσει εκείνο το Nations Cup από τους τοίχους των φαν-κλαμπ σα κάτι σημάδι που δε σβήνει ούτε με νερό ούτε με σαπούνι.
αυτά.
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Ρε παιδιά, ξέρετε εκείνο το Nations Cup του '92 που έκανε κάτι σα χιονόλυση πάνω στο γήπεδο; Λοιπόν, εκείνο το βράδυ στη γειτονιά μας σηκώθηκε ο θείος Κώστας σα νεκροζώντανος στο γλέντι επειδή του είχαν πει πως ήταν "κλειδωμένος" στο σπίτι κι όχι έξω να τραγουδάμε! Την επόμενη μέρα είχε γράψει στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου με σπρέι: «Η Τέιλορ τρώει ψωμί όλο το χρόνο!». Εγώ ακόμα κρατάω την φωτογραφία του εκείνου μπουκαλιού μπύρας σα φυλαχτό — επειδή τότε δεν υπήρχαν story έχει και σημασία 🍾🔥💥