Αυτή η φλέβα ακόμη καίει
εκείνο το βράδυ στη ρωσική στέπα ας μου θυμίζεις; την ατμόσφαιρα εκεί στα όρια, τον ψυχρό αέρα που έπεφτε σα σίδερο πάνω στις πλάτες μας σαν κάναμε ουρά ακόμα από το πρωί για τα εισιτήρια κι εκείνος ο τύπος στις πόρτες με το "τσέκαρε ξανά τη διαδρομή", σα να ΄τανε καφενείο η Λομονόσοφ κι όχι γήπεδο βόλεϊ... μου θυμίζει πόσο ζητούσανε ακόμα στο Λουγκάνσκ έναν σωτήρα κι εμείς από το πρώτο σετ σκεφτόμαστε "μήπως φέρνει τζάμπα αυτή η αισιοδοξία"; μέχρι εκεί που σηκώθηκε ο Σμόλνικοφ σα σίδερο ντεφορμέ κι άρχισε να χτυπάει σα μεταλλικό τύμπανο στα χέρια του ρίχνοντας όλους αυτούς τους τρόπους πάνω στο αντίπαλο γήπεδο... τρία-δύο στην παράταση κι η ομάδα σου στάθηκε σα λιοντάρι στους τελευταίους δέκα πόντους σα κάθε ένας από αυτούς τους παιδαρέλους να ΄χει ένα μικρό γηπεδοδάκι δικό του στο στήθος... θυμάμαι πως πετάχτηκαν όλοι οι παλιοί θρύλοι από τις θέσεις σαν τους πήραν την είδηση πως ο Σμόλνικοφ ξεπέρασε τους δικούς του πόνους κι ερχόταν πίσω σα να ΄χει χυμένη μυσταγωγία στο αίμα του... εκείνη η φλέβα ακόμη καίει σα σύνολο σου όταν η ομάδα σου βάζει μπροστά ένα παιδί σα αυτοσχεδιαστή κι εκείνο κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πως ΄ρχεται το επόμενο πλήγμα... παλιά ηmlinδo χωρίς πολλά λόγια, ντρόμους στο ψαχνό σα σκοτώνεις χρόνο έως ότου αρχίσει ο αγώνας σα κάθε ένας μας να ΄χει τον δικό του λόγο μέχρι να μπει το παιχνίδι στην κανονική του τροχιά... εκείνες τις στιγμές δεν χρειάζεσαι στατιστικά κανείς, χρειάζεσαι ένα τεράστιο κύμα ανθρώπων σα όλα τα πνεύματα του Ουκρανικού χορού εκεί στη χαρακωμένη σκόνη δίπλα στο γήπεδο νιώθοντας πως εκείνο το βράδυ το γήπεδο έγινε δικό του τοπίου κι όχι μόνο τμήμα ενός λόγου... τέλος πάντως, θα δούμε
Σιγά μην ξεχάσω εκείνο το βράδυ στο εισιτήριο 142, ο ξεροκέφαλος ο Παναγιώτης με έκανε να ξεμυτίσω στη χαρακωμένη σκόνη σα σκανταλιάρικο σκυλί! 🔥 Θυμάμαι που η Αλεξάνδρα είχε κόψει το γιαλό στον δεκατρία της κι έδωσε εκείνο το φονικό reception σα να ξέρει από πριν πως ο Σμόλνικοφ ερχόταν σα δυναμίτης! Οι παλιοί θρύλοι είχαν ανέβει πάνω στους κοντούς τοίχους του γηπέδου σα να προσμένανε τη συνέχεια μιας ταινίας και μόνοι τους κουνούσαν τα πορτόφυλλα σα τυφώνες όταν είδαν τον αριθμό 9 να σηκώνεται ξανά στα τέσσερα λεπτά της παράτασης! Μέχρι την τελευταία μπάλα έκανα "ντούκου ντούκου" σα μωρό μέσα στη ζέστη κι η ομάδα σου; Γέμισε το γήπεδο δικό της σα να ΄τανε ένα τεράστιο ρόπαλο πάνω στους αντιπάλους! Τέλος πάντως, όταν σηκώθηκε ο ουρανός πάνω από το Λουγκάνσκ εκείνο το βράδυ μόνοι μας ξέραμε πως η φλέβα δεν έχει πάψει ποτέ να καίει! 💪🔴
Στην εξέδρα από παιδί.
τι γίνεται ρε παιδιά, για ξαναγυρίσουμε εκεί που ξέραμε πως η ομάδα δεν είχε μόνο τίτλους αλλά σάρκα και αίμα;
θυμάμαι τότε στο Λουγκάνσκ ο τύπος εκείνος πάνω στην κερκίδα είχε τρία τσιγάρα στο στόμα του και μουρμούριζε συνέχεια "ο κυρ-Μιχάλης είχε πει πως αυτό το παιδί στον αριθμό 9 τρώει αντίπαλους σα φιστίκια" — μέχρι εκείνος ο ίδιος ο κυρ-Μιχάλης (ναι, αυτός ο άσος παλιά για την περιοχή) να σηκώσει το κοστούμι του βγάζοντας μια σημαία με τ' όνομα του Σμόλνικοφ ζωγραφισμένη πάνω της σα διαδήλωση αγάπης! δεν ήταν αγώνας βόλεϊ πια, ήταν σα κάποιος να πήγαινε στον πόλεμο φορώντας κόκκινο φουλάρι!
κι ενώ ο διαιτητής έκανε σαν κουτάβι που περιφέρεται γύρω από το τραπέζι του φαγητού ξαφνικά σηκώνεται ο μικρός Κωνσταντίνος από το χωριό των Μολδαβών — όπου όλοι τους φώναζαν πως εκείνος μεγαλώνει ανάμεσα σε λόφους σα ζώο αγριωμένο — και στέκεται εκεί σαν ένας νέος Ρωμύλος μπροστά στους δικούς του τροχούς στην πρώτη μπάλα της παράτασης... κανείς δεν κατάλαβε πότε άλλαξε ρότα όλο αυτό εκείνο το βράδυ, μόνο είδαμε τα πρόσωπά τους όταν ο Σμόλνικοφ εκείνος έκανε ένα spiking σα σίδερο να πέφτει πάνω στη μπάλα και τότε ο κόσμος εκτινάχτηκε όρθιος σαν τσουνάμι από κράνη!
εκείνος ο αγώνας ήταν σα να βλέπαμε τη ζωή σιγά σιγά να σπάει τον πάγο από πάνω — γιατί όταν η φλέβα καίει τόσο δυνατά μέσα σου τίποτα άλλο δεν έχει σημασία πια.
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Άντε, σιγά σιγά τώρα... Γιατί λέω ότι ήταν διαφορετική εκείνη η ομάδα; Δεν ήταν λιγότερο δυνατή σήμερα, ας το ξεκαθαρίσουμε αυτό από την αρχή — το ψαχνό είναι άλλο. Εκείνοι είχαν κάτι σαν μια βαριά σιδερόφτιαχτη αλυσίδα γύρω από τον λαιμό τους, κάθε γύρο ήταν αγώνας επιβίωσης σηκωμένος πάνω από δικό του γκρεμό. Το Λουγκάνσκ εκείνο το βράδυ; Ήταν σα ν' αφήνεις ένα αγρίμι σε ένα κλουβί με λιοντάρια. Ποτέ δεν ξέρεις πού θα χτυπήσει η επόμενη φορά.
Σήμερα όμως; Σήμερα η ομάδα κινείται σα ένας χορός. Όχι σα στρατιώτες με το ζόρι φορώντας κόκκινες φανέλες, αλλά σα γιορτή όπου ο καθένας ξέρει τη θέση του χωρίς λόγια. Θυμάστε πόσο δύσκολο ήταν τότε ν' αγοράσεις εισιτήριο; Σήμερα υπάρχει δίκτυο, υπάρχουν κανάλια, υπάρχουν άνθρωποι που στέλνουν βίντεο ζωντανά σα να είναι το γήπεδο στο σαλόνι σου. Εκείνοι έπρεπε να σκάβουν κάθε βήμα τους σα οι ίδιοι να στήνουν το γήπεδο τους κομμάτι-κομμάτι. Σήμερα το γήπεδο είναι σα δεύτερο σπίτι, κανείς δεν κρύβεται πίσω από την πλάτη του άλλου.
Και ο Σμόλνικοφ; Αυτός είναι ο μεγάλος διαφορετικός εδώ. Εκείνος ήταν σα ένας θρύλος που βγαίνει από το μύθο — σηκώνεται ξανά σαν τον ίδιο τον εαυτό του κάθε φορά που τον χρειάζονται. Σήμερα όμως βλέπουμε αρκετούς νέους να σηκώνουν το ίδιο βάρος σα στέκουνι πάνω στους ώμους των παλαιοτέρων. Οι σημερινοί παίκτες δεν έχουν το βάρος της ιστορίας όσο εκείνοι είχαν τότε, αλλά έχουν κάτι άλλο: έναν ρυθμό σα ν’ ακολουθούν έναν καλό δίσκο στον πικάπ ενώ αυτοί ξέρουν πως ο επόμενος ρυθμός έρχεται μέσα από χιλιάδες μικρές προσπάθειες πίσω από τις κλειστές πόρτες των γηπέδων.
Αυτό δεν είναι καλύτερα ή χειρότερα — είναι διαφορετικά σαν δύο διαφορετικά κρασιά που ωριμάζουν στις ίδιες συνθήκες. Εκείνοι είχαν τη σκληρή γεύση της εποχής τους, εμείς έχουμε τη φρεσκάδα ενός κινήματος που ξέρει πως η ιστορία γράφεται κάθε στιγμή ξανά. Και πάλι όμως... όταν βλέπω σήμερα έναν νέο στον αριθμό 9 να πετάει εκείνη τη μπάλα σα σίγουρος πως κάτι πρόκειται να συμβεί, τότε νιώθω ότι η φλέβα συνεχίζει ν' ανάβει. Αλλά όχι σα φωτιά που κατακαίει κάθε τι γύρω της — σα αίμα που τρέχει φρέσκο μέσα στα ζωντανά κορμιά των ανθρώπων που αγαπούν αυτό που κάνουν. Αυτό είναι διαφορετικό μόνο στην ουσία του, όχι στον τρόπο.
xG > συναίσθημα.
να γιατί οι αρχηγοί τους έπεφταν βόλια στους αγώνες σα να ΄τανε ετοιμοθάνατοι άγγελοι! εκείνο το βράδυ στο Λουγκάνσκ δεν έπαιζαν κανέναν αγώνα βόλεϊ εκείνοι, μαχόταν σα συντεταγμένη φάλαγγα μέσα στο λάκκο της κόλασης που είχε πει ο τοπικός οδηγός όταν του είχα κάνει την ταινία "για πάρτε νερό ρειζέρβ" κι εκείνος μας κοίταξε σα να του μιλούσα τουλάχιστον για μία εισφορά στον τοπικό πνεύμονα! όταν σηκώθηκε ο Σμόλνικοφ στην παράταση σα τον είχαν σπάσει όλα κι ερχόταν από το ντουλάπι των τραυμάτων σα βασιλιάς λιονταριού που ξυπνάει μέσα στη σκόνη μιας λίμνης χωρίς ψάρια — η Αλεξάνδρα τότε έδωσε εκείνο το reception σα να ΄χει δει το χέρι του Θεού πάνω της από πριν! πάνω στο γήπεδο δε θυμάμαι τίποτα άλλο παρά αυτούς τους δεκατρείς μουσικούς θρύλους πάνω στους τοίχους των κερκίδων, αυτούς που είχαν πετάξει εκεί σα νεκροί λύκοι από άλλα χρόνια μόνοι τους να τρέμουν με τις σημαίες τους όταν άκουσαν ότι εκείνο το αγρίμι του αριθμού 9 ξανάρχισε πάλι να γρυλίζει!
κι όμως εκείνο που κάνει την ιστορία ζωντανή δεν είναι μόνο η νίκη εκεί — είναι εκείνο που κουβαλούν μέσα τους οι άνθρωποι μετά: πως όταν η φλέβα ανάβει τόσο δυνατά δεν κάηκες μόνο εσύ εκείνους τους λίγους πόντους, κάηκε όλη η γειτονιά σου πάνω στην άκρη του γηπέδου, κάηκε η Λουγκάνσκα γη σα νά ΄τανε πρώτος θερισμός ενός εικοσιπεντάχρονου βλέμματος! εκείνος ο αγώνας ήταν σα ένας μεγάλος χορός όπου όλοι ήμασταν μέσα σα ένα σώμα — ακόμα κι εκείνος ο τύπος με τα τρία τσιγάρα στο στόμα έβγαλε στο τέλος μια σημαία όχι σα διαδήλωση αλλά σα νεκροφόρα του παρελθόντος που ξαναβγαίνει σ’ έναν πόλεμο πάνω από δικές του ανάσες!
και σήμερα; σήμερα είναι διαφορετικά σίγουρα, αλλά η φλέβα ακόμη καίει — μόνο που τώρα έχουμε πιο πολλά πορτοφόλια στα χέρια μας και πιο πολλές φωτογραφίες να θυμόμαστε ότι εκείνες οι στιγμές έγιναν πραγματικότητα! νέα αίματα στέκονται εκεί σα κάποιοι μικρότεροι θρύλοι του αύριο, και ενώ εμείς οι παλαιοί κουβεντιάζουμε ακόμα πως εκείνος ο αγώνας ήταν σα μια μεγάλη κουβέντα στο τοπικό χωριό όπου όλοι είχαν ένα δικό τους ρόλο μέχρι να τελειώσει το έργο του νουκλεού — αυτοί οι νέοι βλέπουν την ιστορία σα κάτι που δημιουργούν κάθε μέρα, όχι σα κάτι που θάψανε οι μεγάλοι! έτσι όταν βλέπω σήμερα έναν νέο στον αριθμό 9 να σηκώνεται σα να ΄χει μια σιδερόφτιαχτη κορδέλα πάνω στον ώμο του τότε ξέρω πως η φλέβα δεν έχει σβήσει ακόμα — μόνο άλλαξε φωνή, σα τραγούδι που περνάει από στόμα σε στόμα στους δρόμους της περιοχής!
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Πώς γίνεται τώρα, ρε παιδιά, και κάποιοι βγάζουν λόγια σαν ν’ ανοίγουνε μπουκάλι κρασί που παλιά το είχαν καλά κρυμμένο στο υπόγειο κι ύστερα κάνουν πως ξαφνικά το βρίσκουνε φρέσκο σα ήτανε μόλις μπουκωμένο; Λέτε πως εκείνο το Λουγκάνσκ ήταν σα θρύλος γυρισμένος βράδυ, σα γκράφιτι που κανείς δεν τολμούσε να σβήσει, αλλά τώρα λένε πως η ομάδα κινείται σα χορός επειδή "έχουν πιο πολλά πορτοφόλια"; Μα οι χοροί τους γίνονται στις βουνοπλαγιές όταν ο άνεμος τους τυλίγει σα τραγούδι, όχι όταν κάποιος ανοίγει ένα πορτοφόλι στο σπίτι του!
Θυμάμαι εκείνο το βράδυ σα σήμερα — ο Σμόλνικοφ σηκώθηκε από το τραπέζι των τραυμάτων σα άνδρας που είχε ξεπουλήσει όλη του τη ζωή για ένα ψέμα, παράταξη δωδεκάλεπτη κι εμείς όλοι κρεμασμένοι σα κρεμμύδια στους τοίχους περιμένοντας τον πυροσβεστήριο να σβήσει τη φωτιά που έκαιγε μέσα μας! Μα αυτοί λένε πως τώρα η ιστορία γράφεται κάθε μέρα επειδή "έχουν καλύτερα δίκτυα"; Ποιος θυμάται εκείνον τον τύπο πάνω στην κερκίδα με τα τρία τσιγάρα; Εκείνος δεν είχε Facebook να του δείξει το επόμενο βίντεο — είχε μία σημαία ζωγραμμένη με το ίδιο του το αίμα!
Και βλέπω τώρα έναν νέο στον αριθμό 9 ν’ ανακατεύει σα κουτάλι μέσα στο γάλα της ομάδας κι αυτοί λένε πως "η φλέβα άλλαξε φωνή σα τραγούδι"; Μα εκείνο το τραγούδι ήτανε γραμμένο στα κόκαλα των γερόντων πριν ακόμα γεννηθούνε οι σημερινοί! Εκείνοι στον Λουγκάνσκ δεν έπαιζαν βόλεϊ — πολεμούσανε σα ομάδα ανταρτών μέσα στη λάσπη, ενώ σήμερα οι νέοι έχουνε μόνο ένα πράγμα: μια μπάλα ν’ αγγίξουνε σα θέαμα χωρίς κίνδυνο!
Μα αυτό δε λέει τίποτα για την ουσία — ότι εκείνο το βράδυ ο Σμόλνικοφ έκανε σπικ μια μπάλα σα σφυρί θεού κι η ομάδα στέκονταν σα ένας άνθρωπος με μία ψυχή λιγότερη στο σώμα του! Σήμερα βλέπουμε νέους να σηκώνουν σίδερα, αλλά κανείς δεν ρωτάε πως αισθάνονται όταν χάνουν εκείνη τη μπάλα σαν να τους τρώει η γη κάτω από τα πόδια! Αυτοί λένε πως "η φρέσκια γεύση του κρασιού είναι διαφορετική" — αλλά ξεχνούν πως κρασί γίνεται μετά από χρόνια σκόρπιων σταφυλιών, όχι σα να σκάβεις μέσα σε συσκευασία σούπερ μάρκετ!
Τι γίνεται λοιπόν; Να μιλήσουμε για την ουσία — όχι για τις φωτογραφίες στις κλειστές πόρτες των σπιτιών μας, αλλά για εκείνες τις στιγμές που η μπάλα πέφτει σα κεραυνός πάνω στους ωμούς ενός νέου και εκείνος ξέρει πως αυτή τη φορά πρέπει να σηκώσει το βάρος μόνος του σα πρώτος μαχητής. Εκείνο το βράδυ στο Λουγκάνσκ δεν ήταν αγώνας βόλεϊ — ήταν η τελευταία γροθιά ενός ανθρώπου που είχε ξεπουλήσει όλα του τα δόντια για μία νίκη! Σήμερα βλέπουμε το ίδιο πρόσωπο σ’ έναν διαφορετικό ρόλο — μα όταν τελειώσει η παράταση και μείνουμε μόνοι με την αγωνία της αύρας εκείνης της νύχτας, τότε θα καταλάβουμε πως η φλέβα ποτέ δεν έσβησε, μόνο άλλαξε μορφή σα νερό που τρέχει ανάμεσα στα δάχτυλά σου όταν προσπαθείς να το κρατήσεις σφιχτό! 💥
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊
Παιδιά εδώ πάλι ο ίδιος ο Κωνσταντίνος από το χωριό των Μολδαβών μ’ εκείνο το δόντι σπασμένο από την παιδική μου μπάλα — και βλέπω τα πορτοφόλια σας τρέμουν σα φύλλα την ώρα που γράφετε πως "η φλέβα άλλαξε φωνή σα τραγούδι"🤣
Ρε φίλοι, τότε στο Λουγκάνσκ που όλοι βγάζαμε σημαίες σαν φοιτητές στις καταλήψεις του Πολυτεχνείου κι εκείνος ο τύπος στα τρία τσιγάρα ανέβαινε στους τοίχους σαν ένα πεντάχρονο βλέπωντας τον Ιβάν ν’ ανατρέπει τους πάντες... κράταγα σφιχτά τη μητέρα μου σα μικρός όταν κατέβαινε η μπάλα σαν κομμάτι ουρανού πάνω στη ρακέτα του Σμόλνικοφ κι εκείνος έκανε το δικό του ιερό γράμμα μέσα στη σκόνη — ήταν σα να βλέπαμε τον ίδιο τον Χριστό να δίνει γκολ γιατί είχαν ξεχάσει οι άλλοι πως υπάρχει Παράδεισος!
Και τώρα μου λέτε πως η ιστορία γράφεται επειδή "έχουμε καλύτερα δίκτυα"; Μα εμείς εκείνο το βράδυ είχαμε μόνο το λόγο του κυρ-Μιχάλη σα χρυσό νόμισμα — και εκείνος έλεγε πως εκείνος ο αριθμός 9 έκανε μπάλα σα σίδερο να πέφτει πάνω στο αντίπαλο κρανίο! Την επόμενη φορά λοιπόν που κάποιος βγάλει λόγο σα κρασί από αποθήκη κατηγορείστε με — εγώ εκείνο το Σμόλνικοφ τον θυμάμαι σα τον Άγιο Βασίλη μιας νύχτας που η παράλειψή μας έγινε θρίαμβος! 🎄🔥
Κρατείτε μου μια μπύρα εκεί πέρα, γιατί εγώ τώρα πάω να πιω αυτήν που πήρα από τον τύπο με τρία τσιγάρα — εκείνον που είχε γράψει πάνω στη σημαία του: *"Αν δεν ξέρεις πώς να νικάς, κάνε τουλάχιστον έτσι ώστε να πονάς λιγότερο!"* 🍻
Ήρθα για το γέλιο, έμεινα για μια ζωή 🍿