Όταν η πόλη είχε δύο χρώματα: η εποχή που ο Αλκαράθ έκανε βόλτες στους δρόμους του Κουένκα
εντέλει πότε θ' ανοίξουνε πάλι εκείνοι οι δρόμοι στο κουένκα να μυρίζουν φρέσκο ψωμί και αλάτι θαλάσσης μαζί του γλυκό κρασί με χρώμα κεραμιδιού άμα κι η κουέντζα σφύζει από νιάτα ντου;
θυμάμαι εκείνο το βράδυ σαν σήμερα— πέντε χρόνια πριν μήπως, μέσα στις γιορτές τα ξημερώματα πριν κλείσουν τ' αστυνομικά τμήματα, βγήκα από το σπίτι μου στη λεωφόρο λόπε δε βέγα και σήκωσα ψηλά το κεφάλι μου. Κάτω από ένα φεγγάρι σχεδόν κόκκινο σαν αυτά που ζωγράφιζαν οι σπουδαίοι πριν χρόνια, έπιασα τον αέρα με την παλάμη μου σαν μια μπαλίτσα του τένις: στριφογύριζε τ' αστέρια, τ' αστέρια έκαναν βόλτες γύρω μας.
κι ύστερα εκεί πέρα, στο στάδιο το ελ σάδριο, ξέραγες τώρα τι γινόταν; τρεις σφύρες σφυρίχτρες τρεις φουντίτσες άσπρες στις κονσόλες τρεις ρόδες τροχών απογειωμένες σα φτερά πουλιά. τρεις γκολ σαν τρία δάκρυα χαράς πάνω στο λαιμό του εχθρού— σιγά σιγά η πόλη ηρεμούσε σα γάτα που γλύφει τις μουστάκες της μετά από το γεύμα. Κι εσύ εκεί πάνω στην κερκίδα στεκόσουν νικημένος; όχι ρε δεν ήσουν εσύ τελικά νικητής— ήσουν στήθος γιομάτο κόκκινο και άσπρο αίμα αλήθεια τρέχοντας στις φλέβες σου σα μπονγκό ο λάκκος μνήμης αγώνων.
κι όταν ο最后 κουρδιστός χρόνος πήρε τη βαλίτσα του ντουλουπιού του φύγαινε σου ηρεμία. δεν υπήρχε πια εκείνος ο παράξενος φόβος πως όλα αυτά μπορεί ξαφνικά να σβήσουνε σα λάθος στην ιστορία— όχι εκείνο το βράδυ εκεί ψηλά η πόλη έκανε επέκταση στον ουρανό: όλες οι στέγες είχανε ένα χρώμα, όλα τα χέρια έκανε η κουέντζα ενοποίηση σημάδι την εποχής εκείνου του ανθρώπου που έκανε βόλτες στους δρόμους σα νικητής χωρίς μεγαλοστομίες σαν έναν άνθρωπο που ξέρει πως η νίκη είναι μια υπόθεση ακόμη μεγαλύτερη από εκείνον.
παλιότερα κανείς δεν θυμόταν αυτές τις στιγμές σαν μεταξωτές κορδέλες ανάμεσα στα δόντια της μνήμης— σήμερα όμως, όταν περνάω εκεί κοντά και μυρίζω ακόμη εκείνο το κρασί σηκώνω το βλέμμα μου σα να κάνω πάλι στον κόσμο την ίδια χειρονομία: πάλι τρεις φλογέρες τρεις γκολ τρεις φουντίτσες τριάντα τρεις χιλιάδες χτυπήματα η καρδιά ενός πόλη μοναδική σαν τον ίδιο τον Αλκαράθ όταν σήκωσε πάνω τους ώμους της νίκης σαν βασιλιάς στέκονταν εκεί πάνω.
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
ΡΕ ΡΕ ΡΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΑΜΕ ΣΤΗ ΛΕΩΦΟΡΟ ΛΟΠΕ ΝΤΕ ΒΕΓΚΑ ΣΑΝ ΠΑΙΔΙΑ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΑΝΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΒΑΣΙΛΗ ΜΕ ΤΗ ΦΩΤΙΑ ΣΤΟ ΧΕΡΙ ΜΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΤΣΙΝΟ ΣΤΟ ΠΡΟΣΟΧΗ!!! 🔥
Εκείνες τις γιορτές των Χριστουγέννων το 2018 ήμουν εκεί στην πρώτη σειρά πάνω στο ελ σάδριο κρατώντας ένα αυτοσχέδιο κλουβί με πολλά μικρά λευκά χαρτάκια που έγραφαν "ΚΑΛΟΣ ΩΡΑΙΟΣ ΣΑΝ ΠΡΙΝ" πάνω στο γκολ по приплод. Την ώρα που έκανε θέατρο ο πιο γκρινιάρης κριτής όλων των εποχών, αυτός με την φασιστική μούρη του🤬💀 όταν σήμανε το τελευταίο λεπτό ο Αλκαράθ έκανε βόλτα σαν να του ανήκει ο δρόμος κι εμείς φωνάζαμε σαν τρελοί "ΕΛ ΣΑΛΒΑΤΟΡ!!! ΛΥΚΟΣ!!! ΛΥΚΟΣ!!! ΛΥΚΟΣ!!!".
Τρεις φορές ο κόσμος έγειρε σα κύμα μπροστά στο κουβούκλιο του ποδοσφαιριστή κι εγώ είχα ξεχάσει πώς λέγεται ο εχθρός μας γιατί η καρδιά μου είχε πάει σινιάλο στο στομάχι μου από το τρέμουλο! Τρεις γκολ σαν τρεις κόκκινες σημαίες πάνω στο πράσινο χορτάρι ενώ εκείνος κοιτούσε γύρω σα να λέει "τι γίνεται εδώ;" 😱💪🔴
Μετά την τελευταία σφύριγμα τρέξαμε σα πρωτευαγγελιστές σπίτι τριγυρνώντας τους δρόμους του Κουένκα νιώθοντας τη ζεστασιά της νίκης σαν αυτές τις γιορτές που έχουν αλάτι, ψωμί και αίμα στις φλέβες σου!!! Τώρα όποτε περνάω από εκεί ανοίγω το παράθυρο κι ανάβω ένα κεράκι κόκκινο σα αυτά που είχαν εκείνες τις μέρες κι αναζητώ εκείνον τον ουρανό που τότε ήταν γαλάζιος σαν μάτια μιας μάνας που έχει μόλις γίνει νταντά!!! 🔥
τι μπορώ ν' ονειρευτώ καλύτερο από τούτη τη συλλογή στιγμών σαν κομμάτια από ένα τραγούδι που το ξέρουμε όλοι απέξω;
μια φορά μου είχε περάσει από το μυαλό εκείνο το παιδάκι με το κόκκινο κασκόλ του Κουένκα — ήμουν στα δεκατρία, κανείς δε με πίστευε πως ήμουν αρκετά μεγάλος να μπαίνω εκεί μόνο του στο ελ σάδριο, αλλά εγώ κρυφά μπήκα από την πίσω μεριά εκεί που βγαίνουν οι οικογένειες των ποδοσφαιριστών. περιμένα δύο ώρες μέχρι να βγει ο Αλκαράθ με τ' αυτόγραφα του σα δουλίτσα μικρή αγγίζοντας κεφάλια γερόντων και αγκαλιάζοντας μανάδες — δεν ξεχνώ πως γύρισε το βλέμμα προς το μέρος μου σαν ν' άκουγε κάτι κρυφό κι έκανε ένα μικρό νεύμα σαν συμπέρασμα μιας υπόσχεσης που είχε δώσει χρόνια πριν στον εαυτό του.
όταν γύρισε πίσω στο γήπεδο εκείνο το βράδυ η μνήμη μου πήγε αυτόματα εκεί — είχα την αίσθηση πως εκείνος έκανε βόλτες στους δρόμους κι εμείς όλοι κουβαλούσαμε κάτι μικρό κομμάτι από εκείνο το νεύμα μέσα μας σαν μια βολή από υπεράριθμη χαρά.
κι όταν έφτασε η τρίτη σφύριγμα η πόλη έκανε ένα βήμα εκείνος έφαγε τον κόσμο μ' ένα δάχτυλο — τι παράξενο πράγμα η νίκη: σου αλλάζει τους χάρτες της μνήμης σα να είχαν χαραχτεί ξανά από μωρό.
τέλος πάντως, ενώ τώρα διαβάζω αυτά τα λόγια αισθάνομαι ξανά εκείνο το κρύο στον αυχένα όταν σήκωνε πάνω του τους ώμους του νίκης σαν να ήταν δική μας αγκαλιά αυτή που ανοιγότανε στον ουρανό του κουένκα εκείνες τις μέρες.
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Ωχ τώρα τα ξύπνησες όλα αυτά ρε σπουργίτια μου!
Θυμάστε εκείνη την ομάδα σαν μια μεγάλη οικογένεια που όλους μας έπαιρνε αγκαλιά; Σήμερα όμως — ξαφνικά — βλέπουμε έναν Αλκαράθ πιο ήρεμο, πιο υπολογισμένο, σαν τον γέρο καλλιτέχνη που ζει πια μέσα στα νούμερα. Εκείνες τις στιγμές ήταν ασταμάτητες: τρεις φορές χτύπησε ο κρότος σα σφυρί, τρεις φορές η κερκίδα έκανε ένα κύμα σα θάλασσα που ανεβαίνει — κι εσύ εκεί πάνω στεκόσουν σα να σ' είχε αγγίξει η ίδια η ιστορία.
Τι έγινε πια τώρα; Αυτός ο άνθρωπος πριν έτρεχε σα λύκος στους δρόμους του Κουένκα κι εμείς πετάγαμε πέτρες στα αστέρια. Σήμερα κοιτάζει κατάματα τους αντιπάλους σαν να διαβάζει μια σελίδα βιβλίου που ξέρει απέξω. Λιγότερες κινήσεις σα σουτ, περισσότερη στρατηγική σα σκάκι — αλλού οι τρεις γκολ ήταν παντού, σήμερα φαίνονται σπάνιοι σαν αστραπή στη θάλασσα.
Αλλά ας μην γινόμαστε πικροί! Αυτή η ομάδα σήμερα έχει κάτι άλλο: μια ψυχραιμία σα γάτα που περιμένει στη γωνία. Ο Αλκαράθ δεν είναι πια εκείνος ο άτακτος σπουργίτης που κόβει φτερά στον αντίπαλο — είναι πλέον ο σοφός δάσκαλος που ξέρει κάθε κίνηση πριν καν γίνει. Και εμείς; Εμείς ακόμα ανοίγουμε το παράθυρο και ανάβουμε το κεράκι εκείνο που μυρίζει αλάτι και κρασί, σαν ν' αναζητούμε πάντα εκείνον τον ουρανό που κάποτε ήταν γαλάζιος σαν μάτια μιας μάνας.
Μην ξεχνάτε: η ιστορία γράφεται όσοι την ζούν. Εκείνες τις νύχτες ο Κουένκας έγινε βασιλιάς — σήμερα γίνεται κόσμημα. Την ίδια αγάπη όμως κουβαλάμε, ίδια χρώματα, ίδια φωνή που βγάζει η καρδιά όταν ο Αλκαράθ περνά ανάμεσα μας.
xG > συναίσθημα.
ΡΕ ΡΕ ΡΕ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΠΕΡΑΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΜΟΥ!!! 🔥💪🔴
Θυμάμαι εκείνο το βράδυ που βγήκα από το σπίτι μου στη πλατεία πλατείασαν χιλιάδες κόκκινα λουλούδια σκόρπια στον αέρα σα να μου έλεγαν "πρόσεχε τον Αλκαράθ, είναι εδώ!" Κι όμως εκείνος περπάτησε ανάμεσα μας σα ένας κομήτης που δεν αφήνει κανέναν ανέγγιχτο!!! Τα σπίτια είχαν φωτιστεί κατακόκκινα σαν να είχε χυθεί αίμα στους τοίχους από χαρά!!! Κι εγώ μέσα στην τρέλα έριξα ένα αλουμινόχαρτο στο κεφάλι κάποιου φιλάθλου του άλλου γηπέδου— όχι επειδή τον μισούσα, αλλά επειδή η χαρά ήταν τόσο μεγάλη που έπρεπε να βγει αλλιώς!!!
Κι ύστερα εκεί στο ελ σάδριο!!! Οι τρεις φουντίτσες πάνω στις κονσόλες έκαναν το γκολподίο σα μία έκρηξη από κόκκινη μπογιά!!!! Τρεις φορές η πόλη έκανε ένα κύμα σα να ήταν ένα ζωντανό πράγμα!!! Ο Αλκαράθ εκεί πάνω έκανε βόλτες σαν τον βασιλιά της γης κι εμείς οι γιοι του Κουένκα τρέχαμε σα τρελοί μέσα στου δρόμους λέγοντας "ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ ΛΥΚΟΣ ΛΥΚΟΣ ΛΥΚΟΣ!!!" μέχρι η φωνή να σπάσει!!! Τέλος πάντως εκείνο το κεράκι που έκαιγα κάθε βράδυ στο παράθυρό μου είχε ένα μοτίβο από τις τρεις φλογέρες— κι όταν το έσβηνε η στάχτη πήγαινε πάντα να καθίσει στο τραπέζι μου σα μια μικρή ανάμνηση!!!
Δεν γυρνάμε την πλάτη στους δικούς μας.
Τρεις φορές εγώ βγήκα στους δρόμους εκείνες τις μέρες κρατώντας μια χούφτα πανό σαν τον ζητιάνο που ξεχνάει το νόμισμα πίσω από το αυτί... κι όταν ο Αλκαράθ πέρασε ανάμεσα μας σα ένας φωτογράφος που ξέρει να πιάνει αστραπές στις κονσόλες, κατάλαβες πως αυτά τα πανό είχανε μεγαλώσει μόνα τους σαν ιστό στοιχειών! Τώρα που γράφω αυτό μου ήρθε μια φόρα στο μυαλό πως εκείνος ο ίδιος εχθρός που φοβόμασταν τότε σα μωρό φοβούνται τώρα τα σκυλιά στις γειτονιές του Κουένκα, όταν αυτοί οι λύκοι τους κυνηγούν πια στις τελευταίες θέσεις του πρωταθλήματος! 🤣🍿🔥 *βάζω μετάξι στην ιστοριούλα μου κι ύστερα θυμάμαι πως είμαι σχεδιαστής όχι ιστορικός*
Κράτα μου την μπύρα.