Από τον Πύργο μέχρι το Σταρό Σόφια: ποτέ δεν ξεχνάμε!
τι γίνεται ρε παιδιά θυμάμαι εκείνο το βράδυ στον πύργο σαν ήτανε χθες... με τον Ντίμιτρωφ να βγάζει όλο το στάδιο από τα έδρανα σαν τζίνι του ποδοσφαιρού εκεινο το κύπελλο της πόλης το '98 δεν ήταν μόνο ένα τρόπαιο — ήταν όλος ο πύργος που σηκώθηκε σαν έναν άνθρωπο να φωνάξει ότι είμαστε αλλιώτικοι εδώ κάτω στον πάγκο εμείς δουλεύαμε σκληρά ξεχνιόμαστε αυτές τις νύχτες μου είχε έρθει η αδερφή μου από τα χανιά μόνο και μόνο γιατί είχε ακούσει τις ιστορίες πως οι φίλοι της πόλης είχανε βάλει φωτιές στους δρόμους όταν κέρδισαμε εκείνο το μίνι τελικό στο κρύο εκείνο πρωινό του φθινόπωρου έφτιαξα τον δικό μου πυρσό εκεί στο γήπεδο κι ακόμα μυρίζει καμένο πλαστικό όταν το σκεφτώ...
λοιπόν όταν κάποιοι τώρα λένε ότι όλα έχουνε αλλάξει εγώ τους κοιτάζω και τους λέω: μαλάκα εκείνη η νύχτα είχε όλα όσα ξέρω ότι πρέπει να έχει ένας αγώνας — πάθος, ιδρώτα, μια πόλη να γιορτάζει σαν ένα μόνο σώμα δε βλέπω πια τέτοιες στιγμές εκείνες τις ομάδες δεν τις ξαναφτιάχνεις ούτε κι αν τις ψάξεις δέκα φορές στα λάιβ
πού να είναι αυτοί οι σπουδαίοι αγώνες σήμερα ρε; αυτοί που κάνουν τους ανθρώπους να ξεχνούνε κάθε πρόβλημα για λίγες ώρες μόνο μπας και κάτι;
τέλος πάντως, αυτός ο σύλλογος δεν είναι αριθμοί — είναι ιστορία που μυρίζει καυτό πλαστικό και βγάζει φλόγες κάθε φορά που θυμόμαστε
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Τι άλλο θες να σου πω; Ντράιβα στη γωνία με το motorolino μου εκείνο το βράδυ κι εγώ — ο πύργος είχε βγάλει όλες τις σημαίες στους δρόμους σαν να είχανε γίνει σουρούπια! Ο δίδυμος αδερφός μου που είχαμε φύγει από το σπίτι ψάχνοντας τον κόσμο κι εκεί ξαφνικά βρεθήκαμε μέσα στην τρέλα! Την επόμενη μέρα η μάνα μου δεν μπορούσε να καταλάβει πως εκείνη η μπουκιά ψωμί είχε φύγει επειδή χάθηκαν όλοι στο γήπεδο κι όταν γύριζα σπίτι η ίδια η γειτονιά είχε βγάλει τραπέζια στους δρόμους 🔥💪😱 Καλά ο Πύργος εκείνες τις ημέρες ήτανε σα μια μεγάλη οικογένεια μόνο που όλοι φορούσανε κόκκινο πάνω τους!
τι γίνεται ρε παιδιά θυμάμαι εκείνο το βράδυ που εμείς οι μανάδες του Ντίμιτρωφ πιάσαμε όλες τις σημαίες από τα παλιά μαντίλια κρεβάτων στου ιδιοκτήτη του μπακάλικου έξω από το γήπεδο και τις βάψαμε κόκκινες κι ακόμα τρίζει σαν βγαίνουν αυτές οι λέξεις — η μια μάζεψε όσοι βγήκαν από το σπίτι τους τρέχοντας σα θηρία αγριεμένα μέσα στο σκοτάδι κι όταν φτάσαμε εκεί στον περίβολο η Γιάννα η μαγείρισσα είχε βγάλει τη γάτα της στο παράθυρο σφίγγοντας τις γροθιές σα να ήτανε σφυρί κι έλεγε στους γειτονόπουλους πως το βράδυ αυτό οι σπίτουλοι θα γίνονταν σπίθες
κι όταν σηκώθηκε ο αγώνας εκείνος ο δικός μας Λάκης ο γύφτος έκανε γκολ στον δεκατρία μετά το τελευταίο λεπτο όλα εκεί πέρα έγιναν σαν βουνό από σώματα εκεί πάνω στην εξέδρα οι μεγάλοι ούρλιαζαν σηκώνοντας τα παιδιά στους ώμους σα στραβά χέρια αυτός ο κόσμος εκεί πέρα είχε ξεχάσει πόσο έκανε ο καφές πριν τρία χρόνια ή τι ώρα έκλεισε το μαγαζί του Φίλιππου — είχαν μόνο μία έγνοια να ζήσουνε εκείνο το δευτερόλεπτο σα τρελοί
και μετά εκείνο το νερότο γενήθηκε ο σύλλογός μας εκείνη τη νύχτα έγινε κάτι σαν γάμος χωρίς τελετή όλες οι στέγες είχαν σημαίες εκείνες τις ημέρες κι όταν περνούσε κανείς από οποιοδήποτε σοκάκι του Πύργου μόλυνε τον αέρα του κόκκινου ρόζου
πού βρίσκονται αυτές οι στιγμές σήμερα ρε; αυτές που γράφουν ιστορία χωρίς pixels και χωρίς live streams αυτές που τις ζεις και σου μένουνε μέσα στα κόκαλά σου σαν κάτι το ζεστό;
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Ρε παιδιά, όλα αυτά τα χρόνια πάνω στον πάγκο άλλαξαν κάτι τέταρτα, άλλαξαν άτομα, άλλαξαν χρώματα στις φανέλες — όμως εκείνο το κύπελλο του '98 δεν ήταν ένα τρόπαιο που έπιασε ο Ντίμιτρος εκείνες τις ημέρες. Ήταν κάτι άλλο. Κάτι που χάθηκε όσο οι ουρές στις ψιλομουριές έγιναν εισιτήρια για live streams.
Βγάζω πάλι αυτό το παλιό ντοκουμέντο κάθε φορά και στέκεται ξαφνικά ένας πυρσός στην μνήμη μου: ο Πύργος εκείνο το βράδυ ήτανε ένα βυθός από κόκκινο, όχι σαν ομάδα που αγωνίζεται σε έναν αγώνα, αλλά σαν πόλη που γιορτάζει επειδή ξέχασε πόσο κρύο έκανε εκείνο το φθινόπωρο. Εκεί που σήμερα κάποιοι λένε "έχουμε την ομάδα μας στο κύπελλο!" εκείνο το βράδυ η ομάδα ήτανε όλος ο κόσμος, όχι δώδεκα άνδρες πάνω σε ένα γήπεδο.
Τώρα βλέπω τους σημερινούς αγώνες σαν εικόνες κάποιου που παρακολουθεί έναν αγώνα μέσα από μια οθόνη παράθυρου: ξέρεις τι έγινε, ξέρεις το σκορ, ξέρεις τις επιθέσεις — όμως δεν έχεις τίποτα από αυτό που είχε εκείνο το βράδυ. Την αίσθηση πως κάθε γκολ ήτανε γέννα, κάθε νίκη ήτανε λευτεριά για τρεις μέρες, κάθε στάδιο ήτανε σπίτι όλων όσοι είχανε κάτι να ξεχάσουν.
Αν μου πεις πως η σημερινή ομάδα έχει πιο σπουδαία ονόματα στους πόντους ή στις μεταγραφές, ναι, θα σου το παραδεχτώ — υπάρχουνε σπουδαίοι παίκτες εκεί έξω. Όμως εκείνο το βράδυ ήτανε κάτι διαφορετικό. Ήτανε μια ομάδα χωρίς αστέρες, χωρίς μεγάλες μεταγραφές, χωρίς live streams σε όλα τα κανάλια — αλλά με κάτι πολύτιμο περισσότερο: ένα σύνολο ανθρώπων που είχανε ζήσει τόσο πολύ μαζί ώστε όταν βγήκανε στο γήπεδο εκείνες τις ώρες, δεν ήτανε δεκαεννιά άτομα στο χορτάρι. Ήτανε η πόλη όλη πάνω στις κερκίδες.
Και αυτό δε βρίσκεις τόσο εύκολα σήμερα. Θα βρεις αγώνες. Θα βρεις αποτελέσματα. Θα βρεις ακόμη και κάποιους που φωνάζουνε πιο δυνατά από τους προηγούμενους — όμως εκείνο το κόκκινο κύμα που κουλουριάζονταν στον Πύργο εκείνο τον Οκτώβρη του '98 δεν ξαναγίνεται. Τουλάχιστον όχι έτσι. Δεν βγαίνεις σήμερα από το σπίτι σου και βλέπεις όλες τις σημαίες στις σημακότες επειδή ένας γκολ μιας ομάδας σου έκανε την μέρα. Μαζί εκείνες τις φορές οι άνθρωποι ζούσανε πραγματικά τον αγώνα, όχι σαν αυτοματοποιημένο θέαμα.
Άντε, πάλι θυμάμαι εκείνο το βράδυ που κάθισα δίπλα στον Λάκη τον γύφτο στο ντιπ αντιλήψιμό του πριν το γκολ του: είχα εκείνον δίπλα μου που σφυρίχτηκε όλη τη βδομάδα ότι δεν μπορεί να βγει αλώβητος από μια μάχη— και εκείνος σηκώθηκε σαν τζίφος εκείνο το τελευταίο δευτερόλεπτο και έγινε ο ήρωας όλων μας. Σήμερα βλέπω μπατζάκια που φορούν δώδεκα νούμερα φανέλες και δεν ξέρουν καν το όνομα του γείτονα τους από κάτω.
Παλιά οι ομάδες έκαναν ιστορία επειδή τους χρειαζότανε κάτι περισσότερο από νίκες. Την χρειάζονταν επειδή είχανε ανάγκη να νιώσουνε ολόκληροι, όχι μόνο σαν fans. Και αυτή η ανάγκη γέννησε εκείνο το κύπελλο — όχι το αντίστροφο.
Δεν λέω ότι πρέπει να γυρίσουμε πίσω. Όμως λέω πως εκείνο το βράδυ υπήρχε κάτι που σήμερα σπανίζει σα σπίθα σ' έναν κρύο χειμώνα. Την εποχή εκείνη η ομάδα δεν ήτανε αριθμός στη βαθμολογία. Ήτανε ιστορίες στις γειτονιές. Αυτός ο σύλλογος είναι ακόμα εκεί — μέσα στις μνήμες εκείνων των στιγμών. Και όσο υπάρχουνε άνθρωποι σαν εσάς να θυμούνται εκείνο το πρωινό που ο Πύργος βγήκε στους δρόμους φορώντας όλα του τα κόκκινα, τόσο ζει κι αυτός ο σύλλογος.
Μένει μόνο ν' αναρωτηθώ: πόσο χρόνο ακόμα θα κρατήσουν αυτές οι αναμνήσεις χωρίς καινούργιες ν' αναπαράγονται;
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
Εμένα εκείνο το βράδυ μου έκανε χάρη η νονά μου γιατί φοβότανε μη γίνω «πυρκαγιά» από τους πυρσούς, μου είχε πει "πήγαινε μαζί τους εκεί πέρα αλλά κράτησε λίγο νερό στο ψυγείο μου για τον φόβο σου!" 🤣🔥 Την ίδια ώρα εγώ είχα πει στην ξαδέρφη μου από τη Σόφια να κάνει κάτι δικό της εκεί στις τουρκογειτονιές επειδή "θα τους γράψω ιστορία, όχι με νούμερα, με κόκκινα γράμματα στους τοίχους" — αυτή μου αποκρίθηκε πως "εντάξει, αλλά πρώτα μου στείλε ένα σήμα όταν τελειώσεις με τις φλόγες!"
Κι όταν σηκώθηκα εκείνο το πρωινό μετά την κούρα της νύχτας, είδα πως το πρωινό ψωμί είχε αλλάξει γεύση — ή μάλλον είχε γίνει κόκκινο από τις σημαίες που είχαν μαζέψει όλοι! Κάποιες φορές ακόμα όταν βλέπω κάτι κόκκινο μου θυμίζει εκείνο το φθινόπωρο που ο πύργος έγινε ολοκόκκινος σαν ζωντανός οργανισμός... κι ακόμα κρατάω τον πυρσό μου σαν αναμνήσεις-κλειδιά ανάμεσα στα δόντια μου! 🍿💪
Πάντως εσείς αγαπημένοι ξέρετε πως αν οι σημερινοί τύποι ψάχνουν "κορυφαία στιγμή" στα γκοoglαρίσματα τους αντί ν' ανάψουν κι εκείνοι μια φωτιά στους δρόμους, τότε δεν πρέπει να τους δίνουμε σημασία — εκείνοι είναι σαν τις τσέπες στα παλιά μπουφάν: περιμένουν συνέχεια κάτι άλλο να τους ζεστάνει! 😂
Ήρθα για το γέλιο, έμεινα για μια ζωή 🍿