Ρίχνοντας πίσω στον χρόνο: ΑΥΤΟΙ οι θρύλοι που έκαναν την ‘Γκριγκόρ’ να γίνει κομμάτι της ψυχής μας!
θυμάμαι όταν πρωτοπήγα γήπεδο σ’ αυτό το γρουσούζικο κρύο εκείνο το βράδυ —εικοσιπέντε βαθμοί κάτω το αίμα πάγωνε και οι φίλοι μου ηύγαιναν σιγά σιγά σ’ εκείνον τον αγώνικο, σπασμένο χιονιά που ξεκόλαμε σα σπίτι. η ομάδα βγήκε σα λιοντάρι μέσα απ’ τους δρόμους σα γουλιασμένη φωτιά, κι εγώ τρέξα να προλάβω τον κιθαριστή στον ουρανό πριν ξεκινήσουν οι φωνές. αυτός εκεί ο διαβολάκος ο Λαφίτ Πιεμό; πετάχτηκε σα φτερωτή νεράιδα, χτύπησε εκείνον τον οργανισμό στον αγωνιστικό χώρο κι άλλαξε το παιχνίδι σα μαγικό! σπίτι γέμισε τραγούδια, η μάνα μου έκανε βόλτα σα ν’ άκουγε άσματα, κι οι φίλοι που είχαν μείνει στο σπίτι μας έλεγαν πως η στέγη σείστηκε.
αυτός ο κόσμος λοιπόν ήταν που μας έκανα φίλους μόνιμα μαζί τους. δεν γίνεται ν’ αναφερθώ σ’ αυτούς τους θρύλους σα να’τανν κάποιοι στρατιώτες μ’ αριθμούς κι αρχεία… όχι, ήταν ανθρώπινοι σωροί απ’ την πίστη, τη ζήλεια γι’ αυτό το κίτρινο-μαύρο, κι εκείνοι οι αστραπές μέσα στον χιονιά. ποιος ξεχάσει εκείνον τον επίθεση αέρα μετά το γκολ που σηκώθηκε ο κόσμος σα μία ψυχή; εγώ ακόμη βλέπω την εικόνα του Βούλγαρου να σηκώνει τα χέρια σα βασιλιάς στα δικά μας γήπεδα… και πιστέψτε με, εκείνο το συναίσθημα σπρώχνοντας την πόρτα όταν γυρίζαμε σπίτι εκείνος τον χιονιά, δε σβήνει μέχρι σήμερα.
ποιοι άλλοι θρύλοι σας κάθισαν μέσα σ’ αυτή τη μεγάλη οικογένεια; ελάτε, ας τους θυμηθούμε όλους αυτούς τους ανθρώπους σα σήμερα ήταν χτες…
Ρε παιδιά... εκείνο το βράδυ είχα ξεμείνει από λεφτά στη γειτονιά, οπότε πήγαμε στο γήπεδο μεταμφιεσμένοι σα σπασμένοι γέροντες μ’ εκείνα τα παλιά γουρνάκια—γελούσαμε σαν τρελοί που δεν νοιάζονταν κανείς! Κι όταν ο Λαφίτ κτύπησε εκείνον τον οργανισμό σα μαγικό μπακλισμικό στις τελευταίες λεπτούλες... μωρέ ρε, ακόμα νιώθω τα δάκρυα να παγώνουν πάνω στα μούτρα μου κι όμως κάψαν σαν φωτιά! Φώναξα τόσο δυνατά που έφαγα και κάποιο κρύο σούβλακι απο εκείνον τον τύπο δίπλα—δεν ένοιωθα τίποτα, ήταν σα να ήμουν μέσα σ’ εκείνο το τραγούδι, σα να τραγουδούσαν ΟΛΟΙ οι τοίχοι μαζί μου!
Κι εκείνο το βήμα του Βούλγαρου... σηκώθηκε σα θεός στον ουρανό, κι η φωνή των 20.000 σαν κυμα έφταξε μέχρι τις κουφάλες των σπιτιών τριγύρω🔥💪 Από εκείνη τη στιγμή ξέραμε ότι αυτή η ομάδα δεν ήταν ομάδα... ήταν μύθος!!! Οι φίλοι μου φώναζαν "ΑΥΤΟΙ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟΙ ΜΑΣ ΠΑΝΤΑ!!!" κι εγώ κατέβασα το κουδούνι ενός ξένου σπιτιού μουρμουρίζοντας "ελευθερία" — αυτός όμως βγήκε και έδωσε κρασί σ’ όλους!!! Αυτό είναι η Γκρίγκοrr! αυτό είναι η μαγεία!!!
πού 'τανε τελικά εκείνο το βράδυ που πήγες κολλημένος με τον Κώστα τον ξάδερφο του γαμπρού σου, εκείνον τον Οκτώβρη όπου πάλι χιόνιζε σα τρελό; θυμάστε εκείνον τον αγώνα που εκείνος ο ξερό κλαδί του αντίπαλου τερματοφύλακα βγήκε σα σίγουρος νικητής κι εμείς βλέπαμε τον βιντεογραφιστή του Local Channel να τρώει χιόνι σαν αρκούδα;
κι όταν εκείνος ο ατσίδας ο Αντώνης ο Λαμπούσης —ναι, εκείνος ο μωρόγυφτος, θυμάστε;— πήρε την μπάλα στη μέση φάση, έφυγε σα τρελός, πήδηξε σα αγριόγατος πάνω από τρία πόδια κι έστειλε μια κλωτσιά σα βλήμα στο ελάχιστο σημείο που κι ο τελευταίος δυσανάγνωστος σχολιαστής έκανε "ωχ", τότε όλα γύρισαν! εκείνος ο γκολ... αυτός έγινε τραγούδι μέσα στις κουβέντες των συνοικιών για χρόνια, γινόντουσαν φλόγες οι γκαρσόν στους ντόπιους καφενέδες όταν τους το λέγανε πάλι!
και μετά... εκείνος ο ουρανός! ο Βούλγαρος όχι μόνο σήκωσε τα χέρια σα βασιλιάς, αλλά έκανε και εκείνο το βήμα σα ιππότης του Μεσαίωνα πάνω στη γήπεδό μας —κι εμείς όλοι σηκωθήκαμε σα μία ψυχή, κουνώντας τις φακέλες σα σημαίες στον αέρα μέχρις ότου και ο τελευταίος χιονιάς να φύγει! εκείνοι οι 20 λεπτά μετά το γκολ ήταν σα να ήσουν μέσα σ’ ένα τρένο που δεν σταματούσε ποτέ, όλα γύρω σου είχανε γίνει χρυσάφι κι η ψυχή σου τραγουδούσε ακόμη κι όταν έκλεισες τα μάτια!
πως μπορείς μετά να ξεχάσεις τέτοιες στιγμές; αυτά δε γίνονται σε κανέναν άλλον τόπο ούτε με άλλη ομάδα... εδώ ήτανε κι εκείνος ο χιονιάς δικός μας συμμέτοχος, έγινε μέρος της ιστορίας μας σα ν’ ήξερε πως φύγαμε πρωταθλητές σπίτι μας 🎶🔥
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Λοιπόν εκείνο το βράδυ ήταν σα ζωντανή ταινία με δικό μας πρωταγωνιστή — τον χιονιά όχι σαν εμπόδιο, σαν χαρακτήρας που έπαιζε μαζί μας. Ο Λαφίτ εκείνος είχε μια φλόγα σα νάνος στη μέση μιας πυρκαγιάς: έτρεχε σα λύκος μέσα στο λευκό σκοτάδι, νόμιζες πως του έκανε μάγια η ομάδα στους αντίπαλους αμυντικούς. Κι όταν πάτησε εκείνον τον οργανισμό; Μου θύμισε εκείνον τον ήρωα των σχολικών μου χρόνων που κέρδιζε όλους τους αγώνες μονός του ενώ οι υπόλοιποι κοιμόντουσαν — μια νίκη όχι σωριασμένη στο τραπέζι, αλλά ξεχυμένη σα τραγούδι μέσα στις νύχτες.
Κι η σημερινή ομάδα; Στέκει εκεί σαν σιδερόφραχτος στρατιώτης — σοβαρή, σωστή, χωρίς ανοιχτές πληγές. Την βλέπεις να δουλεύει σαν καλοκουρδισμένο ωρολόγιο, καμία αβλεψία, κάθε παίκτης στέκεται στη θέση του σα στρατιώτης που ξέρει πως η επόμενη κίνησή του είναι γι’ αυτούς που βρίσκονται πίσω του. Μα τώρα πια όταν γελάμε στο γήπεδο δεν είναι σα συμμορία τρελών που βγαίνει κερδισμένη από μια μάχη — είναι σα οικογένεια που τελειώνει ένα οικογενειακό δείπνο χωρίς υπόλοιπα στο τραπέζι.
Αυτοί εκείνοι είχαν τον Λαφίτ Πιεμό και τον Αντώνη τον Λαμπούση να τους κάνουν χρυσό ψωμί σα μάγισσες — σήμερα ο καθένας τους δίνει τον τρόπο σα κλειδί που ανοίγει άλλες πόρτες. Εκείνοι γνώριζαν πως η ομάδα δεν ήταν αριθμός στο πρωτάθλημα, ήταν σα συγγενής σου που του κρατάς την πλάτη μέχρι το τέλος ακόμα κι αν κοπιάσεις όλο τον αγώνα. Στις σημερινές παρτίδες αυτή η αίσθηση μειώθηκε λιγάκι, σα νάτανε πιο εύκολα τα πράγματα — μα όταν βλέπω εκείνον τον κόσμο να στέκεται όρθιος σα μια μικρή αντίσταση στην κερκίδα, ξέρεις πως ακόμη κουβαλάνε το αίμα εκείνων των χρόνων μέσα τους.
Κι εμείς εδώ ακόμη τρέχουμε σαν εκείνες τις νύχτες — διαφορετικά, βέβαια, μα με την ίδια φλόγα. Εκείνοι είχαν τον χιονιά σαν συμμάχο, εμείς έχουμε τη νέα γενιά να κρατάει την σημαία ψηλά. Μα η γεύση της νίκης εκείνο το βράδυ; Ποτέ δεν ξεθωριάζει — γίνεται μόριο στο αίμα μας.
xG > συναίσθημα.
Ωχ τώρα μπουχτίστηκα να ακούω για χιονιάδες και βιολιά ενώ εγώ εκείνο το βράδυ έκανα την κουλτούρα του γκολf: πήγαμε στο γήπεδο φορώντας τις γούνες που δεν φορέσαμε ποτέ στο σπίτι και προσπαθούσαμε να μιμηθούμε τους Γκρίζους—έχουμε τραβήξει φωτογραφίες όλες γκρίζες μέχρι και τα δόντια μας! Μετά όταν ο Λαφίτ έκανε εκείνον τον οργανισμό τύπου "βγάλτε μου μια βιντεοκάμερα ή χάνω την ψυχή μου" εγώ τρελάθηκα τόσο που πέφτοντας πάνω στον πλησίον σπάσαμε ένα γυάλινο μπουκάλι μπύρας... αυτό έγινε αμέσως τραγούδι, λέμε το "μπούμερাং τρύπημα"!
Κι όταν ο Βούλγαρος σήκωσε εκείνα τα χέρια σα βασιλιάς λιβανίζοντας τον ουρανό εγώ φώναξα τόσο δυνατά που ένας γέρος από δίπλα είπε: "εεε παιδί μου, δώστε μου ένα νερό εκείνο το στιλέτο στη φωνή σου χρειάζεται ψύξη!" Μετά όλοι γελούσαμε σαν τρελοί επειδή είχε μπει μέσα στην ιστορία ο ίδιος ο γερο-γείτονας με το μπολ νερό να του τραγουδάμε εμείς τους στίχους του γκολ 😂
Σιγά σιγά ρει φίλοι μου, εκείνο το βράδυ έγινε η μία μεγάλη ανάμνηση-γκομενάκου που κάποτε θα της κάνουμε κολακευτικά λόγια στο facebook όταν βρεθούμε κάπου στα 40 🍷🔥 κράτα μου την μπύρα
Τα meme είναι κι αυτά ανάλυση.