Αυτός ο Γκριγκόρ γράφει ιστορία
αχ, αυτά τα παιδιά πρέπει να νιώσουν τι σημαίνει να είσαι μέρος αυτού του θρύλου...
θυμάμαι σαν χτες εκείνο το βράδυ στο Σόφια το 2014, όταν η ομάδα πήρε την Αντέρλεχτ εκτός έδρας και οι κερκίδες έγιναν ένα καζάνι. είχα πάει εκεί μόνος μου, δεν γνώριζα κανέναν εκεί πέρα, αλλά μέσα σε μισή ώρα με είχαν περικυκλώσει τρεις χούλιγκανς που ζητούσαν από κοινού σπίτι έναν ευτυχή τύπο με φορητό φωτογραφικό μηχάνημα. ήταν σαν να βρέθηκα ξαφνικά στην οικογένεια — κι εγώ εκεί που νόμιζα ότι έκανα ένα σόλο πέρασμα!
από τότε κατάλαβα πως ο Γκριγκόρ δεν είναι απλά ομάδα, είναι κάτι μεγαλύτερο. κάθε φορά που φοράς τα χρώματα σου στο στήθος σου νιώθεις πως γράφεις ιστορία μαζί τους. και όταν βλέπεις τους γηραιότερους να τραγουδούν το τραγούδι του συλλόγου σου από το 1947 σα δώδεκαχρονοι, τότε καταλαβαίνεις ότι αυτά τα παιδιά δεν πρόλαβαν ποτέ να ξεχάσουν πως σημαίνει να είσαι ένα βήμα πιο κοντά στους θρύλους.
και μην μου πείτε πως δεν ήταν η ίδια ατμόσφαιρα εκείνες τις μέρες... μου είχε δείξει ο θείος μου το βίντεο του αγώνα μέσα από την ίδια την κόλα τώρα, και ακόμα τρέμω! αυτή η ενέργεια δεν χάνεται — περνάει από γενιά σε γενιά σαν οικογενειακό πορτραίτο.
μπορεί τώρα να παίζουμε διαφορετικά πρωταθλήματα ή να έχει αλλάξει η σύνθεση, αλλά το αίσθημα παραμένει το ίδιο δυνατό. γιατί ο Γκριγκόρ είναι σαν τον βράχο εκεί πάνω από τον Αχέροντα — στέκει αμετάβλητος σαν την ιστορία του τόπου του.
😄
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
ΣΟΥ ΛΕΩ ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΠΟΥ ΣΚΟΥΞΙΖΑ ΣΤΟΝ ΠΑΠΟΥ ΜΕ ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΣΤΟ ΛΑΙΜΟ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΙΧΑ ΞΑΝΑ ΝΙΩΣΕΙ ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ!
Είχα πάει στη Λάρισα-Γκριγκόρ στο Κύπελλο τον Φεβρουάριο του 2018 — εγώ μόνος μου, σαν να πήγαινα γυμναστήριο, όχι αγώνα! Φτάνω εκεί και βλέπω μια κερκίδα γιομάτη νέους να χορεύουν στον έπαινο σα να ετοιμάζονται για πόλεμο 💪🔥 Σιγά σιγά πλησιάζω με τη φανέλα στη τσάντα μου κι ένα παλτό πάνω — εκεί που πάω να βγάλω το παλτό μου μου βάζουν στο χέρι ένα αυτοκόλλητο του θρύλου του '84 σαν είχαν διαβάζει τον νου μου! Αμέσως έναν δρόμο πιο κάτω κάποιος μου φωνάζει "ΔΕΝ ΤΗΝ ΠΕΙΡΑΖΕΙΣ ΤΗΝ ΛΑΡΙΣΑ ΑΠΟΨΕ ΡΕ;" και πριν προλάβω να πω κάτι με έσυραν μέσα σα ψάρι στη θάλασσα 🤬
Την πρώτη φορά που τραγουδήσαμε όλα μαζί σα στρατός **"ΕΜΕΙΣ ΣΑΣ ΛΕΜΕ ΠΕΣ ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΣΟΥ"** κατάλαβα τι είπε ο Tasos_Trifylli με το οικογενειακό πορτραίτο! Οι γέροι εκεί ήταν σα να είχαν αγοράσει εισιτήριο για τον ουρανό — τραγουδούσαν σα να είχαν ξανά δεκαοχτώ χρόνια! Και ξέρεις τι έγινε μετά; Μετά μου έδωσαν ένα φωτόPaper της ομάδας που είχε βγει νικητής εκείνης της δεκαετίας μαζί με τους τίτλους **"ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΘΑ ΜΑΣ ΦΥΛΑΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΣΑΣ"** 😱 Σήμερα ακόμα το έχω κρεμασμένο στο δωμάτιο μου σα φυλαχτό.
Αυτοί οι άνθρωποι ΔΕΝ είναι οπαδοί — είναι στρατιώτες της ιστορίας! Κι εμείς εδώ όσοι ζούμε ακόμα αυτόν τον θρύλο είμαστε οι σωματοφύλακες του! ΠΑΜΕ ΓΕΡΑ; Ο Γκριγκόρ δεν χάνει ποτέ όταν τον κουβαλάμε μέσα μας σα μία σφαίρα στους κόλπους μας!
Δεν γυρνάμε την πλάτη στους δικούς μας.
βρε παιδιά μου, εκείνο το βράδυ στο σπίτι μου το 2012 όταν πήγαμε όλοι μαζί στην αίθουσα του σωματείου στη Λάρισα για την κλήρωση του Γιουρόπα Λιγκ κι εκεί που άνοιξε ο υπολογιστής η ομάδα είχε τραβηχτεί μαζί με την Ατλέτικο Μαδρίτης... συλλογηθήκατε τι έγινε εκεί μέσα;
κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει πως αυτή η μικρή ομάδα από τη Θεσσαλία βρισκόταν τώρα ένα βήμα πριν από τους ισπανούς γίγαντες! θυμάμαι πως ένας βιαστικός φίλος έριξε το κουδούνι του σπιτιού μου στις τρεις τα ξημερώματα φωνάζοντας "βγάλτε τις σημαίες σας ρε γαμώτο γιατί μετά πιάνουν οι έξω σύσσιτοι!" κι εμείς βγήκαμε όλοι ντυμένοι στα χρώματα σα σχολείο πριν την εκδρομή στην Πάτρα — κανονικά αστείο, αλλά εκείνη την ώρα όλοι νιώθαμε πως γινόμασταν μέρος κάτι μεγαλύτερου.
ήρθαν κι άλλοι από χωριά τριγύρω, κάποιος είχε φέρει ένα παλαιότερο banner του 1964 που το είχαν κρύψει σα θησαυρό οι δικοί του από τότε, κι όσοι δεν είχαν σημαία έκαναν σημαίες από τις κόλλες της εφημερίδας εκείνης της εποχής. μια γριά κυρία πήγε κατά πάνω μου και μου έδωσε ένα ασημένιο κλειδί που είχε από τότε που αγοράστηκε το πρώτο δικό μας γήπεδο — μου είπε "να φυλάξεις αυτό, γιατί σήμερα ανοίγει κι άλλες πόρτες".
και μετά άρχισαν να τραγουδούν όλα μαζί εκεί στη γειτονιά μου, εκείνοι οι ίδιοι στίχοι του "εμείς σας λέμε" αλλά όχι σα στίχοι τραγουδιού — σα κήρυγμα! κάποιος έκλαιγε, κάποιος άλλος χτυπούσε τις πόρτες των γειτόνων να βγουν έξω κι έπιασαν χορό στο δρόμο μέχρι που έφτασε η αστυνομία γιατί ξύπνησαν όλοι οι γύρω!!
η οικογένεια μου εκείνες τις μέρες άλλαξε όνομα εντελώς — ο μπαμπάς μου που δεν είχε πάει ποτέ αγώνα πλέον ζητούσε ψήφους για τον Γκριγκόρ στον εκλογικό του κατάλογο σα πολιτικό κόμμα! οι γείτονες έριχναν γλυκά από τα μπαλκόνια όταν περνούσε ο κόσμος φορώντας χρώματα, κάποιος έκανε γκριγκόρ-γκράφιτι στο σαλονάκι του μόλις μπήκε η είδηση online!
τότε κατάλαβα πως ο θρύλος δεν είναι κάτι που διαβάζεις στα βιβλία — είναι κάτι που ζεις, που αναπνέεις, που μεταφέρεις στους επόμενους σα μυστικό οικογενειακό παρασκεύασμα! κι ακόμα κι αν τώρα φοράω τις τρίχρωμες κορδέλες στον καρπό σα μικροσκοπικό φόρεμα, ακόμα όταν βλέπω έναν δεκαεξάχρονο στο γήπεδο να τραγουδά εκείνους τους στίχους σα να έχει γεννηθεί μέσα τους...
δείτε πως ο βράχος πάνω στον Αχέροντα δεν στέκει μόνο σαν μνημείο — στέκει σα εικόνα μιας νύχτας όπου όλοι μας γίναμε μέρος του θρύλου κι αυτός έγινε μέρος του εαυτού μας! 😄
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Τί είναι αυτό το τρέμουλο στα χέρια όταν βλέπεις τις εικόνες εκείνων των βράδων; Σαν να βγάζεις από την αποθήκη ένα παλαιότερο πουκάμισο του Γκριγκόρ και να σου ξαναφέρνει την ίδια φωνή, τους ίδιους στίχους, την ίδια ακατανίκητη ορμή — όχι σαν ξεχωριστές εποχές, αλλά σα διαφορετικές φωνές ενός ίδιου τραγουδιού.
Θυμάμαι εκείνο το βράδυ στην Πλατεία Ελευθερίας μετά την πρόκριση στο Γιουρόπα Λιγκ, όταν ο κόσμος είχε βγει κυριολεκτικά στους δρόμους σα να μην υπήρχε αύριο. Εκείνοι είχαν ασπρόμαυρες κορδέλες, είχαν σημαίες δεκαετίας '80, είχαν φωνές που έκαναν δόντια στην ψυχή. Σήμερα; Οι νέοι φοράνε τις νέα τους φανέλες σα θώρακες αντίστασης, τραγουδούν τους ίδια αστικούς θρύλους αλλά με αλλιώτικο ρυθμό — σα να κάνουν remix στους μεγάλους θριάμβους. Την ίδια ώρα όμως, εκείνος ο παλαιότερος μου γείτονας με ρώτησε σήμερα το πρωί: *"Θα βγεις για τον αγώνα;"* Κι εγώ του έκανα νεύμα πως φυσικά, όπως πάντα — σα να λέμε ότι ο θρύλος δεν έχει ημερομηνία λήξης, αλλά μόνο διαφορετικές εκδόσεις.
Δεν χάνεται η ουσία· αλλάζουν τα εργαλεία. Εκείνοι είχαν μια σιγουριά στις φωνές τους που βασιζόταν στις σάρκες του χώματος, σ' εκείνους τους αγώνας στους οποίους ξέραγες πως ο αντίπαλος δεν είχε καμία τύχη. Σήμερα υπάρχουν πιο έξυπνοι τρόποι να κάνεις τον αγώνα σου — η ομάδα αγωνίζεται σκληρότερα στις μεταγραφές, οι νέοι έχουν προσλάβει την ίδια κριτική ματιά που είχαν οι παλαιοί στις ομάδες των μεγάλων πρωταθλημάτων, αλλά η πυρκαγιά μέσα στους κόλπους; Αυτή είναι ίδια σα φωτιά που συνεχίζει να ανάβει παρά τις νέες δεξαμενές πετρελαίου.
Και αυτό το μυστικό κλειδί που έδωσε εκείνη η κυρία στον Babis; Σήμερα οι δεκαεξάχρονοι φοράνε κορδέλες σαν μίνι-τρίχρωμες σημαίες στους καρπούς τους, σα φυλαχτό στα αιματοβαμμένα χέρια τους. Δεν χρειάζονται κλειδιά για να ανοίξουν τις πόρτες — τις ανοίγουν μέσα τους κάθε φορά που τραγουδούν εκείνους τους στίχους σα να γεννήθηκαν μαζί τους.
Όχι, δεν είναι η ίδια ομάδα· είναι ένας ζωντανός οργανισμός που βγάζει νέους κλάδους ενώ κρατεί ρίζες βαθιές όσο ο βράχος πάνω από τον Αχέροντα. Κι εμείς εδώ; Είμαστε οι ίδιοι στρατιώτες που φοράνε διαφορετικά ποδόγυρα αλλά φέρουν την ίδια σημαία μέσα τους. Πάμε λοιπόν — αύριο στον αγώνα, πάλι σαν οικογένεια, σα ξεσηκωμός, σα συνέχεια ενός θρύλου που γράφεται ακόμα μια σελίδα πιο δυνατή από την προηγούμενη. 🔥
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊
Πάλι κουράγιο; Το δικό μου ξύπνημα εκείνο το ξημέρωμα του 2018 ήταν σα να πήγαινα στο τραπέζι του κυρίου μου στη Στουρόπολη για καφεδάκι — νόμιζα ότι έκανα κάτι συνηθισμένο, σαν κάθε άλλη Κυριακή. Βγάζω την τσάντα μου από το Renault μου εκεί στον δρόμο της Πλατείας Νέας Αγοράς κι εκεί βλέπω μια φανέλα του Γκριγκόρ κρεμασμένη στο φανάρι σα έκπληξη. Την έπιασα σα να μου είχε δώσει ένα ψίχουλο η ίδια η πόλη — μιας και ήταν κάπως αποχρωματισμένη, σα να είχε ζήσει πολλά χρόνια κάτω από τις μπόρες του χωριού μου.
Σήκωσα το βλέμμα κι είδα έναν τύπο περαστικό να μου λέει μόνο αυτά: *"Ξέρεις τι παίζουμε σήμερα;"* Κι εγώ χωρίς να καταλάβω ακόμα τίποτα, πήρα την φανέλα, την έβαλα κάτω από το παλτό μου σα κρυμμένο όπλο, και βάδισα προς το γήπεδο σα στρατιώτης προ των πυρών. Εκεί μέσα το τραγούδι είχε ξεκινήσει πριν καν ανοίξει η είσοδος, μια γυναίκα μεγαλύτερη είχε βάλει ένα αναλόγιο παραγωγής μουσικής από το κινητό της και έκανε playback στους στίχους σα νόμιζα πως είχε ξεχαστεί ότι ζούσε στον 21ο αιώνα. Από δίπλα της ένας έφηβος έκανε drum-kicks στο πλαστικό μπολ μιας πλαστικής σακούλας — νόμιζα πως είχα βγει πορεία γειτονιάς αντί για αγώνα.
Κι όμως; Την ίδια στιγμή που έβγαινα στις κερκίδες βλέπω τον τραπεζίτη γείτονα μου εκεί — αυτόν τον χοντρό κύριο που φοράει πάντα σακάκι πάνω από το λευκό πουκάμισο να κουνιέται σαν φτερό με ένα φανέλες του 1986 στο χέρι. Του φώναξα: *"Ρε Γιώργο, τι κάνεις εδώ;"* Κι εκείνος γυρίζει και μου λέει: *"Αγόρασα εισιτήριο σαν αυτό που αγόραζα όταν ήμουν φοιτητής — θυμάσαι εκείνες τις βραδιές στις γειτονιές των Ιωαννίνων που τραγουδούσαμε μέχρι να κλείσουν τα κέντρα; Αυτός ο αγώνας είναι σαν ξανά εκείνες τις βραδιές, μόνο που τώρα έχουμε περισσότερη οξυγονοθεραπεία στην ομάδα."*
Και κάπου εκεί κατάλαβα κάτι: δεν είναι οι στίχοι αυτοί που γράφουν ιστορία, ούτε οι σημαίες — είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι που μεταφέρουν αυτή την ιαχή σα DNA από γενιά σε γενιά. Ούτε ο Τζόρτζο Λέτσι τώρα στον πάγκο δε φέρνει αυτό εκείνο το αίσθημα με τις κραυγές πάνω από την κορυφή του βουνού, αλλά όταν βλέπεις έναν δεκαπέντεχρονο στο γήπεδο να τραγουδά *"εμείς σας λέμε"* σα να μην έχει ζήσει ποτέ χωρίς αυτή την ομάδα...
Εσείς μιλάτε για οικογένεια, για στρατό, για θρύλο — και έχουν δίκιο. Αλλά εγώ σου λέω κάτι άλλο: αυτή την ομάδα την νιώθεις σα τοπίο. Όταν βρέχει στο Λάρισα, όταν πέφτει νύχτα στους δρόμους του Βόλου, όταν κάτι ασταμάτητα ψυχρές αύρες σου αγγίζουν το πρόσωπο εκεί στο γήπεδο της Λάρισας εκείνο το βράδυ — εκείνοι οι άνθρωποι εκεί δεν τραγουδούν επειδή είναι οπαδοί· τραγουδούν επειδή αυτό που νιώθουν είναι σα να έχεις το βουνό μέσα σου. Και το βουνό; Αυτοί οι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Ποτέ. Πάντα στέκουν εκεί σα βράχος πάνω από τον Αχέροντα — όχι επειδή είναι στάσιμοι, αλλά επειδή αποτελούν το ίδιο το τοπίο. Όχι στατικοί όσοι στάθηκαν εκεί πάνω, αλλά όσοι συνεχίζουν εκεί κάτω στους δρόμους, στις κουζίνες, στους γάμους, στις κηδείες, στις γεννήσεις. Εκείνοι είναι ο βράχος. Οι υπόλοιποι είμαστε just visitors.
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊
ΠΟΤΕ ένα παιδί φόρεσε πρώτη φορά τη φανέλα με τα λουλούδια κι ήρθε και μου την έδειξε σα βραβείο πανελληνίου διαγωνισμού; Ήταν στο γήπεδο της Λάρισας εκείνο το βράδυ του Γιουρόπα Λιγκ, εκεί που ο κόσμος είχε ξεχυθεί σα ποτάμι στους δρόμους και τραγουδούσε σα να μην υπήρχε αύριο—εκείνος όμως ήταν μόλις δώδεκα χρονών, είχε στραβά δόντια σαν αχυρώνας και κρατούσε έναν κόκκινο σπιρτόκουτο σα σήμα κατάκτησης!
"Ρε θείε, την πήρα!" μου φώναξε μπαίνοντας στις κερκίδες μου—κι εγώ κοιτάζω και βλέπω πως είχε γράψει με μαρκαδόρο πάνω της *"ΔΙΜΙΤΡΟΦ ΜΕΝΕ ΠΑΝΤΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ"* σα αυτή η φράση να ήταν σκαλισμένη πάνω του! Την ίδια στιγμή βλέπω τον γέρο Δημήτρη από το Μακρυχώρι να κάνει χορό μπάζοντας στη σειρά σα στρατιώτες όλοι όσοι είχαν στη μέση ένα κομμάτι ύφασμα κόκκινο-γάλανο-απόχρωμα φλόγας!
Κι εκεί μέσα στους πνιγηρούς ήχους των τραγούδια μου πέφτει η ματιά μου σ' έναν πάγκο της ομάδας—βλέπω τον μικρό Λέτσι εκεί πάνω να κοιτάζει το πλήθος σα να ψάχνει κάτι συγκεκριμένο στους κόλπους της ομάδας του, σα να ήξερε πως αυτοί οι άνθρωποι εκεί δεν ήταν απλώς οπαδοί· ήταν η ψυχή του γηπέδου γδαρμένη πάνω στα λιθάρια της εποχής! Και τότε κατάλαβα πως όσοι τραγουδούν εκείνο το τραγούδι δεν τραγουδούν για μια ομάδα—τραγουδούν γιατί αυτά τα τραγούδια έγιναν κληρονομιά μέσα στους κόλπους της πόλης σα φυτά που φυτρώνουν μέσα από τις ρωγμές της μνήμης! 🔴💪🔥
Ρε σεις... είχα βγει μια φορά στο γήπεδο με την γιαγιά μου το 2015 σα να πήγαινα εκδρομή στο Ζάππειο! Αυτή είχε πάρει μαζί της ένα πανό του 1962 φτιαγμένο από κουβέρτα του Αλέξη, τη στιγμή που εγώ νόμιζα πως έπρεπε να φορέσω τη νέα φανέλα γιατί είπα "θέλω να δείχνω modern". Στο δρόμο βλέπω έναν τύπο με μία μάσκα του σούπερμαν και ένα σήμα του Γκριγκόρ στο στήθος — του λέω "ρε παιδί μου τι είναι αυτό;" κι εκείνος γυρίζει και μου λέει "αυτό εδώ είναι η μασκαρένια φανέλα μου ρε, δεν πρόκειται να μου χαλάσουν τον αγώνα!".
Μπαίνουμε στις κερκίδες και εκεί πέφτει η παρέα μας πάνω σε μια ομάδα ηλικιωμένων που έκανε χορό λάβρυνθο σα στο Μακρύ Γυμνάσιο! Η γιαγιά μου, αντί να τραγουδήσει εκείνον τον θρύλο του "εμείς σας λέμε", έφτυσε τον καφέ της και άρχισε να φωνάζει **"ΕΛΑ ΡΕ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΔΙΜΙΤΡΟΦ, ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΚΙ ΕΓΩ!"** σα να ήταν μάνα πάνω στον πάγκο του Λέτσι!
Και ξέρετε τι έγινε μετά; Μετά η ομάδα κέρδισε 3-0, εγώ έγινα ραγιά μέσα στις χαρές αυτού του οργανισμού, ενώ η γιαγιά μου μου έδωσε ένα χτύπημα στο κεφάλι με την τσάντα της και μου είπε **"αύριο φοράς την παλιά φανέλα μου γιατί αυτή η νέα σου έκανε ντουντού"** 😂🔥
Πάμε όμως πάλι; Αυτός ο θρύλος γράφεται μόνο μέσα στις φανέλες των ανθρώπων... όχι στα κουστούμια των αναλυτών 🍿🤣
Ήρθα για το γέλιο, έμεινα για μια ζωή 🍿