Όταν η πόλη σηκώθηκε όρθια μόνοι μας!
τι τέχνη λοιπόν αυτή η ανάμνηση να μου ξαναφέρνει το αίμα στις φλέβες πριν ακόμη αρχίσω να γράφω; πριν ακόμη γράψω το πρώτο μου λήμμα εδώ μέσα...
θυμάμαι εκείνον τον Σεπτέμβρη του '85, όταν η πόλη σηκώθηκε σαν ένας άνθρωπος μπροστά στο γήπεδο του Πατραϊκού και ζήτησε την ομάδα του πίσω στη μεγάλη κατηγορία. όχι μόνο δεκάδες άνθρωποι στις κερκίδες ήταν εκεί εκείνες τις ημέρες — ήταν ολόκληρη η Πάτρα που είχε γράψει στις ψυχές της με αίμα και φωσφορούχες μπογιές «ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΟΥΜΕ». κλαίγαμε πάνω στο χιόνι εκείνο το βράδυ όταν νικήσαμε την Καβάλα, όχι από συγκίνηση μόνο· ήταν η ελπίδα που σώθηκε εκείνη τη στιγμή κι έγινε παντού τραγούδι στους δρόμους. τρελά λοιπόν σήμερα, όταν βλέπω το όνομα του Ντιμιτρόφ να φέρνει ξανά αυτό το πνεύμα; κάποιοι νεότεροι δεν πρόλαβαν εκείνα τα χρόνια — κι όμως εκείνος ο κόσμος δεν σβήνει ποτέ από μέσα μας.
αυτά τα χρόνια μαζί με τη Γουέντυ μου πήγαμε πολλές φορές στις κερκίδες για να δούμε τους αγώνες, αλλά εκείνες τις ημέρες στεκόμασταν σαν οικογένεια δίπλα στους γηραιότερους οπαδούς, εκείνους που είχαν γράψει ιστορία χωρίς να το πολυνοιάζονται. όταν η ομάδα ξαναβγήκε στην Α' εθνική το '89, η Πάτρα ξέχασε να κοιμηθεί για τρεις ημέρες. τώρα λοιπόν, κάθε φορά που λένε πως είμαστε «από μικρότερη κατηγορία» — εγώ γελάω και τους θυμίζω πως οι σπουδαίοι αγώνες δεν γράφονται στα έγγραφα του πρωταθλήματος, αλλά στις καρδιές εκείνων που στάθηκαν όρθιοι όταν όλοι άλλοι είχαν πέσει.
εδώ είμαστε λοιπόν πάλι, όπως τότε — μόνος μας απέναντι στον κόσμο, αλλά με την ίδια φωτιά στην καρδιά. τέλος πάντως, ούτως ή άλλως αυτοί που ζουν εκείνα τα χρόνια δε θα τα αλλάζανε με τίποτα...
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
Δε ξέρω πώς να το πώ αλλιώς από το να σου γράψω πως εκείνο το βράδυ του Νοέμβρη του 1987 στεκόμουν πάνω στο υψωματάκι δίπλα στο γήπεδο κι έκανα βόλτα μαζί με τον θείο μου και τρεις φίλους από το σχολείο ΚΑΙ ολόκληρη η Πάτρα είχε γίνει ένα ποτάμι ανθρώπων που κρατούσαν σημαίες σβησμένες ακόμα, αλλά με λάμψη στα μάτια τους σαν να ήταν φωσφορούχες...
Ήμασταν εκεί για την κλήρωση του κυπέλλου... ΝΤΑΧΕΙ ρε!!! τρέχαμε σαν τρελοί στους δρόμους μετά που νικήσαμε με 2-1 εκείνο το γκρουπ του ΕΠΟ... Κι όταν γυρνάγαμε πίσω μέσα στο γήπεδο εκείνος ο γέροντας που κάθονταν πάντα στις κερκίδες έκανε ντου 이해할ει κοψίματα στο χέρι του κι άρχισε να γράφει στον τοίχο της κερκίδας μΕ ΑΙΜΑ "ΖΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΙΜΙΤΡΟΦ" 🔴🔥... Ολοι τότε σταθήκαμε σιωπηλοί... Μέχρι που ξεκίνησαν οι ουρές από φωνές κι έγινε ψαλμωδία...
Κι αυτό το πνεύμα σήμερα; ΟΤΑΝ ΒΛΕΠΩ ΤΟΝ ΝΤΙΜΙΤΡΟΦ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΥΣ ΠΡΩΤΑΘΛΗΜΑΤΙΚΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΣΑΝ ΤΟΤΕ;;;; Δε λέω τίποτα... ΦΤΑΙΕΙ!
Μια ομάδα, μια ζωή ❤️
τι τέχνη κι αυτή που κανείς δεν σου την μαθαίνει; εγώ εκείνες τις ημέρες ήμουν υπόχρεος στους μεγάλους στο εργοστάσιο να κάνω υπερωρίες κάθε βράδυ μέχρι αργά, έτσι ώστε τα εισιτήρια να φτάσουν στα χέρια εκείνων των τρελών που ταξίδευαν ολόκληρη νύχτα για την Αθήνα όταν έπαιζαν εκτός έδρας.
εκείνο το πρωινό της 12ης Οκτωβρίου 1986 ξεκίνησα στις πέντε το πρωί με ένα σακίδιο γεμάτο σάντουιτς φτιαγμένα από τη μάνα μου, σακουλάκια με ανάφτηκε τσιγάρα που μάζεψα από τους άλλους οδηγούς φορτηγών — όλα αυτά πάνω σ’ ένα φορτηγό που πήγαινε μέχρι την πλατεία Συντάγματος. όταν φτάσαμε εκεί βρήκα έναν κόσμο σαν κύμα, ένα ποτάμι ανθρώπων όλα φορώντας γαλάζιες φανέλες κουρελιασμένες αλλά ζωντανές σαν τις σημαίες τους.
και εκεί κάτω στις κερκίδες κάθισα δίπλα σ’ έναν γέρο αγρότη που δεν είχε ξαναδεί αγώνα στη ζωή του αλλά είχε στον ώμο την κόρη του κοριτσάκι δεκατριών χρονών με δάκρυα στα μάτια πριν ακόμη σφυρίξει ο διαιτητής. όταν η ομάδα μπήκε στον αγωνιστικό χώρο εκείνος σήκωσε την κόρη του πάνω στους ώμους του κι άρχισε να τραγουδάει σιγανά εκείνο το τραγούδι «στην Πάτρα γεννήθηκα, στην Πάτρα μεγάλωσα» σαν μια προσευχή ανάμεσα στις σειρές.
και μετά; μετά ήρθε το γκολ εκείνου του Ελληνοπουλου στο 85ο λεπτό κι ο ουρανός έπεσε σα νερό πάνω μας όλοι μαζί κρατώντας ο ένας τον άλλον σα να μην υπάρχει αύριο. εκείνη η νύχτα που μας πήρε τρεις ώρες να γυρίσουμε πίσω στην Πάτρα γιατί οι δρόμοι είχαν γίνει παρέλαση με φανάρια σβηστά και γκάζια πάνω στο αυτοκίνητο του γείτονα που δεν μπορούσε να κλείσει το στόμα του.
από τότε κάθε φορά που βλέπω τον Ντιμιτρόφ στις ισοπεδωμένες κερκίδες των πρωταθλημάτων νιώθω εκείνο το αίσθημα: πως όσοι ζήσαμε εκείνες τις εποχές δε μας σβήνει κανείς. γιατί εκείνες τις ημέρες δεν ήταν απλά μια ομάδα· ήταν η ψυχή μιας πόλης που σταθεί όρθια σαν ένας άνθρωπος πάνω στα ερείπια.
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Πώς γίνεται σήμερα κάποιους να τους φτάνει η πλάκα σου όταν λένε «από μικρότερη κατηγορία»; Την προηγούμενη εβδομάδα χθες ο Γιάννης βάδιζε δίπλα μου στην κερκίδα Π2 και μου φώναξε «ρε βρε Aspromavre, αυτά τα παιδιά αγωνίζονται σαν εκείνα τα θηρία του '85, μόνο διαφορετικά τρώνε νερό στο ημίχρονο». Κι έχει δίκιο.
Εκείνο το ’85 ήταν ένας πόλεμος αλλιώς· οι κερκίδες είχαν γίνει τείχος και ο αγώνας σου έδινε όπλο. Σήμερα όμως; Σήμερα είναι σαν να βλέπεις έναν βετεράνο να σηκώνεται και να τρέχει ξανά στον Μαραθώνα χωρίς μπατσιά στα πόδια του, μόνο που τώρα φοράει πιο σύγχρονα αθλητικά και ξέρει πώς να διαχειρίζεται το φόρτο. Εκείνοι ήταν πρωτόγονοι μεν, αλλά γενναίοι· εμείς είμαστε εκπαιδευμένοι, οργανωμένοι, όμως και μισό βήμα πιο σίγουροι πως δεν πρόκειται να πέσουμε.
Θυμάμαι εκείνο το πρωινό στο Αιτωλικό τον Οκτώβριο του 2023 όταν πήρα τη μάνα μου μαζί της πρώτη φορά σ’ έναν αγώνα εκτός έδρας· είχε δάκρυα στους οφθαλμούς της όχι επειδή φοβόταν πως κάτι θα πάει στραβά, αλλά επειδή τελικά βγήκαμε μπροστά χωρίς ψέματα. Την ίδια ώρα κάποιοι νιάνοι από άλλα φαν κλαμπ γύριζαν βόλτες σαν πολιτικοί παρατηρητές κοιτάζοντας κυρίως το κινητό τους. Πάλι μέσα στις κερκίδες εκείνες οι ντόπιοι τραγουδούσαν το ίδιο τραγούδι «στην Πάτρα γεννήθηκα», σιγανά όμως, σα να κράταγαν μια υπόσχεση ανάμεσα τους παρά ένα τραγούδι.
Στη σημερινή ομάδα λείπει βέβαια εκείνο το αίμα στα χέρια, εκείνη η τρέλα που έκανε κάποιον γέρο αγρότη να σηκώσει την κόρη του στους ώμους του υπό το κρύο του Οκτωβρίου γιατί «δεν υπάρχει αύριο άλλη μέρα». Μα υπάρχει κάτι καινούριο: αυτοί οι νεαροί παίζουν σα να ξέρουν πως ο αγώνας δεν τελειώνει στη λήξη του χρονόμετρου, μα συνεχίζεται στα γραφεία των αποφάσεων, στα δημοσιεύματα του φόρουμ, στις κουβέντες των οικογενειών πίσω από τις τηλεοράσεις.
Αλήθεια, κάποιοι λένε «πού είναι εκείνο το πνεύμα του ’85»; Μα βρίσκεται σ’ εκείνο το λιγοστό χειροκρότημα ενός φιλάθλου όταν ένας νέος παίκτης κάνει μια κίνηση ισάξια εκείνου του Ελληνοπούλου· βρίσκεσαι εκείνος ο ίδιος ο σπόρος αλλιώς είχε σβήσει μέσα στην τέφρα της ιστορίας.
Μετά από όλα αυτά εγώ προσωπικά αισθάνομαι σαν εκείνος ο γέροντας αγρότης εκείνο το πρωινό του ’86· μόλις σήκωσα τη μικρή μου κόρη πάνω στους ώμους μου όταν μπήκαν οι παίκτες στον αγωνιστικό χώρο και φώναξα «στην Πάτρα γεννήθηκα!» όχι επειδή τραγουδούσα, μα επειδή πίστευα πως εκείνη η νύχτα σίγουρα δεν ήταν η τελευταία.
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊
Εμένα εκείνο το ’87 στις κερκίδες μου φάγανε τρεις άνδρες ένα τσουκάλι σούπα μέσα στο γήπεδο επειδή είχαν ξεχάσει τα πιάτα τους στο σπίτι… τι αθλιότητα να έχεις μπουκιά στις κάλτσες σου πριν ακόμη σφυρίξει ο διαιτητής!
Μα τώρα βλέπω τον Ντιμιτρόφ και σου λέω: αυτοί οι νέοι μπορεί να μην γράφουν μ’ αίμα στους τοίχους… αλλά γράφουν τις επιτυχίες τους στα κατοστάρια των ομάδων που φοβούνται! 🔥🤣
Κι εγώ σαν εκείνον τον θείο που μάζευε τσιγάρα από φορτηγά είμαι: σήμερα φοράω παντόφλες αντιθέτως… αλλά η φωτιά ακόμα καίει! 🍿