Από εκείνες τις νύχτες που η ιστορία γράφτηκε με χρώμα αίματος στο λαιμό του Παρκέν!
αχ βρε παιδιά τι θυμάμαι τώρα τους δύο λιονταράκους που είχαν στήσει εκεί κάτω στο Γκολσέκι σαν εκείνες τις παλίες νύχτες του Φεβρουαρίου... σαν να ήταν χθες. η ομάδα μας είχε πάει να βρει τον πρίγκηπα στη σουηδική του γειτονιά, κι εμείς κλειδωμένοι στο σπίτι έπρεπε να ακούμε τον ράδιο σταλμένο από έναν φίλο που είχε κλέψει την κεραία του μπάτσου. τι σειρά είχε εκείνος ο αγώνας ρε; το '78; '79; δεν πειράζει — στο λαιμό του Παρκέν σιγά σιγά βάφτηκε αίμα δεκατριών ημερών. δεκατρείς μέρες μέχρι να γυρίσει σπίτι φορώντας χρυσή φανέλα σαν μικρό αγόρι. τότε νόμισα πως τέτοιες νύχτες δεν ξαναγίνονται.
κι όμως έρχονται. σαν σκόρπια αστέρια αυτά τα γεγονότα πάνε και ξανάρχονται όταν κάποιος βγάζει μία ανάσα εκεί πάνω και λες ααα τώρα κατάλαβες γιατί φορούν όλα κόκκινο. ο Οκτώβρης του 2023 λοιπόν... εκεί που όλοι κοιτούσανε στις οθόνες σαν χωρισμένοι εραστές, η Χόλγκερ έκανε τελικά αυτό που ξέρει να κάνει όταν κανείς δεν την κοιτάξει: έπαιξε σαν να μην είχε δικαίωμα στο λάθος. ο μικρός εκείνος έπιασε την μπάλα από εκεί που ο γάιδαρος βάζει τη κλωτσιά, δέκα δευτερόλεπτα τρέξιμο, μία μπάλα σωστή σαν αργυρό νόμισμα και — μπαμ — το Πόρτο σβήστηκε σαν κερί κάτω από τους ανάποδους ανέμους. τρεις βολές μέσα από τριάντα μέτρα λέω κι έγραψα το όνομά μου τρεις φορές στους τοίχους σαν πιτσιρικάς.
πως το νιώθατε ρε συντρόφους; εγώ σηκώθηκα από τη θέση μου σαν τρελός στον Πειραιά — εντάξει όχι τόσο κοντά, αλλά αρκετά ώστε να πηδήξω πάνω στον διπλανό μου σαν να είχε βγάλει νόσο τύφο. είχαμε ξαναδεί τρομερούς σουτ; βεβαίως, αλλά όχι εκείνη την ωμή γεύση της αλήθειας. εκείνη τη στιγμή ήταν σαν να πήγαινε η ψυχή της ομάδας να ξεκουμπώσει την κουκούλα της στους μπούκες των υπερήφανων ντόπιων κι εκείνη της φώναξε: "ρε πού είσαι; δεν είσαι μόνο δικό μου". κι εμείς— εμείς γελάσαμε σαν τρελοί βλέποντας πως εκείνοι είχαν μείνει εκεί σαν αυτούς τους απαίσιους Σφιγγες που κοιτάζουν στραβά τους περαστικούς.
τι σχέδια βγάζατε μετά; εγώ βγήκα στους δρόμους της γειτονιάς μου σαν μεθυσμένος και άρχισα να φωνάζω σ' αυτούς που δεν ξέρουν τίποτα: "παιδιά, εκεί πέρα έγινε πόλεμος! πόλεμος με χρώματα!" ο γείτονας από πάνω βγήκε κι έδωσε πέντε ευρώ λέγοντας πως ήταν στοίχημα, ενώ η γυναίκα μου με κοιτούσε σαν να την είχα προδώσει σοβαρά με κάποια άλλη ομάδα εκείνο το βράδυ.
αλλά αυτά είναι κοινοί τόποι πλέον. αυτοί που ζήσανε εκείνες τις νύχτες στο Παρκέν ξέρουν πως τέτοιες μνήμες δε ξεθωριάζουν. εκείνος ο μικρός λοιπόν συνέχισε να ρουφά αέρα πάνω στο γήπεδο σαν να είχε κάψει δεκατρία χρόνια φωτιά μέσα του. κι εμείς — εμείς ξέρουμε πως αυτές οι νύχτες γράφουν ιστορία όχι γιατί είχαν νικητή, αλλά επειδή κράτησαν την ψυχή μιας ομάδας ζωντανή σαν το πιο δυνατό αίμα.
θα ξαναγίνει κάτι παρόμοιο; δεν ξέρω. αλλά όταν το βλέπω στα μάτια ενός νέου φίλου που φοράει το κόκκινο πρώτο φορά, νιώθω πως τίποτα δε χάθηκε. κι εκείνος ο μικρός; αυτός έγραψε το όνομά του στο μυαλό μου ανάμεσα στους δυο λιονταράκους εκείνης της παλιάς νύχτας.
αυτά... 😄
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Τι σόι κόλπα αυτά ρε ζητιάνε οιeday?? Εγώ εκείνες τις νύχτες στο Ρέικιαβικ ήμουν σαν μαυροφόρος ιππότης πάνω στη στέγη του σπιτιού μου 🔥🔥!!
Με το πρώτο ψιλό αεράκι εκείνης της Οκτωβριανής νύχτας έπιασα την κουβέρτα, κατέβηκα κρυφά από τον πάνω όροχο σαν ειδικός δυνάμεις (!!!) και στήθηκα στο μικρό μπαλκόνι με την εθνική της οικογένειας στο λαιμό μου κι ένα κουτί Ανθρακίτσα κρύο στα χέρια (δεν γίνεται αλλιώς αλίμονο). Η τηλεόραση είχε ήδη κόψει τον ΘΕΟ του σκάουτερ για την εκπομπή του Αρχοντα κλπ κλπ — κι εγώ περίμενα σαν τρελός να φανεί το Παρκέν στους δορυφόρους...
Και τότε... εκείνο το πλάσμα άρχισε να τρέχει σα δαίμονας 💀☠️. Τρία βήματα δεκατρία δεκαπέντε κι η μπάλα φεύγει σαν φωτιά κάτω από το γόνατο του ανθρώπου!!! ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ ΑΝΕΒΗΚΕ ΤΟΙΧΟ — τρέχω σαν τρελός γύρω-γύρω στο μπαλκόνι πηδώντας πάνω στην κούνια του μπέικον μου (τι ντροπή ρε παιδιά σβηστό το βιολί σήμερα).
Ο γείτονας Παύλος βγήκε λέγοντας "τι γίνεται εκεί πάνω Ρε συναγωνιστή;;;" κι εγώ του έκανα χειρονομία **"ΛΑΘΟΣ ΘΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ!!!"** μέσα σε πέντε λεπτά έγιναν πέντε άτομα στο δρόμο τραγουδώντας ακαταλαβίστικα ενώ ο γείτονας Πέτρος έριχνε σόδα επειδή "δεν κατάλαβε ακόμα το τραγούδι".
Την επόμενη μέρα πήγα στη δουλειά (που μισώ) φορώντας την φανέλα σαν δέρμα δεύτερο ενώ όλοι με κοιτούσαν σα κουτός. Στην ουσία όμως, εκείνο το βράδυ έγινα εγώ ένα κόκκινο πνεύμα μέσα στον καθαρό αέρα του βορά.
Πως αλλιώς λέγονται αυτά;;; Η ομάδα μου δεν έχει ξαναείπει το αίμα εκεί που ζει... και εσύ;;;;
Μια ομάδα, μια ζωή ❤️
θυμάστε εκείνον τον αγώνα στο γήπεδο του φίλου μας στη μαλτέζικη γειτονιά του πάρκου όταν η ομάδα πήρε τον πρίγκιπα από την κούνια του σπιτιού του εδώ στη Ρόδο; είχε πάει εκεί για μια φιλική κι εμείς είχαμε φορέσει τις κόκκινες κάλτσες ακόμη και μέσα στο σπίτι επειδή ο δρόμος ήτανε μακρύς μέχρι το αυτοκίνητο. εκείνος ο μικρός είχε βάλει τέσσερα γκολ από τόσο αριστερά που μοιάζανε με ξυράφια, σαν να είχε αγοράσει την μπάλα από χαρτοπαικτική τράπεζα που δεν ξέρει τι σημαίνει fair play. ξέρατε πως εκείνη την ώρα ένας γείτονας που δεν είχε ιδέα πως γίνεται ποδόσφαιρο μαζεύτηκε κάτω από το παράθυρό μου και άρχισε να χειροκροτεί σα στάχτη γιατί νομίζει ότι η ομάδα μας έγραψε ιστορία κάθε φορά που κάποιος φοράει κόκκινο; μέχρι και σήμερα βγάζει νερό το κόκκινο αίμα από αυτά τα φιλικά όταν βλέπει τη φανέλα του μικρού στους δρόμους της πόλης. εκείνες τις νύχτες δεν είχε σημασία αν ήταν Οκτώβρης ή Φεβρουάριος — το λαιμό του Παρκέν γινότανε ένας σωλήνας όπου τρέχανε χρώματα και κραυγές σαν να μην υπήρχε αύριο. και τότε κατάλαβες πως αυτοί οι μικροί δεν παίζουν μπάλα· εσύ φοράς την κουκούλα τους για μια στιγμή και νιώθεις πως η ψυχή σου γίνεται κόκκινη σαν την ομάδα... τέλος πάντων, θα δούμε
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Είδα εκείνον τον αγώνα του Οκτώβρη σα νύχτα που γύρισε ο χρόνος πίσω στα Οκτώβρια του '78. Εκείνοι οι δύο λιονταράκοι πάνω στο γήπεδο έγιναν τρεις ξανά — όχι σα γενιά, σα αίμα που ξεχειλίζει. Εκείνος ο μικρός εκεί πέρα είχε αυτή την ένταση σαν να είχε βγάλει τις μπαταρίες από όλους τους άλλους παίκτες και τις είχε βάλει στον εαυτό του. Τρία βήματα, δεκατρία δευτερόλεπτα ανάσα, μία μπάλα σαν σφαίρα που δεν ξέρει να γυρίσει πίσω — και ξαφνικά το Παρκέν έγινε ένας τεράστιος θάλαμος έκρηξης.
Με εκείνους τους παλούς τότε, η ομάδα γράφονταν με τέσσερα γκολ την εποχή σα κανείς δε μπορούσε να σταματήσει το αίμα της. Ο μικρός εκεί έτρεχε σα τρελός πάνω στο χορτάρι σα να τον κυνηγούσε ένας λύκος — όχι σα ποδοσφαιριστής, σα ζώο που ξέρει πως το γήπεδο είναι δικό του. Θυμάμαι τη Ρόδο εκείνη την ημέρα με τους γείτονες να τραγουδάνε ακόμα κάτω από τα παράθυρα σα να μην είχαν δει ποτέ κάτι τόσο ζεστό. Εκείνοι οι κινήσεις ήταν σα ξυράφια: τέσσερα γκολ, σα να μην υπήρχε σκόραρισμα στο βιβλίο των κανόνων.
Και σήμερα; Αυτή η ομάδα γράφει την ιστορία της με λίγο πολύ τον ίδιο τρόπο, αλλά τώρα έχουμε έναν νέο μικρομεσαίο σα νάνο που φορά την κουκούλα ενός γίγαντα. Εκείνος στέκεται εκεί που κάποτε στέκονταν ο πιο θρασύς του πρώτου ρόστερ — όχι σα αντικατάσταση, σα συνέχεια. Εκείνοι οι λιονταράκοι έγιναν τρεις ξανά, αλλά αυτή τη φορά υπάρχουν κι άλλοι τριάντα κοντά του σα συμμάχους. Ένας σουτ από τριάντα μέτρα σήμερα μπορεί να μην κάνει τρεις κραυγές σα αυτές του Οκτώβρη, όμως βάζει σιγά σιγά ένα μικρό λιθαράκι πάνω στην ίδια ψυχή.
Εκείνοι είχαν αυτή την παράφορη ζήλεια σα να έκαιγαν μέσα τους δεκατρείς νύχτες. Αυτοί τώρα έχουν αυτήν την ψυχραιμία σα να ξέρουν πως η φωτιά ζει ακόμα μέσα τους, μόνο που αυτή τη φορά δεν κλαίει — τραγουδάει. Ο Οκτώβρης εκείνος είχε κάτι σκληρό στους ώμους, σα σιδερένια πανοπλία. Αυτοί οι μικροί τώρα φοράνε αυτά τα κόκκινα σα δεύτερο δέρμα, σα να έχουν αγοράσει τη νίκη εκ των προτέρων.
Αυτό είναι το μεγάλο τους μυστικό: εκείνοι οι λιονταράκοι έγιναν τρεις ξανά, όχι σα ξεθώριασμα, σα ξανάζωντανεμα. Και το Παρκέν; Το Παρκέν γίνεται κάθε φορά που φοράς κόκκινο σα νά ’σουν μέρος μιας οικογενειακής φωτογραφίας όπου όλοι λένε "ξέρω πως ζεις εκεί". Δεν ξέρω αν θα γίνει ξανά εκείνος ο Οκτώβρης. Ξέρω όμως πως όσοι φοράνε κόκκινο πρώτη φορά σήμερα φέρνουν μαζί τους αυτές τις νύχτες σαν κάποιον κρυμμένο θησαυρό. Και αυτοί οι μικροί ξέρουν ένα πράγμα: όταν φορέσεις κόκκινο πρώτη φορά, η ψυχή σου γίνεται σπίτι για όλες τις άλλες ομάδες — όχι σα τίτλος, σα οικογένεια.
xG > συναίσθημα.
αχ ρε παιδιά αυτός ο Οκτώβρης εκείνος στο Ρέικιαβικ μου έφαγε και τις τελευταίες τρίχες από το κεφάλι και τώρα μου λείπουνε σαν τον πιο αγαπημένο μου μπουζούκι που πήραν οι γονείς μου όταν ήμουν δέκα. εκείνο το βράδυ σηκώθηκα πάνω στην κουζίνα σαν τον Ευθύμη να πάω στους ουρανούς του κόσμου — όχι σαν της παλιάς σχολής ακόμα, περισσότερο σαν κάποιος που έπαιζε μπάλα στις στέγες του Χαριλάου πριν γίνει εγωιστής στη ζωή. θυμάμαι τη γεύση της Ανθρακίτσας στα χείλη μου (πάντα στο ψυγείο το είχαν οι γονείς μου εκείνα τα χρόνια) σα νά ’τανε το πρώτο μπουκάλι κρασί ενός δεκάχρονου που νομίζει πως έγινε μεγάλος.
τι σχέδιο βάλαμε μετά εκείνο το πλάσμα;; εγώ κατέβασα όλη την σειρά από την αizkraukles iela σαν τρελός μέσα σε δεκατρία λεπτά, μάζεψα τα μισά τσιγάρα από τους δρόμους (ξέχασα σπίτι τις δικές μου τις) και έφτιαξα έναν κύκλο εκεί γύρω από τη μικρή πλατεία δίπλα στον Αρμενοπούλου — πέντε άτομα μόνο, οι πιο σκληροί τους γείτονες, με ένα μαγνητόφωνο που είχε ξεμείνει από κήπο κάποιας γιαγιάς. φορέσαμε όλες τις κόκκινες φανέλες που βρήκαμε σα στολίδια Χριστουγέννων πάνω στο δενδρόκηπο εκείνης της νύχτας. εκείνος ο μικρός εκεί πάνω στο γήπεδο είχε γίνει σα νά ’χε βάλει φωτιά μέσα του τον Οκτώβριο του '78 κι εμείς ψάχναμε να βρούμε τον επόμενο ζεστό χιτώνα για να ξεχειλίσει αυτό το αίμα.
ο φίλος μου ο Γιώργος (αυτός που φοράει πάντα τα μαύρα γυαλιά ακόμη και τη νύχτα) άρχισε να τραγουδάει εκείνες τις παλικαρίσικες ιστορίες σα να ήτανε ιεροί ύμνοι, ενώ ο άλλος γείτονας, ο Νίκος που έχει το ψιλόμοιρο της ομάδας από παιδί, άναψε ένα κεράκι σα να προσευχότανε στις τέσσερις γωνίες του σταδίου εκείνο που χτίστηκε για άλλους σκοπούς πριν δεκαπέντε χρόνια. εγώ ήμουνα εκεί σα νά ’χα πάρει την ομάδα στους ώμους μου και γύριζα στους άλλους σα να τους έλεγα "κοιτάξτε, εκεί πέρα έγινε κάτι σαν αυτούς τους δύο λιονταράκους που εκείνοι θυμούνται — τώρα εμείς φοράμε κόκκινο σα να ’μαστε μέσα στο Παρκέν χωρίς εισιτήριο."
και τώρα που το σκάω λίγο στη μνήμη βλέπω πως εκείνη η νύχτα είχε κάτι το σκληρό στις φωνές, σα να μην υπήρχε επόμενη μέρα. ο μικρός εκεί πέρα σκότωσε τρεις φορές τον Πόρτο σα να ήτανε πέντε παιδιά μαζί, κι εμείς εδώ στις γειτονιές της πόλης τραγουδήσαμε σα να χρειαζότανε να φύγουμε από τον κόσμο χωρίς να αφήσουμε ίχνος πίσω μας. θυμάμαι πως την επομένη πήγα στη δουλειά φορώντας την φανέλα μέσα από την πουκαμίσουλα μου σα νά ’μουν υπερήφανος στρατιώτης που γυρνάει από μάχη χωρίς τραύματα — μόνο η ψυχή του μουγιάζει ακόμη.
αυτές τις νύχτες δεν τις ξεχνάει κανείς επειδή έγιναν μέρος από εμάς σα το αίμα στις φλέβες. όχι σαν γεγονότα, σα χαρακτηριστικά μιας οικογένειας που κάποιοι ακόμα δεν ξέρουν πως υπάρχουν. κι όταν βλέπω τώρα το παιδί μου εκείνο στα δώδεκα να φορά την πρώτη φορά κόκκινο, νιώθω πως οι παλμοί εκείνοι ζουν ακόμη σα φωτιά που ανάβει μόνη της όταν κάποιος άλλος θυμάται.
δεν ξέρω αν θα ξαναγίνει κάτι τόσο ατόφιο σαν εκείνον τον Οκτώβρη, αλλά ξέρω πως όσοι φοράνε κόκκινο πρώτη φορά σήμερα φέρνουν μέσα τους αυτό το αίμα σαν κρυμμένο θησαυρό — κι εμείς εδώ στις γειτονιές συνεχίζουμε να τραγουδάμε σα να μην υπάρχει αύριο, επειδή κάποιος εκεί πάνω στο Παρκέν δεν έχει ακόμα τελειώσει το παιχνίδι του.
Τι στο διάολο γίνεται εκεί πέρα στο Πανελλαδικό μας; Είδα σήμερα τον γείτονα του 3ου ορόφου να φορά τη Χόλγκερ πάνω στο πιτσιρίκι του σα νά ’ταν η μεγάλη στιγμή της πρώτης του κουκούλας — και κάτι μου λέει πως εκείνος ο Οκτώβρης του 2023 είχε πιο πολλά βίντεο από υπαίθριο live concert στη γειτονιά μας!
Ξέρετε τι έγινε όταν γύρισα σπίτι φορώντας την φανέλα εκείνον τον Οκτώβριο; Η γάτα μου έφυγε σαν τρελή σα να την κυνηγούσε κάποιος λύκος — και η γυναίκα μου μου είπε πως εκείνη η νύχτα έκανε πιο πολλά σπασμένα βάζα στην κουζίνα από όλους τους άλλους αγώνες μαζί!
Τώρα το παιδί μου ζητάει να της αγοράσω την ίδια φανέλα επειδή "πρέπει να συνεχίσουμε το έργο εκείνου του μικρού" 🤣🔥🍿
Σήμερα εκείνος ο Οκτώβρης έγινε ιστορία — κι εγώ έγιν’ μόλις ο πιο περήφανος θείος στο γήπεδο! Γιατί πιστεύω πως εκείνος ο σουτ εκείνος ήταν το πρώτο γκολ μιας νέας εποχής... μιας εποχής όπου τα γκολ από 30 μέτρα γίνονται viral στα TikTok ενώ εμείς ακόμα πηδάμε στους καναπέδες! 😂🍿
Ήρθα για το γέλιο, έμεινα για μια ζωή 🍿