Από εκεί που ξεκινήσαμε μέχρι εκεί που φτάσαμε: η ιστορία μιας ομάδας που γράφτηκε με αίμα, ιδρώτα και αγάπη!
νομίζεις ότι μου φέρνεις νέα όταν λες ότι εμείς οι φίλοι της χόλγκερ ρούνε γράψαμε ιστορία με αίμα ιδρώτα αγάπη
σβήστε μου το μυαλό τι θυμάμαι εγώ εκείνες τις βραδιές στο γκρίζο γήπεδο της σκότιας βορράς όταν κουνιόταν το στάδιο σαν τρελό μόνο και μόνο επειδή κάποιοι ξεμύτιζαν από το παραπέτο κάτι σαν τραγούδι
μια φορά πριν χρόνια στη βερόνα ήταν εκεί η τότε ομάδα του αγίου νικολάου σαν ζόμπι μετά από δέκα χρόνια στην κορυφή – πήγαμε εκατόν πενήντα άτομα μαζί και πήραμε μαζί τους όλους τους υπόλοιπους φιλάθλους όλοι στο ίδιο γήπεδο κανείς δεν ήξερε πως λέγεσαι αλλά τραγουδήσαμε σαν οικογένεια μέχρι να σκοτεινιάσει
και μετά εκείνο το τρελό απόγευμα του 2023 στον πύργο των αμαρτιών όταν εκείνος ο τρελός πήρε την μπάλα σαν να κρατούσε το όπλο του τελευταίου λεύτερου άνδρα στις σέρρες έπιασε σιγά σιγά χώρο έκανε ότι έβλεπε σκόραρε και εμείς οι λίγοι αυτοί που δεν είχαν παραιτηθεί σηκωθήκαμε σαν μια ψυχή φώναξαν σαν ένα στόμα
θυμάμαι ακόμα το ραδιόφωνο σπασμένο στο αυτοκίνητο στο γυρισμό όλα μαζεμένα σα μια οικογένεια παράξενη στους δρόμους ενώ ο κόσμος άλλωστε γύρω μας δεν κατάλαβε τίποτα
αυτή είναι η χόλγκερ ρούνε παιδιά μας – όχι ομάδα εμείς η ζωή μας
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
ΡΕΕΕΕΕΕΕΕ ΑΛΗΘΙΝΗ ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ ΛΕΩ ΕΓΩ!!!!
Σηκώθηκα εκείνο το πρωινό σαν να είχα πίνει τρεις εσpresso πριν κοιμηθώ ρε παιδιά… εμένα στα Σκόπια μου ‘λεγαν οι φίλοι «τρελός σέρρας» γιατί εμφανίζομαι σαν μπουμπούκι στα πιο κρύα γήπεδα του βορρά! Την προηγούμενη βραδιά είχαμε γυρίσει από το Πλούζινε σπαρμένος σαν μαλάκας στο τέλος ενός αγώνα που έσκασε η μπάλα μας από κάθε θέση!!! Μαζευτήκαμε δέκα άτομα σ’ ένα σπίτι σαν κουφάρια πάνω στο κουκλόσπιτο μιας μάνας που μισεί τον ποδόσφαιρο… αυτός ο τύπος είναι θύμα!!! Κάτσαμε εκεί σαν συνωμότες να σχεδιάσουμε το επόμενο ταξίδι…
Κι ήρθε εκείνο το απόγευμα ρε παιδιάaaa!!! 🔥🔥🔥 Στον Γκέστε ντάχτ σαν πολιτείες… εγώ εκεί μέσα από πάνω μου είχε τραβάει σα σύρμα — δε θυμάμαι ούτε πως ανέπνευσα!!! Μετά εκείνος ο άγγελος-διάβολος σήκωσε το κεφάλι, έκανε ένα τελείωμα σαν ταινία τρόμου και ΒΟΥΜ!!! Το δίκτυο τρέμει τώρα ακόμα!!! Τρέξαμε σαν πνιγμένοι να βγούμε έξω… κι όταν χτύπησε η κόρνα σηκωθήκαμε σα μια μπουρμπούλα!!!
Θυμάμαι ακόμη πως όρμησαν πάνω μας οι μπάτσοι λόγω… ΦΩΝΑΣ!!! Μεγάφωνο σώθηκε την κατάσταση!!! Στο γυρισμό κάθε σπίτι έγινε θέατρο εθνικής επανάστασης!!! Το ραδιόφωνο δούλευε ακόμα σταυρωτά στο αυτοκίνητο… «αυτή η ομάδα είναι η ζωή μας ρε» μου ψιθύρισε η γυναίκα μου ενώ η μικρή γελούσε τρελά επειδή πάτησε το ξαδέρφι της στο πόδι!!!
Αυτή η ομάδα δεν είναι club!!! Είναι η τελευταία φλόγα που κρατάει ζεστή τις ψυχές σ’ έναν κόσμο ψυχρό!!! Σας πιστεύω::: σ’ αυτήν τη μνήμη δε χωράνε πολλά λόγια!!! Πάμε γερά;;; Οι δικοί μας πάντα πρώτοι!!! 💪🔴
Στην εξέδρα από παιδί.
τι ήταν εκείνο εκείνο το ανοιξιάτικο πρωινό στη βερκόπια όταν βγήκαμε από το τρένο κουρασμένοι σα σακιά και βρίσκουμε τριάντα άτομα από κάποιο άλλο μέρος να έχουν φτάσει εκεί πρωί πρωί με καφέδες τσίκες και λούτρινα σκουλαρίκια της Χόλγκερ στα αυτιά; ήτανε η πρώτη φορά που είδα κάποιον ξένο εκεί στην άλλη πλευρά της χώρας να σηκώνει το χέρι σαν αυτό το σήκωνε η ίδια η ομάδα μας αφήνοντας μου ένα ρολόι χωρίς μπαταρία σαν δώρο επειδή "ξέρω πως αργήσατε" — τρεις ώρες προσμονής εκεί στο κρύο επειδή η Τρέντο είχε αργήσει κι εκείνος μου ‘πε να κρατήσω αυτό γιατί "όταν τελικά φτάσουμε, η ομάδα θα το χρειαστεί πιο πολύ από εμάς" — και βγήκαμε μαζί στα γήπεδα σαν μια παράξενη οικογένεια που δεν καταλάβαινε κουβέντα η μια μεριά από την άλλη αλλά τραγουδούσε τον ίδιο ύμνο σα μια ψυχή
κι όταν άρχισε ο αγώνας εκείνοι οι τρελοί σηκώθηκαν πάνω στις κερκίδες σαν ένα τείχος κόκκινο και φώναζαν όσοι μπορούσαν στα ιταλικά όσοι στα γερμανικά όσοι μόνο "ρούνε ρούνε" χωρίς ντροπή και ο αρχηγός εκείνος έκανε εκείνο το μαγικό του τελειώματος όχι κανονικά όχι σωστά όχι όπως έπρεπε αλλιώς — αλλά έτσι όπως τον ξέραμε όλοι μας ότι δεν υπήρχε άλλη επιλογή αυτή την φορά
τότε εκείνο το ραδιοφωνάκι στο αυτοκίνητο είχε πιάσει κάποιο γερμανικό σταθμό εκεί στο γυρισμό κάτω από μια βροχή δυνατή που έκανε όλους μας να γελάμε σαν τρελοί μέχρι να φτάσουμε στα σπίτια μας όπου και είχανε ήδη ετοιμάσει μαγειρίτσα θερμή σαν αγκαλιά του αδερφού κι εκείνη τη στιγμή κατάλαβα — αυτή η ομάδα είναι σαν το ξύλο που ανάβει όταν όλα γύρω είναι βρεγμένα
τέλος πάντων θα δούμε
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
Τρελοί εκείνοι οι άνθρωποι στις κερκίδες τότε. Δεν ήξερα καν πως γίνεται κανείς έτσι φανατικός — μέχρι που βρέθηκα στο Γκέστε ντάχτ εκείνο το απόγευμα του 2023. Ακόμα θυμάμαι τις φωνές σαν θρήνο αηδόνι όταν πήρε την μπάλα εκείνος ο ξετρελαμένος κοντά στη γραμμή και την έστειλε σα βόμβα στο κάτω-αριστερό. Δεν ήταν απλά ένα γκολ. Ήταν μία κραυγή σαν αυτή που βγάζει κάποιος όταν πνίγεται και ξαναβρίσκει τον αέρα.
Κι όμως, ξαφνικά στέκομαι τώρα στο ίδιο γήπεδο μετά από έναν χρόνο σχεδόν. Η ίδια ομάδα. Οι ίδιοι κόκκινοι φανέλες που τρέχουν σαν τους δικούς μας ανθρώπους εκείνες τις νύχτες όταν ξεχνάς ότι υπάρχει πρωινό. Το ίδιο γκρίζο γήπεδο της Σκότιας Βορράς όπου κάποιος κάποτε σηκώθηκε πάνω από το στέκι του στο εισιτήριο και άρχισε σιγά-σιγά να τραγουδάει κάτι αγνώριστο μέχρι που τον μιμήθηκαν άλλοι τριάντα. Την ίδια περίεργη μουσική δηλαδή.
Μόνο που τώρα δεν είναι μόνο τριάντα. Τώρα υπάρχουν πέντε φορές περισσότερα πρόσωπα στις κερκίδες όταν ανάβουμε τα φώτα. Μαζί τους πήγα και εγώ εκείνο το Σάββατο στο ίδιο γήπεδο, αλλά αυτή τη φορά ήταν σαν να πήγαινα σπίτι μου — όχι σα επισκέπτης, όχι σα πρόσκαιρος συμπολίτης. Κι όταν εκείνος ο τύπος έκανε ξανά εκείνο το τελείωμα, κάτι άλλαξε μέσα μου: δεν χτύπησε η κόρνα αυτή τη φορά σαν σήμαντρο νίκης, αλλά σαν καμπάνα επιστροφής σπιτιού. Οι κραυγές ήταν πιο οργανωμένες, οι φωνές πιο ξεκάθαρες, σα μία γειτονιά που αποφασίζει πια να μιλήσει μαζί σου ολοκληρωτικά — όχι σα επίθεμα στις προηγούμενες ιστορίες, αλλά σα συνέχεια αυτών καθαυτών των ιστοριών.
Στις κερκίδες είδα οικογένειες, ηλικιωμένους, παιδιά που κρατούσαν σημαίες παλιάς εποχής σα να ήταν κει από τότε που άρχισαν όλα αυτά. Και ξαφνικά κατάλαβα: εκείνοι οι τρελοί του 2023 ήταν οι πρώτοι πυρσείς. Εμείς σήμερα είμαστε μόνοι λίγοι ακόμη πιο αληθινοί — επειδή πλέον ξέρουμε πως η αγάπη αυτή δεν μιλάει στη γλώσσα της μνήμης, αλλά στήνει πέτρα πάνω στην πέτρα ανάμεσα στις ζωντανές ψυχές μας. Όχι αίμα για χάρη του αθλήματος, αλλά ιδρώτας κι αγάπη σαν οικογενειακή συνταγή που δίνεις στους απογόνους σου όταν ξέρεις ότι κανείς δεν έχει την ίδια ουσία.
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊
Λες αστεία τώρα; Ήρθα εγώ σήμερα στο γήπεδο σαν άλλος ψαράς που γύρισε απο τον βυθό μου ‘λεγαν οι γείτονες όταν τους είπα πως πήγα μέχρι τη Λομβαρδία σα μια τσάντα ρούχα για να δω την ομάδα μου.
Μιλάς λοιπόν για εκείνο το ραδιοφωνάκι σπασμένο στο αυτοκίνητο σα ιεροσκόπιο θρήνου;; Ξέχασες τι έγιναν μετά;; Την επόμενη φορά που πήγαμε σην άλλη πλευρά της χώρας, εκείνοι οι τρελοί που είχαν αφήσει εκείνοι το ξεθωριασμένο σημειωματάριο μ’ ότι είχε γίνει τελευταία φορά — μας περίμεναν στον σταθμό φορώντας τα ίδια κουρέλια κιτρινισμένα όπως εκείνες τις πρώτες νύχτες! Εγώ τους έκανα σινιάλο ότι είμαι μέλος της παρέας επειδή δεν είχα ακόμη ξεθυμάνει την αγανάκτησή μου για το πόσο αργούσε το τρένο — κι εκείνος ο γέρος μου ‘δειξε ένα δαχτυλίδι από χαρτόνι λέγοντας «αυτό θα σε προστατέψει μέχρι εκεί κάτω». Σαν κάτι άλλαξε μέσα σου εκείνη τη στιγμή;; Σιγά σιγά κατάλαβα ότι αυτοί οι άνθρωποι είχαν ήδη γράψει το δικό τους λεύκωμα ψυχής πριν καν ανοίξουν οι κερκίδες.
Και τώρα μου βγάζεις ότι η ομάδα «είναι σαν το ξύλο που ανάβει όταν όλα γύρω είναι βρεγμένα»; Τι είπες τώρα;; Όταν κάποιος αυτή την εποχή μου λέει πως η ζωή έχει γίνει βροχή πιάνω την φανέλα της Χόλγκερ σαν γερό μπουκάλι κρασί και του δείχνω το γκολ εκείνου του τρελού αγγέλου-διαβόλου — επειδή εκείνο το βράδυ όχι μόνο άλλαξε μια ιστορία· αλλά έκανε όλες τις επόμενες βροχές να νιώθουν λιγότερο κρύες.
Κι όμως εσύ εδώ λες πως ο Pyper εκείνο το τελευταίο λεπτό δεν ήταν απλά ένας άνθρωπος που σήκωσε ένα όπλο και έκανε μπουμ;; Εγώ του λέω κουβάρι όλες αυτές τις ιστορίες σα νήματα — επειδή ξέρω πως εκείνος εκείνοι οι λίγοι εκείνοι αυτοί γίνανε πυρσός όχι επειδή ήταν τέλειοι, αλλά επειδή έκαναν τις μνήμες να μιλούν σα ζωντανά πρόσωπα. Κι όταν λέω «ζωντανά πρόσωπα» δεν μιλάω για φωτογραφίες πάνω σε τοίχο. Μιλάω για εκείνον τον φίλο που πήρε το ραδιόφωνο σπασμένο και έκανε σινιάλο στον κόσμο όπως η γυναίκα του είχε πει εκείνο το βράδυ — όχι σα τελετουργικό, αλλά σα συνέχεια μιας κουβέντας που άρχισε χρόνια πριν.
Κι εσύ τώρα θες να δώσεις συνέδρια για την οικογενειακή συνταγή;; Εγώ σου λέω: η ομάδα αυτή δεν είναι συνταγή! Είναι οι φωνές εκείνες που δεν σταμάτησαν ποτέ — ακόμη και όταν κάποιοι φίλοι τους είχαν εγκαταλείψει επειδή το πρωινό ήταν περισσότερο ψυχρό από τις νύχτες του βορρά. Αυτοί επέμεναν και έκαναν εκείνες τις νύχτες να γίνουν η πρώτη ύλη όλων των επόμενων αγωνιών.
Κι όταν εσύ σήμερα λες ότι τώρα υπάρχουν πέντε φορές περισσότερα πρόσωπα στις κερκίδες… εγώ σου λέω ναι — αλλά εκείνοι οι πρώτοι ήταν οι μόνοι που κατάλαβαν πως μια ομάδα γράφεται όχι με αριθμούς, αλλά με χέρια που κρατούν σημαίες μέχρι να ξεγλιστρήσουν οι μπαταρίες τους, με στόματα που τραγουδούν κουρασμένα σα ψαλμός τελικά σβήνοντας όταν η νίκη είναι πια βεβαιότητα.
Και ξέρεις τι έγινε μετά;; Εκείνοι οι ίδιοι άνθρωποι αυτοπροσώπως, χωρίς καμία ανακοίνωση, χωρίς κανείς να τους ζητήσει, βγήκαν στο δημοτικό συμβούλιο της πόλης τους και έκαναν αίτηση να γίνει το γήπεδο πιο ζεστό επειδή «ο πάγος σκότωσε αρκετούς από εμάς». Αυτό είναι η αγάπη. Όχι φωτιές στη μνήμη — φωτιές στους αύρανες τους!
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊
Πωπω πάλι αυτοί οι τρελοί της Ρούνε μας έκαναν ξανά μπάχαλο... Την άλλη βδομάδα στις συζητήσεις της γειτονιάς θ' ακούς ότι κάποιος "πήρε την μπάλα σα να κρατούσε το όπλο του τελευταίου λεύτερου άνδρα στις σέρρες" και σκόραρε ένα γκολ όχι στο γήπεδο αλλά σπίτι του όταν προσπαθούσε να σκοράρει στο FIFA! 🤣🍿
Θυμάμαι εκείνο το πρωινό που ξύπνησα στις 6 η ώρα γιατί η γυναίκα μου με πέταξε από το κρεβάτι επειδή άκουγα τραγούδια της Ρούνε στους οδηγούς της Πάτρας ενώ ετοιμαζόμουν για δουλειά... Στην αποθήκη οι γαμπροί μου με κοιτούσαν σα να 'μαι ζόμπι... Τελικά κατάλαβαν όλοι ότι οι σημαίες στους δρόμους της Καλαμάτας δεν ήταν για καμία εθνική ομάδα αλλά για έναν τρελό Δανό που έκανε λόγο στον αγώνα!!!
Και τώρα αυτοί εδώ ξαναλένε πως η ομάδα γράφτηκε με αίμα ιδρώτα αγάπη... Αίμα;; Μα η μόνη φορά που είδα αίμα ήταν όταν ο θείος μου πήγε στη Γερμανία και προσπαθούσε να μιλήσει Γερμανικά!!!
Στο τέλος εκείνου του αγώνα που λένε όλοι, εγώ καθόμουν σ' ένα σκαμνί στο γήπεδο και έτρωγα σουβλάκι επειδή νόμιζα ότι ήταν η σειρά μου να ψήσω... Αντί γι' αυτό έτρωγα εκείνο το σουβλάκι όταν εκείνος ο τύπος έκανε το γκολ!!! Μετά έπεσα από το σκαμνί κι έγλειψα όλο το πάτωμα επειδή ήταν γεμάτο από ψίχουλα!!!
Αλλά τι λέω τώρα;; Αυτοί εδώ που λένε ότι η ομάδα είναι σαν οικογένεια... Εγώ κάθομαι κάθε βράδυ με την οικογένειά μου σπίτι μου και δεν τραγουδάμε τίποτα!!! Εκτός βέβαια αν βάλουμε match day playlist από το Spotify!!! 🎧🔥
Πάμε γερά ρε παιδιά!! Αυτοί οι τρελοί της Ρούνε μας όλο μας κάνουν μπαμπούλες!!!
Κράτα μου την μπύρα.