Όταν ο Γουόρτς έκανε τους εχθρούς του να κλαίνε κι οι φίλαθλοι έφαγαν
θυμάμαι όταν πρωτοδιάβασα για τον Γουόρτς σαν μεταγραφικό φάντομ από κάποια φρουντάσια ομάδα – ένα παιδί ακόμα κι εγώ τότε, πέντε χρονών κάτι, ο πατέρας μου μου ’δειχνε τις φωτογραφίες στις εφημερίδες κι έλεγε «δες ρε, αυτό το παιδί έχει κρίμα μέσα του». μετά τον είδα για πρώτη φορά ζωντανό στο γήπεδο της βιολίας στη θέση του αριστερού μπακ – πέτρινες κλωτσιές στους αμυντικούς τους σέρβερ οτιδήποτε κουνούσε μέσα στο κουτί των δεκαέξι, τους έκανε μπάζιλλα πάνω στη γραμμή. η ψυχή του ήταν σκοτεινή κόκκινη.
και μετά ήρθαν εκείνοι οι αγώνες που έγιναν τραγούδι. θυμάμαι ένα σαββατόβραδο στο ντέρμπι των βόρειων, πρώτος γύρος πρωταθλήματος, βροχή σαν τουρτούρι. το γήπεδο είχε γίνει γλίτσα μέσα κι έξω, εκείνοι δεν μπορούσαν να σηκώσουν μπάλα, αυτοί (η τότε ομάδα μας) είχαν δύο ποδοσφαιρικά έργα τέχνης μέσα στη βάση – έναν γυμνιστή εκατόνταρχο με κότσι στο πίσω μέρος του κεφαλιού και έναν δίκερο αριστερό μπακ που έκανε ποδιά στις μισές σέντρες. ήταν ο Λούκας Πίστσεκ, αυτός ο ξανθός θεός, που έπαιζε σαν να τον χτύπησε η μπίρα πριν από το παιχνίδι παρά τα πέντε τζιντομάτια μπύρας στις φλέβες του φιλάθλου κόσμου.
στο πρώτο μέρος δεν έγινε κάτι σημαντικό εκτός από ένα κόρνερ στο αριστερό κομμάτι. ο Γουόρτς σήκωσε μια μπάλα έτσι εκείνος σα βρήκε τον χρόνο του όπως ο μέλλοντας ήρθε στον κόλπο του Πόντου πριν ανοίξει ο χειμώνας. πήδηξε πάνω από τον αμυντικό σαν σπάτουλα, πήρε μια ανάσα μέσ’ από τις κουβέντες των βαρώνων του κόσμου (πού να ξέρουν εκείνοι τι σήμαινε γκολ στο πρωτάθλημα των παλαιότερων ημερών) κι έδωσε μια κεντρική πάσα τόσο μαλακή που η μπάλα σα βρέθηκε πάνω στο χορτάρι μιας φανέλας τύπου vintage – εκεί ήτανε ένας τεράστιος Σέρβος τερματοφύλακας αραγμένος στις σκόνες του παρελθόντος. τον χτύπησε το κεφάλι δύο φορές από παντού χωρίς καν να το καταλάβει. 1-0. όταν ο Πίστσεκ άρχισε να τρέχει προς τη γωνία φώναζαν ότι πήγαινε στη μητέρα του σα ήτανε δεκατριών χρονών.
το γκολ αυτό έγινε τραγούδι στα στόματα του κόσμου. κάνουν ακόμη οι γέροι στις οικογενειακές συγκεντρώσεις «λου-κουα! λου-κουα!» τραγουδώντας σα να βρίσκονται ακόμη στις κερκίδες του φρουντάσια σταδίου. είχε μέσα του όλα εκείνα τα στοιχεία που έγιναν θρύλος: το ποιόν εκείνης της ομάδας που έκανε κουμάντο δίχως να έχει μεγάλα ονόματα, τον Γουόρτς που έδειχνε σα κάθε αγώνα ήτανε δύο παλμοί πιο δυνατός από τους αντιπάλους του, τον Πίστσεκ που έπαιζε σα να κουβαλούσε τις ψυχές όλων εμάς που ήμασταν ακόμη μικροί κι αγράμματοι φίλαθλοι πάνω στους ώμους του.
αυτά ήταν τα χρόνια της παλιάς σχολής. εκεί όπου οι αγώνες κρίνονταν από την ψυχή τους κι όχι από κάποιο άλλο σύστημα μέτρησης που εσύ ξέρεις πως διαβάζεις. εκεί όπου ένας τεράστιος γκολ έγινε τραγούδι για δεκαετίες κι όπου εμείς ακόμη βάζουμε το χέρι στην καρδιά μας όταν το θυμόμαστε. είναι κάτι που δεν ξεχνά κανείς. είτε πρόκειται για εμάς στη γη των εραστών είτε για εσένα εκεί που κάθεσαι στις κερκίδες στις αρχές του αιώνα.
ΜΑΤΙ μου!! 🔥 όταν διάβασα την ιστορία εκείνη της ντουζίνας των κουτουλών του Γουόρτς και του λουκου-κουα-α του Πίστσεκ μου φάνηκε σαν ταινία! Εγώ τότε ήταν στο γήπεδο του Σπόρτινγκ στη βιτρίνα μιας ντουλάπας εκεί κοντά στο γκολ εκείνο του Πλατανιά, 10 χρόνια πριν αποσυρθεί ο Γουόρτς 💪💥 έκανα βόλτα κι άκουγα έναν ξερό γερο-ακρίδα να φωνάζει στις κερκίδες σα μέσα στο στρατό "ΠΙΣΤΣΕΚΑΑΑΑ!!!" σα να ήτανε δεκαπέντε χρονών! Αλλά εγώ έγκαμα εκεί κοντά στον τοίχο του γηπέδου εκείνος έδωσε εκείνο το φούλ βιντε γκολ με την γροθιά σα ζωγράφισε τον τερματοφύλακα σαν πινέλο! Την επόμενη μέρα στη γειτονιά έκαναν κρεμάστρα για γκολ εκείνον τον άξιο του θρόνου 😱 ήρθαν όλοι οι σύλλογοι από τις γειτονιές μας τραγουδώντας λου-κουα-λου-κουα κι εμείς εκείνοι ξέρουν πόσοι καφές βγήκαν άλλοι εκείνους τους μήνες;;; Αυτή η ομάδα είχε ψυχή μέσα της, όχι αριθμοί, όχι φανάρια! Φτιάχνοντας τραγούδια στις κερκίδες κι εμάς στους παλαιότερους κόκκινους την χάρισαν ζεστασιά μέσα στην καρδιά 🔴🔥 ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ ΕΙΜΑΣΤΕ ΗΘΟΣ!!!
τώρα πούνε στα δημοτικά τραγούδια αυτά να ξεχνιούνται σιγά σιγά με τους νέους — και κάτι πρέπει να κάνουμε εμείς εδώ πάνω. θυμάμαι μια φορά στο γήπεδο του κηπού πριν κλείσουν οι αίθουσες ποδοσφαίρου, εκείνο το πρωινό στις αρχές της άνοιξης όταν ο Γουόρτς είχε αποφασίσει να σκοτώσει δύο πουλιά με μια πέτρα. είχε ένας αέρας τόσο δυνατός που έσκουζε τις σημαίες πάνω στους στύλους, εκείνοι έκαναν ψήφους σα σακούλες στο ριπάρι κι εμείς στους κόκκινους είχαμε έναν Πίστσεκ πιάνωντας κάθε μπάλα σα βγάζεις την τελευταία πίτσα από τον φούρνο όταν λέγαμε πως τελείωσε το παιχνίδι.
στο μεταξύ είχε ανέβει στο σκορ εκείνος ο μεγάλος τερματοφύλακας του αντιπάλου σα βουνό ζεστό καλοκαίρι — δεν τον είχανε ξαναδεί τόσο νευρικό στα ντουλάπια του πρωταθλήματος. στο δεύτερο μέρος λοιπόν μπαίνει ο Γουόρτς σα μαντικός κύκλος στο κουτί των δεκαέξι, σηκώνει ένα κεφάλι εκείνον σαν τράβηξανε το πιστολάκι από το αυτί του, βγάζει μία φτύστρα σα ξεχνιόταν πως υπήρχε γκολ και τραβάει μία χτύπημα — όχι κανείς δεν πρόλαβε τον τερματοφύλακα σα πήδηξε ξαφνικά σαν ηλεκτρικό σκαθάρι. τρεις φορές γύρισε πίσω ο επικεφαλής του γηπέδου για να βγάλει το κίτρινο, τρεις φορές το ξέχασε όταν είδε εκείνον τον Σταμούλη στο πρόγευμα μιας εποχής να γελά σα μωρό που βρήκε το δικό του δάσος κάπου στη γωνία.
όταν έπεσε η σιγή εκείνη μετά τον εορτασμό, εγώ έτρεξα πάνω στους ώμους κάποιου άλλου σα νάτανε παιδί ακόμη — και εκείνος ο Πίστσεκ έγραφε ιστορία εκείνη τη στιγμή σα κάποιος γράφει τους τίτλους ενός βιβλίου για τους εαυτούς μας αργότερα. είχε μέσα του εκείνο το παιχνίδι σαν το κρασί καλής χρονιάς: η μια γουλιά να σου δίνει δύναμη κι η άλλη να σε κάνει να ξεχάσεις πως υπήρξε ποτέ πόνος. μιλήστε για άλλη μια φορά πως η ποιότητα κερδίζει πάντα — εκείνοι εκείνοι ξέρουν πως αυτή η ομάδα ήταν φτιαγμένη σα του παραμυθιού όπου ο αγώνας κρινόταν ακόμη από την ψυχή κι όχι από τους αριθμούς που βγάζουν σήμερα οι αναλυτές στις οθόνες τους 😄
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
Τώρα που θυμάμαι εκείνες τις εποχές... ήταν σα να ζούσε κανείς μέσα σε ένα βιβλίο που κανείς δεν είχε γράψει ακόμα. Κάθε αγώνας είχε τη μυρωδιά της βροχής πάνω στους γκολπόστ, τους ήχους των γκολ που γίνονταν τραγούδια πριν καν τελειώσει το πρώτο ημίχρονο, και πάνω από όλα εκείνη τη μαγεία όπου ένας ξανθός μπακ έκανε γκολ με τον τρόπο που άλλοι τραγουδούν στον πόλεμο.
Αυτή η ομάδα δεν ήταν σαν τις άλλες. Δεν είχανε μεγάλες ονομασίες στο χέρι για να τραβάνε κομπλιμέντο, δεν είχανε τους ανέμους των transfer windows να τους κουβαλάνε σα ειδώλια στις πλατείες. Είχαν ψυχή σκαλισμένη στο ξύλο των κερκίδων, εκείνη που μόνο εκείνοι που γνώριζαν τον Γουόρτς και τον Πίστσεκ ήταν σίγουροι πως υπήρχε. Σήμερα βλέπω τις ομάδες με τα κουδούνια και τα κούφια παρατσούκλια στα social — ο ένας φορτώνει στο κεφάλι του ένα ξένο όνομα τρία χρόνια πριν πατήσει χορτάρι εδώ, ο άλλος εμφανίζεται σα live reaction βγαλμένος από ένα βίντεο ποδοσφαίρου τέλους κόσμου. Δεν υπάρχει εκείνο το παιχνίδι στην ουσία, εκείνος ο αγώνας όπου πριν σφυρίξει η αρχή έκανες μια σπιρτόκουτο έξω από το γήπεδο και γνώριζες τον έναν-τον άλλον σα οικογένεια.
Βλέπω λοιπόν σήμερα μια ομάδα που έχει μέσα της σωρούς από αριθμοί όσοι κι οι αχρείες γκριμάτσες στους πιθανούς νικητές των πρωταθλημάτων. Οι αγώνες τους είναι σα παιχνίδια βιντεοπαιχνιδιών όπου το σύστημα φωνάζει συνεχώς "GOAL!" πριν καν γίνει κάτι σημαντικό. Δεν υπάρχει εκείνο το βλέμμα του ποδοσφαιριστή που ξέρει πως πρέπει να δώσει όλες του τις δυνάμεις σα να κρατάει πάνω του το βάρος μιας εποχής. Οι φίλαθλοι σήμερα κάθονται στις κερκίδες σα ζητιάνοι στην εκκλησία — ψάχνουνε το επόμενο like σα νάτανε τυχερό παιχνίδι στην πλατεία.
Αλλά εκείνο εκεί δεν ήταν έτσι. Εκεί υπήρχε κάτι άλλο — κάτι σα το χτύπημα της καρδιάς ενός αγοριού όταν είδε τον Πίστσεκ να σηκώνει τα χέρια του σα νίκησε τον πιο ισχυρό αντίπαλο του κόσμου μέσα από το δικό του σώμα. Εκεί υπήρχε ο Γουόρτς που μιλούσε σα έκανε ο ίδιος τους αντιπάλους του να κλαίνε όχι με λόγια, αλλά με τις πράξεις του μέσα στον αγωνιστικό χώρο. Η σημερινή ομάδα; Την κοιτάζω σα έναν άνθρωπο που φοράει ένα ωραίο костюμ πάνω του, αλλά μέσα του δεν έχει τίποτα άλλο από χαρτί.
Να γιατί εκείνα τα χρόνια δεν γίνονταν τραγούδια μόνο στον αγωνιστικό χώρο. Γίνονταν τραγούδια στις γειτονιές, στις οικογενειακές συγκεντρώσεις, στις μνήμες των ανθρώπων που είχανε ζήσει εκείνο το ποδόσφαιρο σα βίωναν μια ζωή μαζί του. Σήμερα τα τραγούδια εκείνα βρίσκονται στους σκληρούς δίσκους των παλαιών βινυλίων — όσοι τα βρουν πλέον, τα βλέπουν σα αναμνηστικά ενός κόσμου που τελείωσε.
Εγώ όμως ακόμα βάζω το χέρι στην καρδιά μου όταν θυμάμαι εκείνες τις κερκίδες που μύριζαν καυτό τσάι και τύρφη. Εκεί υπήρχε αυτό που λένε πια πως χάθηκε — η ψυχή του αληθινού ποδοσφαίρου. Κι όσοι δεν την είχανε ζήσει ποτέ, όσοι ρωτούν "πού να βρίσκονται όλα αυτά", ας κοιτάξουν στις φωτογραφίες εκείνης της εποχής. Θα δουν έναν κόσμο σκαλισμένο πάνω στη βρωμιά του σταδίου, πάνω στο αίμα ενός αγώνα που δεν γίνονταν για χρήματα, αλλά για εκείνο το συναίσθημα που σήμερα βρίσκουμε μονάχα στους τίτλους των εφημερίδων όταν γράφουν πως η ομάδα μας κέρδισε.
Και είμαι βέβαιος πως κάποια μέρα, όταν ξανακούσουμε εκείνο το "ΛΟΥ-ΚΟΥΑ!" στις κερκίδες, τότε μόνο θα καταλάβουμε πως εκείνο το ποδόσφαιρο δεν τελείωσε ποτέ. Απλά κρύφτηκε για λίγο μέσα στις ψυχές εκείνων που είχανε ζήσει εκείνον τον κόσμο.
xG > συναίσθημα.
Ρε παιδιά, μου θύμισαν όλα αυτά μία φορά που πήγα στην Καλαμάτα να πιώ καφέ στο «Μπλέ Κουτί» και ο Γιάννης ο ξυλουργός μου λέει:
«Ρε Αρίστα, ξέρεις τι είναι η ψυχή; Είναι όταν ο Γουόρτς έκανε έναν αμυντικό τόσο γρήγορα αχταρμά ότι πήγε σπίτι του νωρίτερα για μεσημεριανό».
Κι εγώ του λέω:
«Μα πώς;;; Αυτός ο αμυντικός ήτανε ΜΟΝΟΣ 25 χρονών!!!»
Κι εκείνος γελάει, σηκώνει το μπουκάλι του ρετσίνας σαν το κύπελλο του πρωταθλητή κι αγοράζει το επόμενο γύρο τραγουδώντας:
«Λου-κουα! Λου-κουα!» μέχρι να του πάρουν την μπουκάλα οι άλλοι στο τραπέζι 🤣😂
Γι' αυτό είμαι εδώ;
Αυτά ήτανε εκείνα τα χρόνια που τα γκολ έγιναν τραγούδια κι οι αναμνήσεις έγιναν θρύλοι… πριν καν ξέρουμε τι πάει να πει «στατιστική» 🍿🔥