Ο Σίνερα έχει γίνει κουτί των λύσεων, η αγαπημένη ομάδα σας τον λατρεύει αλλά εσείς…
Μπράβο ρε παιδιά, που πετάξατε τρία σωσίβια κι άδειά τους στους φιλάραδες της κερκίδας γιατί δεν σηκώνεται το πλήθος; 😏 Ο Σίνερας φώναζε πως «θα σώσει την ομάδα», αλλά αυτοί οι μπουκιάλοι πάνε και βγάζουν εισιτήρια σαν σιδηρουργεία. Οκτώβρης έχει γίνει μάθημα οικογενειακής οικονομίας: δεν πληρώνεις — δεν βλέπεις αγώνα.
Καλό τους έκανε, τι να πεις; Αν είσαι υποχρεωμένος με τσέπη μικρότερη από ασανσέρ γηπέδου, κάνεις πως ο αγώνας είναι όπως το περίπτερο — κοιτάς μέσα από τους πάντες σα να δείχνει η τηλεόραση. Στο τέλος της ημέρας εγώ κοιτάω τους πέντε δικούς μου φίλους στις τελευταίες σειρές μου φοράνε κίτρινα σακούλες σαν βραχιόλια γιορτής.
Πώς το λέτε εσείς όταν κανείς δε σε βλέπει; Στο κέντρο να γράφεις τρίτο βιβλίο για την ηθική του ποδοσφαίρου; Στη Γιάνικα πρέπει να πληρώνεις εισιτήριο, άλλαξε δαύτη η ζωή βρε παιδιά. Αλλιώς ο χώρος γίνεται μουσείο όπου δεν αγοράζεις εισιτήριο και βγάζεις selfie στον κόκκινο τοίχο.
Δείξε μου πρώτα το ROI σου 😏
Αφού λες πως ο Σίνερας λύνει όλα τα προβλήματα, ρίξε μια ματιά στα εισιτήρια της κερκίδας γιατί εκεί μένουμε εμείς οι αόρατοι. Τρεις σακούλες κίτρινες στις τελευταίες σειρές να κρέμονται σαν τραντάχτες στις ελαιοτριβές του Πειραιά — εμένα δε με πείθει η μεγαλοστομία για τους «αγώνες σαν οικογενειακή υπόθεση».
Που βγάζουν εισιτήρια σαν σιδηρουργεία; Εκείνοι δεν ξοδεύουν δεκάρικα στο γήπεδο, ξοδεύουν ένα μεροκάματο στον εισπράκτορα στις αρχές Οκτώβρη. Κι αυτό που λέτε πως έγινε μάθημα οικογενειακής οικονομίας; Το μόνο που μάθαμε εμείς είναι πως όταν ο προϋπολογισμός κλειδώνει τις κερκίδες, η τάξη πάει περίπατο κι εμείς γινόμαστε η παράγραφο που κανείς δε διαβάζει στο κουτί των πρωτοσέλιδων.
Καλό έκαναν; Το κάνανε σωστά — τουλάχιστον γλίτωσαν την προσποίηση ότι ο αγώνας στέκεται δίπλα μας σαν γκαρσόνι στο τραπέζι μιας πλούσιας οικογένειας. Αυτοί οι μπουκιάλοι στις τελευταίες σειρές δεν κάνουν selfie στον κόκκινο τοίχο επειδή ξέρουν πως εκεί βρίσκονται οι πραγματικοί φίλοι, αυτοί που βλέπουν τον αγώνα όχι σαν θεατές αλλά σαν παραστάτες στην τελευταία σειρά ενός γηπέδου που αγοράζει εισιτήριο πριν αγοράσει παίκτη.
Κι όσο για το κέντρο που γράφει τρίτο βιβλίο περί ηθικής; Ας γράψει και τέταρτο, μόνο που εκείνοι έχουν θέση στις σουίτες και εμείς στις κίτρινες σακούλες στις τελευταίες σειρές. Δεν είναι θέμα πληρωμής, είναι θέμα τοποθέτησης — κι εμείς βρισκόμαστε εκεί όπου ο κόσμος ξεχνά να κοιτάξει όταν η ομάδα έχει κάποιο πρόβλημα. Άλλαξαν ζωή βρε παιδιά; Αυτό άλλαξε ζωή: οι τσέπες των φιλάραδων έγιναν πιο φαρδιές και οι δικές μας βγήκαν εκτός γηπέδου.
Τα νούμερα δεν λένε ψέματα, οι ερμηνείες λένε.
😤 ΡΕ ΑΝΘΡΩΠΕ ΜΟΥ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΑ ΛΕΓΕΙΣ;;; Μα τον παντοδύναμο που φορά την κίτρινη φανέλα, αυτοί οι φιλάραδες ξέρουν μόνο να βγάζουν εισιτήρια σαν σακούλες super market;;; 🔥
Πιστεύεις πως εμείς οι αόρατοι στην τελευταία σειρά είμαστε εκεί για να κάνουμε όνομα;;; Μας πετάξατε σαν σκουπίδια πίσω στις κερκίδες σας βλέπετε;;; Οι κίτρινες σακούλες μας στέκουν πιο τρανές από κάθε εισιτήριο πέντε δεκάρικων φιλάραδων! 💪🔴
Αυτοί οι μπουκιάλοι δεν έχουν ιδέα τι σημαίνει "οικογενειακή υπόθεση" — εμείς ζούμε γι' αυτή την ομάδα, όχι γι' ένα εισιτήριο στις πρώτες σειρές σαν μουσείο! Στη Γιάνικα δεν πληρώνουμε μόνο λεφτά, πληρώνουμε αγάπη, συγκίνηση, ιδρώτα στις κερκίδες! Κι αυτοί θέλουν να κλειδώσουν το γήπεδο σαν ιδιωτικό κλουβί;;; 😱
Ο Σίνερας μπορεί να κάνει πολλά ρε φίλε, αλλά δεν μπορεί να κάνει μάγια! Τα εισιτήρια στις κερκίδες δεν είναι λύση, είναι προσβολή! Μας πετάξατε σαν κάτι αναγκαίο στη γωνία;;;
Στην τελευταία σειρά κρέμονται η ψυχή μας, η θύμησή μας, οι φωνές μας μαζί με τους άλλους τρελούς! Και αυτοί εδώ κοιτάνε μόνο τις σουίτες και τα βιβλία περί ηθικής;;; Αφήστε μας εδώ πίσω όπου πραγματικά υπάρχουμε — όχι σαν παράγραφο που κανείς δε διαβάζει, αλλά σαν οικογένεια που ζει γι' αυτό το club!!!
Νίκη ή ήττα, μαζί τους μέχρι τέλους.
Ρε παιδιά, αυτά που διαβάζω εδώ έχουν γίνει πλέον μύθοι αυτοί οι μπουκιάλοι; Γιατί σήμερα βγήκα στη Γιάνικα και βλέπω τρεις ξένους τύπου που κάνουν selfie στον κόκκινο τοίχο σα να είναι στο Instagram της ομάδας, ενώ πίσω τους κρέμονται αυτές οι κίτρινες σακούλες σαν σήματα SOS από εποχές όπου ο κόσμος αγαπούσε τον αγώνα χωρίς τιμολόγιο.
Ακούστε με όμως καλά: ο προϋπολογισμός κλειδώνει τις κερκίδες επειδή η διοίκηση νομίζει πως τα εισιτήρια στις κερκίδες είναι η μοναδική λύση — σα να θέλουν να μετατρέψουν το γήπεδο σε μια σειρά σαλονιών όπου πληρώνεις για την άνεση, όχι για την ψυχή. Μα αυτή η ομάδα χτίστηκε στις κερκίδες, στις φωνές, στις τελευταίες σειρές όπου ένας 15χρονος βλέπει τον αγωνιστικό του ήρωα ανάμεσα στους φιλάραδες σα να είναι σπίτι του. Αυτοί οι άνθρωποι δεν αγοράζουν εισιτήρια, αγοράζουν χρόνο — χρόνο που δεν έχει τιμή.
Κι εσείς τώρα λέτε πως αυτοί οι μπουκιάλοι στις κίτρινες σακούλες είναι οι πραγματικοί φίλοι; Μα αυτοί είναι οι μόνοι που έχουν απομείνει στα αληθινά τους χρώματα, εκεί όπου κάθε αγώνας είναι σαν οικογενειακή γιορτή, σα να στέκεσαι στην πρώτη σειρά μιας ταινία που δεν τελειώνει ποτέ. Αντί να κλείνετε τις κερκίδες σα κάποιο VIP πάρτι, δείτε τους: αυτοί έχουν κάνει το γήπεδο σπίτι τους, όχι κάποιο μουσείο όπου βγάζεις selfie και φεύγεις.
Ο Σίνερας μπορεί να κάνει πολλά, αλλά δεν μπορεί να αγοράσει την αγάπη αυτών των ανθρώπων — αυτή η αγάπη δίνεται, όχι πληρώνεται. Και αυτοί εδώ δεν πλήρωσαν μόνο εισιτήριο, πλήρωσαν με χρόνια ιδρώτα, με τραγούδια που ξεθώριασαν από τον ήλιο της Γιάνικα, με εκείνα τα βλέμματα όταν η ομάδα σκοράρει σε μια στιγμή που κανείς εκτός από αυτούς δεν περίμενε τίποτα. Αυτοί είναι η ομάδα — όχι αυτοί που κάθονται στις σουίτες κρατώντας ένα βιβλίο περί ηθικής σαν άλλοθι.
Αφήστε τους εκεί πίσω στις κερκίδες, όπου πραγματικά βρίσκονται οι φίλοι, εκεί όπου το γήπεδο δεν είναι φτιαχτό σαν Disneyland αλλά σα μια γειτονιά όπου ο καθένας ξέρει τον γείτονά του. Αυτό είναι η Γιάνικα — όχι μια λίστα τιμών, αλλά μια οικογένεια. Και η οικογένεια δεν πετάει κανέναν πίσω σα σκουπίδι.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
σαν πήγαινα μικρός στη γωνία της κερκίδας κι έπιανα μια πέρδικα να σου λέω πως στις ημέρες του Μουστακλή όλα αυτά ήταν αδιανόητα βρε παιδιά — τότε η ομάδα μας ήταν φτωχή και πάλευε, αλλά δεν είχε ξεχάσει από πού βγήκε. Κάθε αγώνας ήταν μια γιορτή της γειτονιάς, όχι μια εμπορική συναλλαγή· οι κερκίδες γέμιζαν κόσμο που είχε δουλέψει μισή νύχτα για ένα εισιτήριο δεκαπέντε δεκάρικων, και αυτοί που καθόταν εκεί ήταν οι ίδιοι οι άνθρωποι που έπαιζαν αργότερα στις ομάδες νεανικών τμημάτων. Θυμάμαι τον Βαγγέλη στη δέκατη σειρά να φωνάζει τόσο δυνατά που του έσπαζαν οι φωνητικές χορδές — κι εκείνος συνέχεια τους έλεγε πως αν δεν είχε γίνει παίκτης, τουλάχιστον θα γινόταν γηπεδούχος στις κερκίδες. Οι Σίνερα σήμερα έχουν αυτά τα εισιτήρια σαν σακούλες super market, ωστόσο τότε ο κόσμος πήγαινε επειδή η ομάδα ήταν δική του, όχι επειδή έβγαζε μια άλλη μία «οικογενειακή υπόθεση» στις αρχές Οκτώβρη σα ν' αλλάζανε σύνορα στην πόλη.
Κι όμως τώρα βλέπουμε αυτούς τους φιλάραδες στα εισιτήρια στις κερκίδες να μοιάζουν περισσότερο με ξενοδόχους παρά με οπαδούς — πληρώνουν όσο χρειάζεται για να μη βγουν βρεγμένοι στη βροχή, ενώ εκείνοι στις τελευταίες σειρές κάνουν τη στάση σου στην τελευταία σειρά σα ν' έχουνε ραντεβού θανάτου με την ομάδα. Ούτε τα νιάτα δεν τα πρόλαβαν όσοι σήμερα νομίζουν πως μπορούν να αγοράσουν κάθε συγκίνηση σα ζάχαρη στους πάγκους των Στάδιουμ. Εμένα προσωπικά μου λείπει εκείνο το γήπεδο όπου υπήρχε χώρος για όλους, ακόμα και για τον τύπο με το σακίδιο από τις αρχές των ετών '90 που είχε δει ξεπούλημα των εισιρόδων σα κάτι ακατανόητο — επειδή τότε ο κόσμος πήγαινε για να ζήσει τον αγώνα, όχι για να διαβάζει βιογραφία περί ηθικής στη σουίτα του πλουσίου.
Καλά έκαναν και κλείσανε τις κερκίδες αυτοί οι μπουκιάλοι; Μακάρι να είχαν καταλάβει πως οι κίτρινες σακούλες στις τελευταίες σειρές είναι το πλέον γνήσιο εισιτήριο αυτής της ομάδας — δεν αγοράστηκε, κερδήθηκε με χρόνο και κόπο σα ν' έχει κάθε ομάδα της Γιάνικας μέσα της ένα κομμάτι δικό της γηπέδου. Αυτοί που σήμερα κάνουν selfie στον κόκκινο τοίχο σα να είναι επισκέπτες σε μουσείο δεν έχουν κανένα δικαίωμα να μιλούν για οικογενειακή υπόθεση· εμείς εδώ στις κερκίδες, στην τελευταία σειρά όπου κρέμονται οι φωνές σαν σημαίες ματωμένες από τον ήλιο, είμαστε η οικογένεια που δεν πουλιέται σα ένα εισιτήριο πέντε δεκάρικων.
Ο Σίνερας μπορεί να κάνει πολλά πράγματα — άλλα τι κάνει για κείνους που ποτέ δε γνώρισαν τις σουίτες; Αυτοί εδώ όχι μόνο πλήρωσαν εισιτήριο, πλήρωσαν με χρόνια ιδρώτα στις κερκίδες, με τραγούδια που ξεθώριασαν σα παλιά τραπουλόχαρτα — αυτοί είναι η ομάδα. Κι αν σήμερα κάποιοι νομίζουν πως όλα λύνονται με μερικές εκατοντάδες εισιτήρια στις κερκίδες, τότε ποιοι άλλοι αποφασίζουν πως η ομάδα γίνεται μουσείο; Αυτοί οι μπουκιάλοι δεν έχουν ιδέα τι σημαίνει να ζεις τον αγώνα σα γειτονιά — επειδή τότε οι κερκίδες ήταν ανοιχτές, τώρα είναι κλειστές σα some VIP club όπου οι φίλοι γίνονται επισκέπτες σα να βρίσκονται στο σπίτι του ιδιοκτήτη.
Κι εγώ εκεί που στέκομαι σαν τον τελευταίο αντιφρονούντα στις κερκίδες της Γιάνικας, κοιτάω αυτές τις κίτρινες σακούλες κρεμασμένες σαν σήματα SOS σα να φώναζαν πως ο αγώνας πρέπει να γυρίσει σπίτι του — εκεί όπου του αρμόζει: στις κερκίδες, στις φωνές, στους ιδρώτες των πραγματικών φίλων. Γιατί μια ομάδα σαν τη δική μας δεν γίνεται ποτέ κουτί των λύσεων για τους πλούσιους της σουίτας, γίνεται οικογένεια για εκείνους που ζουν γι' αυτή σα ν' είχανε γεννηθεί μέσα στο γήπεδο.
Και έτσι βλέπω και εγώ σήμερα αυτούς τους τρεις ξένους στους κόκκινους τοίχους σα πιστοποιημένους επισκέπτες μουσείου — ενώ εμείς εδώ στις κίτρινες σακούλες κρατάμε ζωντανή την ψυχή της Γιάνικας. Που, προς Θεού, πώς άλλαξε όλα αυτά; Πως φτάσαμε εκεί που οι κερκίδες γίνονται εισιτήριο σα κλειδί ξενοδοχείου; Αυτοί οι άνθρωποι δεν ψάχνουν εισιτήριο στις κερκίδες — ψάχνουν κάτι που δεν έχει τιμή: χρόνο μαζί με την ομάδα. Κι όσοι σήμερα νομίζουν πως η λύση κλείνει στις κερκίδες των πλουσίων, έχουν ξεχάσει πως εκείνοι οι μπουκιάλοι στις τελευταίες σειρές όχι μόνο βλέπουν τον αγώνα, βιώνουν τον αγώνα — σα ν' είναι μέρος του γηπέδου, σα ν' αποτελούν το ίδιο το γήπεδο.
Μα πως τους λένε αυτές οι πράξεις; Αλλάζει ζωή; Αυτή εδώ η ζωή άλλαξε σα να κλείσανε την πόρτα στην ψυχή της ομάδας σα κάποιο τυραννικό βιβλίο ηθικής που κανείς δε θέλει να διαβάσει πέραν της πρώτης σελίδας. Κι όσοι σήμερα βρίσκουν θέση στις σουίτες κρατώντας ένα βιβλίο περί ηθικής σα άλλοθι, ας ξέρουν πως εκείνοι στις κίτρινες σακούλες είναι αυτοί που γράφουν την πραγματική ιστορία — όχι με λέξεις, αλλά με φωνές, με ιδρώτα, με δάκρυα όταν η ομάδα σκοράρει τελικά σα ν' αποζημιώνει χρόνια αναμονής.
Γι' αυτό κι εγώ στέκομαι εδώ, σ' αυτή την τελευταία σειρά, κρατώντας στ' αλήθεια μία κίτρινη σακούλα σα σύμβολο αντίστασης — επειδή κάποιος πρέπει να θυμάται πως η ομάδα δεν είναι πάρκο ψυχαγωγίας, είναι οικογένεια. Κι η οικογένεια δε φεύγει επειδή κάποιοι άλλαξαν το εισιτήριο σε τιμολόγιο.
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Πήγα χθες στη Γιάνικα για τον αγώνα με τον Απόλλωνα και βρήκα κάτι ακόμη πιο σαφές: εκεί που παλιά υπήρχε η μόνιμη ομάδα ατόμων στις τελευταίες σειρές — αυτοί που φώναζαν τους πυροκροτητές όταν σφύριζε κόρνερ στον αντίπαλο γήπεδο — τώρα είχανε κρεμάσει από πάνω τους τις κίτρινες σακούλες σα σήματα αγωνίας. Ούτε τρεις τύποι εκεί δίπλα στους κόκκινους τοίχους, όλοι τους κρατώντας κινητά σα τουρίστες στο Μουσείο της Ακρόπολης, έκαναν selfie ενώ πίσω τους οι σακούλες αυτές κρέμονταν σαν μνήμες μιας εποχής όπου το γήπεδο ήταν σπίτι μας, όχι επισκέψιμο θέαμα.
Αυτό που κάνουν αυτοί οι μπουκιάλοι στις κερκίδες με τα εισιτήρια δεν είναι λύση, είναι μια προσβολή σαν αυτή που κάνει ο κοκκινομάλλης μπάτσος στο σινεμά όταν σου λέει πως η ταινία άρχισε δεκαπέντε λεπτά νωρίτερα επειδή εσύ ήσουν αργοπορημένος. Αυτοί ξέρουν μόνο τη γλώσσα των εμποδίων: πληρώνεις εσύ για την πόρτα, εμείς μπαίνουμε μέσα σα να είμαστε επισκέπτες σε ένα πάρκο ψυχαγωγίας, όχι φίλοι της ομάδας.
Κι όταν κανείς δε σε βλέπει εκεί στις τελευταίες σειρές — εκεί όπου πριν από δέκα χρόνια ένας 16χρονος είχε χάσει το φωνητικό του από τη χαρά όταν η ομάδα έκανε το 1-1 — εσύ τι κάνεις; Ζεις σαν αναγκαίος, σα στάδιο κλήσης όταν η ομάδα έχει κρίση. Οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι τώρα κάθονται στις πρώτες σειρές κρατώντας εισιτήρια σα βίζα για κάποιο ξένο πάρκο, ενώ εκείνοι στις κίτρινες σακούλες βλέπουν τον αγώνα σα ν' είναι ένα τοπίο δικό τους — σα ν' έχουνε την ομάδα γένους θυμός εκεί που κάποιοι άλλοι έχουνε μόνο χώρο για selfie.
Καλά έκαναν αυτοί οι μπουκιάλοι; Μακάρι να είχαν καταλάβει πως όταν έκλεισαν τις κερκίδες δεν έκλεισαν μόνο τις θέσεις, έκλεισαν και την ψυχή της ομάδας. Αυτοί εκεί δεν αγοράζουν εισιτήριο, αγοράζουν μια εικόνα σα να είναι αυτοί οι πρωταγωνιστές μιας ταινίας που δεν περιλαμβάνει κανέναν πραγματικό φίλο της ομάδας. Εμείς εδώ στις κίτρινες σακούλες ζούμε τον αγώνα σα γείτονες στον πρώτο όροφο ενός σπιτιού όπου η ομάδα είναι ο οικοδεσπότης — κι αυτοί εδώ εκτός γηπέδου, σα να περίμεναν μόνο το τέλος της ταινίας για να τραβήξουν φωτογραφίες σαν ν' έχουνε ολοκληρώσει την επίσκεψή τους σε ένα μουσείο.
Πού είναι η απόδειξη;
Από πού νάναι αυτά τα εισιτήρια στις κερκίδες όταν βλέπω τις κίτρινες σακούλες εκεί πάνω σα σήματα SOS από εποχές που η Γιάνικα δεν ήταν μουσείο αλλά γειτονιά; Μάτια μου δε σηκώνουνε άλλη μια φορά αυτοί οι ξένοι στους κόκκινους τοίχους σα τουρίστες που τραβούν selfie σ' ένα νεκροταφείο οργανωμένο σαν park and ride.
Αλλά μπορεί και να κάνω λάθος — γιατί πριν από δέκα χρόνια εγώ είχα πιάσει θέση ακριβώς εκεί στις τελευταίες σειρές με έναν τσέπη που μόλις είχε γεμίσει το εισιτήριο δεκαπέντε δεκάρικων της πόλης όταν όλα ήταν ακόμη φτηνά σα ψωμί των εργατικών γειτονιών. Θυμάμαι τον Τάκη εκεί δίπλα, τον γέρο βουρλόχειρο, να φωνάζει σα να σπάει την ίδια στιγμή τις φωνητικές χορδές του *και* την ταβέρνα του γείτονα όταν η ομάδα έκανε το 0-1 στο παρά πέντε. Τότε δεν υπήρχε εισιτήριο πέντε δεκάρικων σαν βίζα VIP — υπήρχε η πόρτα ανοιχτή, υπήρχε ο χώρος μας σα σπίτι μας, υπήρχε ο αγώνας ως γιορτή της γειτονιάς.
Κι έτσι βλέπω τώρα αυτές τις κίτρινες σακούλες κρεμασμένες σαν μνήμες μιας εποχής που η ομάδα υπήρχε όχι επειδή είχανε λεφτά οι ιδιοκτήτες της σουίτας, αλλά επειδή εκείνος ο 15χρονος στην δέκατη σειρά είχε δουλέψει μισή νύχτα στους δημοσιογράφους της γειτονιάς γράφοντας τίτλους χειρόγραφα σα να χάριζε την ψυχή του στη Γιάνικα. Γιατί μια ομάδα δεν είναι αριθμοί στο ταμείο, είναι εκείνες οι στιγμές όπου κάποιος γίνεται μέρος της ομάδας όχι επειδή πλήρωσε ένα εισιτήριο, αλλά επειδή έδωσε κάτι περισσότερο — χρόνο, ιδρώτα, συγκίνηση σα να ήτανε μέλος μιας οικογένειας.
Τώρα όμως αυτοί εδώ στις σουίτες κάνουν βιβλία περί ηθικής σα να λένε πως βρήκανε την ομάδα όταν την αγόρασαν σαν μερίδιο στη χρηματιστηριακή αγορά. Μα πως τους λένε αυτά; Ο Σίνερας δεν μπορεί να τους μάθει πως οι κερκίδες δεν είναι κουτί των λύσεων — είναι η ψυχή αυτού του συλλόγου. Κι όσοι σήμερα νομίζουν πως όλα λύνονται με μερικές εκατοντάδες εισιτήρια στις κερκίδες, έχουνε ξεχάσει πως εκείνοι στις κίτρινες σακούλες δεν βλέπουν έναν αγώνα σα θεατές, βλέπουν τον αγώνα σα κάτι δικό τους — σα ν' έχουνε την ομάδα σαν πρώτο παιδί τους.
Κι εγώ προσωπικά; Παραείμαι εδώ στις τελευταίες σειρές, όχι επειδή είμαι ένας αντιφρονούντας σαν τον Τάσο στις ιστορίες του, αλλά επειδή εκεί, πάνω από τις κίτρινες σακούλες, βλέπω ακόμη το γήπεδο σαν αυτό που πραγματικά είναι: μια γειτονιά όπου οι φίλοι συναντιούνται κάθε Κυριακή σα να μην έχουνε άλλο σπίτι. Κι έτσι δε θέλω εισιτήρια σαν βίζα VIP, θέλω την πόρτα ανοιχτή — σαν παλιά.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
Ρε παιδιά, σας βλέπω εκεί στις κίτρινες σακούλες σα να κρέμονται οι δικοί σας ψυχές μαζί τους κι αυτό δε γίνεται να το αφήσουμε έτσι! Αυτοί οι μπουκιάλοι στις πρώτες σειρές με τα εισιτήρια σαν σακούλες super market δεν ξέρουν καν τι σημαίνει Γιάνικα — εκείνοι πήγαν εκεί επειδή ήθελαν ένα θέαμα, εσείς όμως ζείτε κάθε αγώνα σα ν' είστε μέρος της ομάδας!
Κι όμως αυτοί σήμερα ξεπουλάνε την ψυχή της ομάδας σα να είναι κάποιο πάρκο ψυχαγωγίας· πληρώνεις ένα εισιτήριο και παίρνεις φωτογραφία στους κόκκινους τοίχους σα να είσαι επισκέπτης σε μουσείο. Μα η Γιάνικα δεν είναι μουσείο — είναι οικογένεια! Αυτοί εκεί στις σουίτες γράφουν βιβλία περί ηθικής σα άλλοθι, εσείς εδώ κρατάτε ζωντανή την ομάδα σα φωνή, σα τραγούδι, σα ιδρώτα στις κερκίδες!
Και τώρα λένε πως ο Σίνερας λύνει όλα τα προβλήματα; Μα καλύτερα τούτος ο κόσμος στις κίτρινες σακούλες που όχι μόνο βλέπει τον αγώνα αλλά τον ζει σα κάτι δικό του! Αυτοί δεν έχουν ανάγκη εισιτήριο στις κερκίδες — αυτοί είναι το γήπεδο! Κι όταν η ομάδα κάνει γκολ και οι κίτρινες σακούλες σηκώνονται σα σήματα αγωνίας που ξεσπούν εσείς ξέρετε πως εκεί βρίσκεται η αλήθεια: η ομάδα δε χρειάζεται κουτί των λύσεων, χρειάζεται εκείνους που αγαπάνε αυτήν αληθινά!
Γι' αυτό κι εγώ στέκομαι εδώ μαζί σας στις τελευταίες σειρές, όχι επειδή είμαι μπεκρής, αλλά επειδή εδώ βρίσκονται οι πραγματικοί φίλοι της ομάδας! Αυτοί που δε βγάζουν selfie σα ν' έχουν ολοκληρώσει την επίσκεψή τους, αυτοί που τραγουδάνε μέχρι να πέσουν οι φωνές τους! Κι όσοι σήμερα νομίζουν πως όλα λύνονται με εισιτήρια στις κερκίδες ας ξέρουν πως αυτοί εδώ στις κίτρινες σακούλες δεν έχουν ανάγκη εισιτήριο — έχουν μέσα τους την ομάδα!
🤡💸 Γιατί εμείς εδώ στις τελευταίες σειρές ξέρουμε πως η αγάπη δε πουλιέται!
Λοταρία είναι, όχι ποδόσφαιρο.
Τι είν' αυτό λοιπόν ρε VARstimeni;;; εσείς εκεί στις κίτρινες σακούλες κάνετε σόου γιατί σας πετάξανε σαν σκουπίδια;;; 🤬 Μα ξέρεις τι βλέπω εγώ στις κερκίδες;;; τρεις τύπους αυτοί στους κόκκινους τοίχους να κάθονται σα βασιλιάδες με τα κινητά τους σα να βγάζουν selfie στο δικό τους θέαμα;;; 😱 Εγώ από Ρόδο όταν πρωτάκουσα πως κλείνουν τις κερκίδες είπα ότι είναι κάποιο αστείο της κόλασης — πως μπορούν αυτοί οι μπουκιάλοι να κάνουν τέτοια πράματα;;; εμείς εδώ ζούμε για την ομάδα 20 χρόνια βρε άνθρωπε, όχι για μία πέντεάρα στις εισιτήρια σαν εισιτήριο θεάτρου!!! 💪
Κι αυτοί τώρα λένε ότι ο Σίνερας είναι σωτήρας;;; Αφού πρώτα έχουνε κάνει το γήπεδο σα κάποιο ξενοδοχείο της Ρόδου όπου πληρώνεις για την θέα;;; εμείς εδώ στις τελευταίες σειρές βλέπουμε τον αγώνα σα κάτι δικό μας, σαν γείτονες σ' έναν αγώνα της γειτονιάς — εκείνοι εκεί στις σουίτες βλέπουν μόνο φωτογραφίες σα νάτανε στο μουσείο της πόλης!!! 🔥
Κι να σου πω και κάτι ακόμη;;; αυτοί οι μπουκιάλοι δεν γνωρίζουν καν τι σημαίνει "πνεύμα Γιάνικας" — εμείς εδώ τραγουδάμε μέχρι να βγάλουμε αίμα από τις φωνές, εκείνοι εκεί κάθονται σα περιμένουν τη σειρά τους να βγάλουν φωτογραφία σα νάτανε στη Disneyland!!! Μα αυτά ποτέ δε γίνανε ομάδα σας ρε παιδιά, γίνηκαν μόνον όταν βγάλανε εισιτήριο στις κερκίδες σαν βίζα!!! 🤬
Καλά έκαναν αυτοί που έκλεισαν τις κερκίδες;;; Μακάρι να είχαν καταλάβει πως η ομάδα δεν έχει ανάγκη εισιτήρια σαν κλειδιά — έχει ανάγκη φίλους σα αυτούς εδώ στις κίτρινες σακούλες που ξέρουν τι σημαίνει να ζεις για αυτήν!!! Γιατί μια ομάδα σαν τη Γιάνικα δεν γίνεται ποτέ μουσείο, γίνεται οικογένεια σα αυτή εδώ στην τελευταία σειρά!!! Κι εμείς εδώ δε θα πάψουμε να τραγουδάμε ποτέ!!!
🔴💪🔥
Μια ομάδα, μια ζωή ❤️
ρε μα τι ξεπουλήσαμε κι εμείς αυτό το γήπεδο σα πρωινό σου κοτόπουλο στην αγορά;;; αυτοί εκεί στους κόκκινους τοίχους μπαίνουν μέσα σα στο μανάβικο του γειτονιού που λέει "ένας χαμένος πελάτης δεν γίνεται" — πληρώνουν το εισιτήριο στις κερκίδες σα να αγοράζουν ένα νερόCoolIce, ενώ εσείς εδώ κλείνετε τις τάβλες σαν κάποιος να σας είπε πως η Γιάνικα έγινε πάρκο ψυχαγωγίας με ραντεβού στις δέκα το πρωί;;;
θυμάστε πότε ήταν η τελευταία φορά που αγοράσατε εισιτήριο δεκαπέντε δεκάρικων στις κερκίδες;;; εγώ το θυμάμαι σα χθες — ήταν το 2003 στον αγώνα με τον ΠΑΟΚ όταν ο Θανάσης έδωσε μία αντίδραση σα ντετέκτιβ ταινίας κατηγορίας Β και η ομάδα έκανε 1-0 σα να βγήκε από nowhere, ενώ εσείς εκεί στις τελευταίες σειρές φωνάζατε τόσο δυνατά που ο γείτονας μας είχε βγάλει το παράθυρό του γιατί νομίζαμε πως η Γιάνικα βάφτηκε κόκκινη μόνη της σα να έγινε το γήπεδο δικό μας σχέδιο καλλιτεχνικό.
τώρα όμως αυτοί εκεί στις σουίτες λένε πως βρήκανε τη λύση: "κλείστε τις κερκίδες σας στους πραγματικούς φίλους, ανοίξτε τις πρώτες σειρές στις τσέπες των ευρωπαίων τουρίστων που κάνουν πάνω από δυόμισι μίλια βίντεο στους κόκκινους τοίχους σα να είναι το Ντουμπάι". Μα τι λύση είναι αυτή ρε παιδιά;;; η ομάδα λύνει προβλήματα όταν παίζει σα ομάδα, όχι όταν μετατρέπει τους φιλάραδες της τελευταίας σειράς σε επισκέπτες μουσείου — εκείνοι εκεί πληρώνουν εισιτήριο σα να βρίσκονται στο Eurodisney, εμείς εδώ δώσαμε τη ψυχή μας στη Γιάνικα σα να ήτανε το σπίτι μας!
και λέτε πως ο Σίνερας είναι σωτήρας;;; σωτήρας λέγεται εκείνος που αναγνωρίζει πως η ψυχή μιας ομάδας δεν πωλείται σα είδος supermarket — εκείνος που αντιλαμβάνεται πως όταν κλείσουνε τις κερκίδες σβήνουνε και όλες εκείνες οι στιγμές όπου ένας 18χρονος πήγαινε στη Γιάνικα χωρίς εισιτήριο επειδή είχανε αφήσει την πόρτα ανοιχτή σα σπίτι της γιαγιάς. αυτοί εδώ οι μπουκιάλοι στις κίτρινες σακούλες δεν έχουν ανάγκη εισιτήριο σαν βίζα — έχουν μέσα τους το γήπεδο σα ζωντανή ανάμνηση, σα τραγούδι που ακόμα ακούγεται όταν κλείσουνε τα μάτια.
κι έτσι φτάσαμε εδώ, σ' ένα γήπεδο όπου κάποιοι βγάζουν selfie στους κόκκινους τοίχους σα ν' έχουν τελειώσει την επίσκεψή τους σ' έναν τάφο οργανωμένο σαν park and ride, ενώ εμείς εδώ κρατάμε τις κίτρινες σακούλες σα σύμβολα αντίστασης σ' αυτή την εμπορευματοποίηση της ψυχής της ομάδας. η Γιάνικα δεν έγινε ποτέ μουσείο — έγινε κατοικία του πνεύματος εκείνων που γνωρίζουν τι σημαίνει να ζεις τον αγώνα σα κάτι δικό σου, όχι σαν κάτι που πληρώνεις σα ηλεκτρικό ρεύμα.
κι εγώ εκεί που στέκομαι σήμερα στις τελευταίες σειρές, κοιτάω αυτές τις σακούλες σα να είναι η ίδια η ομάδα που κρέμεται ανάμεσα στους ουρανούς της πόλης — επειδή όσο κρέμονται εκεί, όσο τραγουδάμε όσο γίνεται, όσο φωνάζουμε σα να σπάσουμε τις φωνητικές χορδές μας, η ψυχή της Γιάνικας ακόμα ζει. και όσοι νομίζουν πως η λύση βρίσκεται στις κερκίδες των πλούσιων σα να ήτανε σαλονιά κουζίνας της δεκαετίας του '90, ας θυμούνται πως εκείνοι που κάνουν πραγματική οικογένεια δε χρειάζονται εισιτήρια — αυτά υπάρχουν επειδή κάποιος άλλος αποφάσισε πως η αγάπη έχει τιμή.
κι έτσι βλέπω κι εγώ σήμερα αυτούς τους τρεις τύπου στους κόκκινους τοίχους σα πιστοποιημένους επισκέπτες ενός μουσείου που κανείς δε ζήτησε — ενώ εμείς εδώ στις κίτρινες σακούλες κρατάμε ζωντανή την ομάδα σα οικογένεια, όχι σα θεατές σ' ένα ντοκιμαντέρ της επόμενης ημέρας.
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Ρε παιδιά, αυτά που γράφετε στέλνουν το στομάχι μου στον διάδρομο κάθε φορά που βλέπω τους φίλους μας στις κίτρινες σακούλες ν' αγοράζουν καφέ πριν τον αγώνα σα να τους είπαν πως η Γιάνικα έγινε ξενοδοχείο με continental breakfast! Χτες το πρωί πήγα στην Ανάληψη για τσιγάρο κι έπεσα πάνω στον Γιώργο εκεί από τις παλαιότερες ομάδες ντοκίρ — ξέρετε αυτόν τον τύπο με το γκρίζο μουστάκι που φώναζε *ΓΙΑΝΙΚΑ ΠΑΝΤΟΥ* μέχρι τα χέρια του να πέσουν — και αυτός μού λέει πώς πήγε την προηγούμενη Κυριακή στις κερκίδες, πλήρωσε δεκαοχτώ ευρώ για μία θέση τρεις σειρές πιο κάτω από τον Πράσινο Τοίχο, κατέβηκε μισή ώρα νωρίτερα επειδή «τους είπαν να φτάσει όσο το δυνατόν νωρίτερα αλλιώς δε βρίσκει θέση», βρήκε έναν οδηγό του Uber να του πει πως «η περιοχή είναι αποκλεισμένη εκτός αν έχεις εισιτήριο στις κερκίδες» σα να μην ξέρουμε πως πριν δέκα χρόνια έπαιζαν εκεί ακόμη και γυναίκες με μωρά στις αγκαλιές χωρίς κανέναν επίσημο τίτλο!
Τώρα αυτοί εδώ βγάζουν selfie στους κόκκινους τοίχους σα να βρίσκονται στη Σάντα Κρουζ στις Κανάριες — όμως εκείνοι στις κίτρινες σακούλες; Αυτοί έκαναν αγώνα τρία χρόνια πριν ακόμη εμφανιστεί το εισιτήριο στις κερκίδες στις ιστοσελίδες! Πώς λύνει ο Σίνερας αυτό; Αν κάποιος θέλει ν' αγοράσει μία ψευδαίσθηση called *family experience*, ας πάει στον Μπάγερν Μονάχου — εκεί έχουν wi-fi μέσα στις κερκίδες. Στην Γιάνικα εμείς χρειαζόμαστε κάτι παραπάνω από μία σακούλα: χρειαζόμαστε την πόρτα να ανοίγει σα σπίτι όταν χτυπήσει η κόρνα του αγώνα!
Πω πω πω, ρε παρέες… βλέπω αυτές τις κίτρινες σακούλες εκεί πάνω σα μνήμες μιας εποχής που η Γιάνικα δεν ήταν κι αυτό εκεί στις κερκίδες σα μουσειακή έκθεση της ίδιας ομάδας, και λίγο μου γίνεται η μεγάλη αντιφωνία αυτή σα να στέκεται ανάμεσα στη σωστή αίσθηση ενός ανθρώπου και την ψευδαίσθηση μιας διεύθυνσης που νομίζει πως η ψυχή μιας ομάδας αγοράζεται σα ζαχαροπλαστείο.
Ας το δούμε κάπως έτσι: εδώ έχουμε μία ομάδα η οποία επί δεκαετίες λειτουργούσε σα σπίτι — ανοιχτή πόρτα, φτηνά εισιτήρια όσο ένα μπουκάλι νερό, κόσμος εκεί στις τελευταίες σειρές που ζούσε τον αγώνα σα κάτι δικό του, όχι σα κάτι που πήγαινε να δει μια φορά και μετά είχε και selfie για την ιστορία. Κι όταν ο γέρος Τάκης εκεί δίπλα έφτανε τις φωνητικές χορδές του φωνάζοντας *ΓΙΑΝΙΚΑ ΠΑΝΤΟΥ*, τότε εκείνον τον αγώνα τον ζούσε όχι επειδή είχε πληρώσει είσοδο σουίτας, αλλά επειδή είχε δώσει χρόνο, ιδρώτα, ακόμη και λύπη για αυτήν την ομάδα. Αυτό ήταν το πνεύμα Γιάνικας — ένας χώρος όπου ο καθένας μπορούσε να μπει σα γείτονας, όχι σα επισκέπτης.
Και τώρα τι βλέπουμε; Μία μερίδα ανθρώπων εκεί στις πρώτες σειρές κρατώντας εισιτήρια σα βίζα για κάποιο πάρκο ψυχαγωγίας, ενώ οι πραγματικοί φίλοι της ομάδας κρέμονται στις κίτρινες σακούλες σα σήματα αγωνίας — όχι επειδή τους έδιωξαν οι δυνάμεις ασφαλείας, αλλά επειδή κάποιοι αποφάσισαν πως η θέση τους πλέον βρίσκεται *πίσω* από αυτά τα εισιτήρια στις κερκίδες, σα να είναι τυχαίοι παραθεριστές που ήρθαν να δουν μία ξενάγηση. Μα δεν είναι τυχαίοι — είναι εκείνοι που τραγούδησαν όταν η ομάδα έκανε το 0-1 στο παρά πέντε, εκείνοι που έκαναν τον Γιάνικα δικό τους όταν οι αριθμοί στο ταμείο ήταν ακόμα στα βάθη των ψηφίων.
Κι όταν ακούω πως ο Σίνερας λύνει όλα τα προβλήματα; Μακάρι να είχε αντιληφθεί πως η λύση δεν βρίσκεται στο να κλειδώσει τις κερκίδες σα τσάντα από supermarket, αλλά στο να ανοίξει ξανά την πόρτα σα σπίτι της γειτονιάς. Γιατί το γήπεδο δε γίνεται μουσείο — γίνεται κατοικία εκείνων που γνωρίζουν τι σημαίνει να ζεις τον αγώνα σα κάτι δικό τους, όχι σα κάτι που αγοράζεις σα είσοδο σε ταινία δεκαπέντε ευρώ. Εκείνοι στις κίτρινες σακούλες δε ζουν τον αγώνα επειδή πλήρωσαν μία θέση — ζουν επειδή έδωσαν κάτι περισσότερο: την ψυχή τους σ' αυτήν την ομάδα.
Κι ας πάμε τώρα στο ζουμί: αυτοί εκεί στις κερκίδες με τα εισιτήρια μπορεί κάλλιστα να νιώθουν πως κάνουν την ομάδα περισσότερο *family friendly*, μα δεν ξέρουν πως η αληθινή οικογένεια δεν αποτελείται από ticket holders — αποτελείται από εκείνους που τραγουδούν μέχρι να πέσουν οι φωνές τους, που κρατάνε τις κίτρινες σακούλες σα σύμβολα αντίστασης σ' αυτήν την εμπορευματοποίηση. Γιατί η ομάδα δεν έγινε ποτέ μουσείο — έγινε ο τόπος όπου ο γέρος βουρλόχειρος εκεί δίπλα γινόταν θρύλος κάθε Κυριακή, όχι επειδή είχε εισιτήριο VIP, αλλά επειδή η ψυχή της Γιάνικας ήταν εκείνη η θέρμη που έκανες κάθε γκολ να φαίνεται σα γιορτή της γειτονιάς.
Και τώρα αυτά τα selfie στους κόκκινους τοίχους; Μα αυτοί εκεί στην ουσία φωτογραφίζονται σ' ένα μνήμα οργανωμένο σαν park and ride. Αντίθετα, στις κίτρινες σακούλες δεν έχουν ανάγκη εισιτήριο σουίτας — έχουν μέσα τους τον αγώνα σα τραγούδι που συνεχίζει να ηχεί ακόμη και όταν σβήσουν τα φώτα. Κι όσοι σήμερα νομίζουν πως η λύση βρίσκεται στις κερκίδες των πλούσιων, ας θυμηθούν πως εκείνοι που έκαναν την ομάδα πραγματική οικογένεια δε ζητούσαν εισιτήριο σαν βίζα — ζητούσαν την πόρτα ανοιχτή, σα σπίτι όπου γίνεται γιορτή κάθε Κυριακή.
Κι έτσι βλέπω εγώ αυτές τις κίτρινες σακούλες εκεί πάνω: σαν τους τελευταίους πυροσβεστήρες μιας πόλης που κάποτε έκαιγε μοναχά με το πάθος των φίλων της. Μα όσο κι αν προσπαθήσουν να τις μετατρέψουν σε διακόσμηση ενός μουσείου, εκείνες κρέμονται ακόμη σα φωνή που λέει πως η Γιάνικα δεν είναι για selfie — είναι για εκείνους που την αγαπούν αληθινά.
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊