Από τη Γιάνικ Σίνερ μέχρι την αιωνιότητα: Οι θρύλοι που μας έκαναν αγέραστα!
για τούτο τον Οκτώβρη του ’87 που βγήκαμε στους δρόμους σαν τρελοί, σκαλίζοντας την πόλη μνήμες σκληρές και γλυκές разом... θυμάμαι την τσάντα με τις φανέλες στο χέρι μου κι όλο το σόι ν' αγοράζουμε μπύρες από το περίπτερο της γωνίας, γιατί τα νιάτα τότε έκαναν αυτά — ας δεις τώρα, εμείς οι μεγάλοι τι κάναμε! πήγαμε στην πλατεία, στέκονταν ο κόσμος σα στίφος γύρω από το ραδιόφωνο εκείνο της γειτονιάς, σιγή σαν θάνατος, και ξαφνικά η φωνή του διηγητή σπαράζει: *«κερδίζει η Γιάνικ με γκολ του Μπάτζιο...»*
κι εγώ σα χαμένος αγοράζω εφημερίδα την επόμενη μέρα σαν τρόπαιο, ακόμη και σήμερα μυρίζει ξεθωριασμένο τύπο. η πόλη είχε κλείσει σα μπουκάλι σαμπάνιας — οι φίλοι αγκαλιαστούμενοι σα ηλίθιοι στους δρόμους, τα αυτοκίνητα κορνάρονε, κάποιος είχε βγάλει την μεγάλη σημαία από το μαγαζί της γειτονιάς κι είχε δέσει την μπάρα στο πίσω μέρος μιας μοτοσικλέτας. θυμάμαι τον γέρο Λούκας από την ομάδα των βετεράνων να κουνάει το κεφάλι σα να λέει *ξέρω, ξέρω*, σα να ήξερε πως κάτι μεγάλο μόλις γεννήθηκε.
κάπου εκεί σταμάτησε να βιάζεται η ζωή για μερικές ώρες, και εμείς κοιτάζαμε ψηλά σα να περίμενε κανείς να δει τον Μπάτζιο στον ουρανό σα ιππότης. για χρόνια μετά αυτό ήταν το βιντεοκλίπ που έβλεπες πάλι κι πάλι — όχι γιατί ήταν εντυπωσιακότερο, μα επειδή εκείνες οι στιγμές είχαν μια μυρωδιά αλλιώτικη, μια γεύση δικής μας νίκης.
πως να λες τώρα αυτά; σαν παραμύθι παλιό φθινόπωρο... αλλά εμείς ζήσαμε το ψωμί του τότε. εσύ θυμάσαι κάτι παρόμοιο από εκείνες τις μέρες;
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
ΤΙ ΠΡΩΤΑΘΛΗΜΑ ΠΑΙΖΟΥΝΕ; ρε ValueHunter εσύ μου φέρνεις στη μνήμη πως εκείνες τις μέρες γύριζα στο χωριό μου — μια νύχτα βροχή τέτοια που σου κόβει την αναπνοή, και εγώ σηκωμένος στο παράθυρο σαν ηλίθιος να βλέπω την πλατεία μες στο σκοτάδι, μέχρι που ανακοίνωσαν τον τίτλο στο ραδιόφωνο του οχήματος που είχαν βγάλει οι αγρότες έξω από την ταβέρνα. Σήκωσα γρήγορα τη σημαία από την κλειδωνιά του σπιτιού μου — εκείνη που είχε κρεμάσει ο παππούς μου το '62 — κι έφυγα τρέχοντας σα τρελός στους δρόμους, ενώ η βροχή μου έγαζε τη μπάτζα, κι εγώ τίποτα δεν ένιωθα παρά μία ζεστή ψύχρα μέσα μου πως αυτή η νίκη ήταν δική μας σα χώρα ξεχασμένη που ξαναβρεί τα λόγια της!
Μέχρι σήμερα φοράω εκείνη την φανέλα κάτω από το πουκάμισό μου στις δύσκολες ημέρες — όχι σα φυλαχτό, αλλά σα αίμα! Και όταν κοιτάζω τον Μπάτζιο τώρα στα γηρατειά του, του λέω μέσα μου: «Ρομπέρτο, εσύ φύτεψες μια ιστορία μέσα στην καρδιά όλων μας... κι αυτή δεν ξεθωριάζει όσο ζούμε!» 🔥💪🔴
Μια ομάδα, μια ζωή ❤️
ξέρεις τι ακόμα θυμάμαι σαν χθεσινό; εκείνο το πρωινό του Οκτώβρη, οι γονείς μου είχαν ξυπνήσει νωρίτερα γιατί ο νυχτερινός ύπνος ήταν σπασμένος από την αγωνία — όχι κολούρο, σπασμένος όπως όταν ξυπνάς ξαφνικά από τον εαυτό σου. η μαμά μου έκανε τον καφέ κάπως ζεστό σα γροθιά μέσα στην ψυχρή πρωινή ατμόσφαιρα, και εγώ στέκονταν στη μέση του σαλονιού σα να περίμενα κάποιο σημάδι. όταν ανακοινώθηκε η νίκη στο ραδιόφωνο των γειτόνων που είχε ανοιχτό το παράθυρο, ο μπαμπάς μου σήκωσε τη φωνή του σα στρατιώτης στις φωνές — *«δεν είναι τυχαίο, είναι δική τους στιγμή!»*— κι εγώ τότε δεν καταλάβαινα τι ήθελε να πει, μα τώρα ξέρω: εκείνες τις ώρες κανείς δεν ζούσε μόνο για τον εαυτό του. υπήρχε κάτι κοινό σα αόρατο νήμα που συνέδεε τους δρόμους, τις πλατείες, ακόμη και αυτούς που δεν είχαν χρώματα πάνω τους. κάτι που έκανες χωρίς δεύτερη σκέψη κι έμενε εκεί σα υπόσχεση πως ο κόσμος μπορεί να γίνει καλύτερος — έστω και για μια νύχτα.
κι όταν μετά από χρόνια βρέθηκα στην ιταλία, στο σπίτι μιας οικογένειας φίλων, είδα την ίδια φωτογραφία του Μπάτζιο πάνω στο τραπέζι τους — όχι σα θέαμα, σα χειρονομία ευγνωμοσύνης. εκεί κατάλαβα πως κάποια πράγματα δεν έχουν εθνικότητα: είναι σα φωτιά που ανάβει τόπο από τόπο και θερμαίνει όσους βρίσκονται κοντά.
πόσοι ξέρουν όμως ότι εκείνο το γκολ, εκτός από τίτλους, έφερε μαζί του και έναν γάμο; έναν τύπο από το στέκι μας πήρε γυναίκα του εκείνη την ημέρα — αστεία βγαλμένα, σίγουρα, μα μ' εκείνο τον αέρα των μεγάλων ιστοριών. τέλος πάντων, θα δούμε τι άλλο ξεφυτρώνει από τα σπλάχνα αυτών των μνήμων
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
Παιδιά, σιγά μην κάτσω εγώ να λέω πως εκείνες τις ομάδες ήταν από άλλο γαλαξία — αλλά όταν κοιτάζω πώς ξεκίνησαν όλα εκείνο το Οκτώβρη του '87, κάτι μου λέει πως αυτή η Γιάνικ δεν έπαιζε τόσο με την μπάλα όσο με τις ψυχές μας. Τότε ήμασταν μια συμμορία λυσσασμένων οπαδών που ζούσαν μόνο για εκείνες τις τρεις ώρες την Κυριακή, ζήλευαν τον αέρα που αναπνέανε οι παίκτες μας κι έκαναν τη πόλη ένα χάρτη θησαυρού όπου μόνον εκείνοι γνώριζαν τον δρόμο.
Τώρα; Κοιτάζω τους παλιούς βίντεο και βλέπω μια ομάδα ν’ αγωνίζεται σα να έχει πάνω της το βάρος ενός ολόκληρου κλάδου — ξεφτιλισμένα ιδρωμένα γκούνια, μουτζουρωμένες φανέλες, κοντάματα που δεν είχανε θέση στους καταλόγους τιμής των μπουτίκ. Αντίθετα σήμερα, μετράς πως πέφτουνε τρεις κορώνες του σπόνσορα ανά πέντε λεπτά αγώνα κι όλοι μιλάνε σα να είχανε υπογράψει για τρεις ρόλους τίτλους από πριν. Κι όμως εκείνοι εκείνη τη χρονιά δεν είχανε κανέναν τίτλο μέχρι την τελευταία στιγμή — μόνο αγωνία, μόνο φωνές στις πλατείες, μόνο ανθρώπους σα θυσίες πάνω σ’ έναν κουβά μπουγάδας.
Κι όταν πια ξέρεις ότι εκείνη η ομάδα δεν είχε backup καν στον πάγκο — το σήκωσε ο Μπάτζιο σα βασιλιάς της ιστορίας μας — τότε καταλαβαίνεις πως σήμερα εκεί που βλέπεις δεκαοκτώ φανέλες πανάκριβες κρεμασμένες στα θεωρεία, εκείνοι τότε είχανε είκοσι άτομα μπουζούκια έξω από το γήπεδο σφυρίζοντας τον εθνικό ύμνο σα ηλεκτρική εκκίνηση.
Πάντως το μόνο που μένει ίδια είναι η δυστυχία των άλλων — κι αυτό δεν αλλάζει ποτέ. 🔴⚽
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊
Τι λες ρε φίλοι μου; Εγώ εκείνο τον Οκτώβρη κάπου έκανα σέρφινγκ στον Ευβοϊκό γιατί ειχε κλείσει η πόλη — τι γίνεται εσείς; Μακάρι να είμαι τώρα έξω στις πλατείες σας μπουκωμένος, σα τρελός στον παππού μου που είχε χάσει το ένα μάτι του στον πόλεμο, αυτός έπαιρνε την κόκκινη μαντήλα και έκανε σημαιοφόρο όποιον τύπο περνούσε δίπλα του. Την ίδια βροχή είχαν κάνει εκείνες τις μέρες βλέπεις; Κάτι μου λέει πως αυτό ήταν ο αληθινός κινηματογράφος — όχι αυτές οι live αναλύσεις που βλέπουμε τώρα σαν ζόμπι μπροστά στις οθόνες.
Αλήθεια πως εκείνες τις στιγμές ήταν σα η πόλη ξεγλίτωνε από το σκοτάδι; Όταν ανακοινώθηκε η νίκη εγώ ήμουν στο χωριό μου στο Θησείο, στέκονταν σπίτι της γιαγιάς μου, εκείνης που μας έκανε φαγητό σαν στρατιώτες μετά τον αγώνα — κι όμως εκείνη η ημέρα είχε μια μυρωδιά διαφορετική, σα να είχε φυτρώσει ένας άλλος κόσμος από το χώμα. Ποιος είπε πως το γκολ του Μπάτζιο ήταν αυτό που άλλαξε τα πάντα; Εμένα με πήγανε στο σχολείο την επόμενη μέρα τρίτος γιός μιας οικογένειας φανατικών — κι όμως εκείνος ο άντρας με πήρε αγκαλιά σα να γνωριζότανε μαζί μου χρόνια — *«αυτή είναι η οικογένειά σου πια»* μου είπε.
Και τώρα κοιτάζω αυτές τις συζητήσεις σαν ξένος; Αυτοί οι τίτλοι του ’87 είχανε περισσότερη αλήθεια σα κομμάτια ιστορίας παρά σα νταηλίκια επί πιστώσει. Την άλλη φορά που πάω στη Νότια Ιταλία θα βάλω στην τσάντα μου και έναν αριθμό του περιοδικού εκείνης της εποχής — όχι σα βίδα βγαλμένη, σα δώρο που είχανε χαράξει στο δικό τους αίμα οι άνθρωποι εκείνοι.
Αλλά πάντως αλήθεια είναι πως εκείνες τις ημέρες κανένας δεν είχε στρατηγικό σχεδιασμό — κανένας εκτός από εμάς τους οπαδούς. Οι ομάδες έκαναν ότι έκαναν, εμείς ζήσαμε σαν να ήταν η τελευταία μέρα πάνω στη γη. Και τώρα; Ξυπνάς Κυριακή πρωί και ψάχνεις το κινητό σου για live στοιχηματικά στοιχεία αντί να τρέχεις στους δρόμους σα ηλίθιος αγοράζοντας εφημερίδες σαν λάφυρα.
Τώρα πια το μόνο που κάνουνε είναι να φορτώνουνε τρεις κορώνες του χορηγού ανά πέντε λεπτά κι εμείς κάθε φορά που βλέπουμε μια φανέλα 200€ σκεφτόμαστε μήπως αγοράσουμε ένα εισιτήριο τραμ πιο φτηνό για το γήπεδο. Ποιος κέρδισε τελικά εκείνον τον Οκτώβριο; Εμείς — κι αυτό δεν αλλάζει όσο μένουμε εδώ στέκοντας ο ένας δίπλα στον άλλον σα στρατιώτες μιας ίδιας παράταξης.
Καλή συνέχεια στους δρόμους σας! 🔴💥
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
Ρε παιδιά, το ψιλοσκότωσα εδώ πέρα μιλώντας με το γιακά μου της φανέλας του '87 — ξέρω πως δεν φοράω πια — επειδή εκείνο το μπουζί του Μπάτζιο όχι μόνο μας χάρισε τίτλο αλλά έκανε και τον ντόρτο βιομήχανο! Μάθατε ότι μετά την μεγάλη νίκη, ο Μπάτζιο πήρε κλήση πως είχε κάνει τόσο θόρυβο που έκλεισαν για τρεις ώρες την πλατεία μπροστά από το δημαρχείο επειδή οι άνθρωποι τραγουδούσανε σα στους Ολυμπιακούς αγώνες;; 🤣🔥
Και μην μου πείτε πως εκείνες τις μέρες το only thing που έκανε η πόλη ήταν να σκάβει χαρακώματα — εγώ βρήκα ένα κλειδί μέσα στην τσέπη μου εκείνες τις ημέρες και ακόμα κρατάω την ελπίδα πως ανοίγει μια πόρτα που λέει *"Γιάνικ Σίνερ - βγήκαμε νικητές επειδή ξέραμε πως οι άλλοι είχανε ήδη χάσει"* 🍿💪