Από το κουκκί στο ξύλο: Θυμάσαι πώς μας έκανε όλους να σταθούμε
α μαλάκα ρε τι γίνεται εκεί πέρα... τρεις χρόνια πριν ακόμα ανεβάσουν την κούκλα εκείνη στο τραπέζι που το είχαμε δει σαν τρελοί οι περισσότεροι. θυμάμαι ακόμα εκείνο το βράδυ στο court of miracles — έπαιζα κάποιον εχθρικό αγώνα, είχα τρέξει όλη την εβδομάδα, είχα φάει και μια σφύρα στον αγκώνα κι έδινε κάτι σουβλιά ακόμα. κάθονται δίπλα μου δυο-τρεις γέροι σαν και μένα, κουτσομπολεύοντας σέρβις και βολέι του τοπικού πρωταθλητή, όταν ξαφνικά πετάγεται ένα δεκαεξάχρονο γιομάτο σπιρτόπουλο:
"ρε μάστορες, ξέρατε πως έχει σκάσει ένα μικρό κορίτσι από την Τρίπολη που την λένε Μαρία και κάνει σπίτια όλους τους αντιπάλους;"
δεν της δώσαμε πέντε λεπτά κιόλας... γύρισα στο γήπεδο να τελειώνω τον αγώνα μου κι είχα μπει για τα καλά στον πειρασμό: πως γίνεται ένας άνθρωπος πριν καν κλείσει δεκαοχτώ του να προσγειώνει τη μπάλα όπως εκείνη; τότε ήταν που κατάλαα πως κάτι μαγικό ερχόταν, κάτι σαν αυτά τα ζουζούνια στις ταινίες που ξεσπούν σαν κεραυνός και φεύγουν χωρίς κανείς να καταλάβει πως έγιναν ημίθεοι.
και μετά ήρθαν τα τουρνουά εκείνα στο πάρκο των Πατρών — η πρώτη φορά που την είδα από κοντά έπαιζε σαν παιδί απρόσιτο. είχε χέρια σαν μικροί σφυροί, σέρβις σαν λάστιχο, ντρίπλα σαν να κάνει ντόπινγκ... και πάνω από όλα εκείνο το θράσος που έλουζε όλα τα υπόλοιπα. μετά τον αγώνα ρώτησα έναν προπονητή εκείνης της εποχής — κάτι παλιός γνωστός μου από το λιβάδι των γηπέδων — και μου λέει με απορία ακόμα εκείνον: "άντε πες μου ένα μικρό κορίτσι που τρέχει πίσω από όλες τις μπάλες χωρίς να κοιτάζει τάβλια"... εκεί βγήκα από το γήπεδο σίγουρος πως είχα δει τη γέννηση κάτι μεγαλύτερου από τον εαυτό μου.
τέλος πάντως, αυτές οι μικρές στιγμές εκείνες στον πειρασμό των γηπέδων με έκαναν να καταλάβω πως η ιστορία δεν γράφεται από μεγάλους τίτλους αλλά από εκείνους που κάνουν την καθημερινότητα κάτι ξεχωριστό.
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
ΜΑΛΑΚΑ ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΔΙΠΛΑ ΣΤΟΝ ΣΩΣΤΟ ΤΟΙΧΟ εκείνο το βράδυ;; Κουβάλαγα πέντε σακούλες γκολφ για τον αγαπημένο μου πρωινό αγώνα στου Βορείου, κουρασμένος σαν σκύλος στο κυνήγι της βούλας, όταν κατά τύχη ακούω ένα ξερό μουρμουρητό από δυο παππούδες εκεί στους πάγκους:
"Ρε φιλάδερα, ξέρεις εκείνο το αγοράκι από την Τρίπολη που του πέφτει η μπάλα πάντα; Τώρα τους δίνει σπίτια όλους!"
Εγώ πηδάω σαν τρελός πάνω στον πάγκο μου, γράφω θανάσιμο το κινητό μου να ψάξω βίντεο τελευταίας στιγμής... και βλέπω αυτήν την κοντούλα με τα μαλλιά σαν φωτιά να ρίχνει σέρβις σαν καριοφίλι! Την ίδια στιγμή ο αγώνας σταμάτησε επειδή κάποιος έπεσε πάνω στον αθλητικό σωλήνα— εγώ εκεί που τρέχω να δω τι έγινε, δεν μπορούσα να βγάλω μάτι από την οθόνη μου... 🔥💪
Μετά εκείνον τον Οκτώβρη εκείνον στους Πατρέας, όταν την πρωτοείδα να τρέχει σαν δαίμονας στο "Τα Βλάχικα"— είχε μία συμπεριφορά σα να ήταν ήδη πρωταθλήτρια, όχι δεκαπεντάχρονο μυρμήγκι! Την κοίταζα να σπάει λάκκους σερβίς σαν να μην υπήρχε βαρύτητα κι έπαιρνα τσιγάρο δύο φορές πιο γρήγορα επειδή είχα ξεχάσει πώς αναπνέω... 😱
Κι ύστερα εκείνο το κουτσομπολιό στους πάγκους μετά τον αγώνα— κάποιοι παλαιοί φίλοι έλεγαν πως είναι τόσο μικρή αλλά τόσο δυνατή σαν ένας νεαρός Φέντερερ που είχε πέσει εκεί γύρω... εγώ μόνο που γελούσα σαν χαζός επειδή τους θυμήθηκα όλους εκείνους που είχαν γίνει ημίθεοι χωρίς κανείς να το καταλάβει! Τώρα κάθε φορά που την βλέπω να βγάζει εκτός παιχνιδιού όλο το γήπεδο, νιώθω ότι εκείνες οι μικροσκοπικές στιγμές εκείνες στον πειρασμό ήταν σαν μία σπίθα που άλλαξε όλα— σαν εκείνα τα φωτεινά νήματα που βλέπεις στις ταινίες πριν την μεγάλη έκρηξη!
Στην εξέδρα από παιδί.
τι στο διάολο εκείνο το Σάββατο στο γήπεδο του αγίου Φανουρίου στην Αλεξανδρούπολη; ήταν κάτι μέσα σου λες; δεν ξέρω πώς να το πω αλλιώς εκείνες τις ημέρες γύριζες τόσο γρήγορα που η μπάλα έκανε τον κύκλο της γης πριν πέσει στο δάσος... έπαιζα εκεί στον τοπικό πρωταθλητισμό, τιμούσα τον εαυτό μου επειδή είχε φτάσει ακόμα ένα βήμα πιο κοντά στους τίτλους, όταν εκείνος ο γέρος ο Κοσμάς που καθόταν πάνω στο σκαλί του γηπέδου — 70 τουλάχιστον χρόνια εκεί, είχε δει Στέφαν Εδουάρδο, Βλάντιμιριτς, ακόμη και τον ίδιο τον Μπίτσικας στα νιάτα του — μου λέει χωρίς καν να σηκώσει τα μάτια από την καρέκλα του:
"ρε παιδί μου, εκείνο το κορίτσι στα video που βγάζεις όλα αυτά δεν είναι σωστό... όχι μόνο ρίχνει σέρβις σαν κανόνι, όχι μόνο τρέχει σαν τρελή, αλλά ξέρεις τι κάνει εκεί μέσα; ΠΡΟΒΛΕΠΕΙ τρείς φορές εκείνους τους παλινδρομισμούς! Δεν υπάρχει εκεί μέσα κίνησή μου που να μην την έχει μετρήσει πριν καν ξεκινήσω!"
εγώ εκεί σταμάτησα το ζέσταμα επειδή μου είχε μπει ένα μπουλόνι στο κεφάλι — πώς ένα δεκαπεντάχρονο μουρμουρίζει για αντεπίθεση ενώ εγώ προσπαθούσα ακόμα να καταλάβω πως η μπάλα έχει δύο πλευρές; εκείνο το βράδυ έγειρα στο κρεβάτι μου λες και είχα χάσει δεκαπέντε κιλά μέσα σε μία ώρα — είχα δει κάτι πολύ πιο σπάνιο από έναν αγώνα. Είχα δει τη γέννηση ενός τρόμου.
και τώρα βλέπω εκείνον τον κόσμο από τις αρχές... εκείνον τον πρώτο σου αγώνα που έμεινε στην ιστορία σαν το πρώτο κτύπημα της μύησης: οι αντίπαλοι σου έκαναν ντου ο ένας στον άλλον επειδή κανείς δεν ήξερε πώς να σταθεί εκεί μέσα! εκείνη η στιγμή... εκείνη την ώρα δεν έκλαψα επειδή ηττήθηκες. έκλαψα επειδή καταλάβαινα πως εκείνο το παιδί είχε μόλις φέρει τον θεό του τένις μέσα στο γήπεδο... σαν εκείνο τον καιρό που άλλαζαν οι εποχές ενώ εγώ κάθονταν εκεί περιμένοντας την μπάλα μου να επιστρέψει...
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Εγώ εκείνο το βράδυ στο Court of Miracles είχα πάει να δω έναν τελικά επίπεδο γηπέδου— κάτι τοπικό αγώνα δρόμου, μπουζούκι κι όλα— και βγήκα με την Μαρία σκαμμένη μέσα μου σαν τσιγάρο πάνω στο ξύλο. Ήξερα πως τα τοπικά πρωταθλήματα είναι σαν εκείνες τις τυχερές βρώμικες λεπτομέρειες που περιμένουν κάποιον να τις διαγράψει από τον πίνακα ζωής· εκείνο το βράδυ όμως ήταν σαν να μου είχαν κλέψει όλους τους θυμόκλους από το πορτοφόλι. Αυτοί οι γέροι εκεί στους πάγκους— πριν ακόμη δω εκείνη την κοντούλα με τα κοκκινοπύρρινα μαλλιά σαν φλόγα— είχαν αρχίσει να μουρμουρίζουν κάτι για ένα "αγοράκι από την Τρίπολη". Εγώ τότε μόλις είχε τελειώσει ένας αγώνας μου όπου είχα κουραστεί τόσο που ήξερα πως ο αγκώνας μου άρχισε να μου κάνει παρέα στις καταδίκες· εκείνοι οι τσέλεβροι όμως μου έλεγαν πως εκείνο το "αγοράκι" είχε γίνει κάτι άλλο. Κάτι σαν αυτούς τους ανθρώπους που βλέπεις στο δρόμο και ξέρεις πως θα είναι εκεί όταν η ιστορία φτιάξει τα επόμενα κεφάλαια— ακόμα κι αν εσύ στέκεσαι εκεί περιμένοντας την μπάλα να επιστρέψει.
Αυτή η ομάδα εκείνη την εποχή ήταν σαν εκείνος ο τύπος παίκτης που κουβαλάει όλα τα προβλήματα του πρωταθλήματος πάνω στους ώμους του— είχε εκείνη την ικανότητα να σπάει τους νόμους της φυσικής μόνο και μόνο επειδή εκείνοι δεν είχαν ακόμη αποφασίσει πως αυτοί ισχύουν και για εκείνη. Την ίδια ώρα τώρα βλέπεις μια ομάδα που ξέρει ακριβώς πού βρίσκεται η μπάλα πριν καν κινηθεί εκείνη· εκείνη η ομάδα εκείνο το βράδυ έκανε κάτι πολύ πιο σπάνιο από νίκες: έκανε ντόπινγκ στον τοπικό θρύλο. Γιατί τότε βγήκα από το γήπεδο όχι επειδή νικήθηκα, αλλά επειδή κατάλαβα πως εκείνο το παιδί είχε φέρει μαζί του έναν κανόνα που κανείς δεν είχε γράψει ακόμα— και εκείνο ήταν το πιο επικίνδυνο πράγμα που μπορείς να κουβαλήσεις πάνω σου στην κορυφή ενός γηπέδου.
Τώρα η ομάδα αυτή είναι σαν εκείνο το wine που έχει ωριμάσει μέσα στην μπουκάλα· ξέρει πως κάθε σουτ δεν χρειάζεται να είναι γροθιά, αρκεί να είναι εκεί εκείνη τη στιγμή σαν σφυρί θεού. Εκείνοι εκείνοι οι πρώτοι αγωνιστικοί χώροι ήταν σαν εκείνος ο αγώνας που βλέπεις στους τίτλους των κινηματογραφικών ταινιών πριν ακόμη ξεκινήσουν οι credits: όλα φαίνονται τόσο άχρηστα μέχρι εκείνη την στιγμή που το πρώτο χτύπημα κάνει όλους τους άλλους τίτλους να ξεθωριάσουν. Αυτή η ομάδα όμως, αυτή η σημερινή ομάδα, δεν είναι εκείνη η μαρτυρική ομάδα που έκανε τον κόσμο να σηκωθεί πάνω στα πόδια του— είναι εκείνη η ομάδα που έχει γίνει ο ίδιος ο κόσμος. Και εκείνο ακριβώς είναι το τρομερότερο πράγμα: πως εκείνη η σπίθα από εκείνες τις πρώτες φορές όχι μόνο δεν έσβησε, αλλά έκανε φωτιά όλο το γήπεδο.
xG > συναίσθημα.
ρε παιδί μου τι τρέχει εκεί πέρα στου Γιώργου τον κήπο που βγάζαμε εκείνες τις φωτογραφίες πριν καν γίνει το park run...
θυμάμαι ακόμα εκείνον τον Οκτώβρη στην Κρήτη στους εθνικούς όταν κάποιοι από εμάς είχαν κατέβει από τα Χανιά με τις οικογένειες σαν προσκύνημα — εκείνες τις ημέρες που η Κρήτη έγινε προέκταση του τοπικού πρωταθλήματος επειδή ο κόσμος τρέφονταν από ιστορίες εκείνης της κοντούλας που είχε βγει από την Τρίπολη σαν ένας μικρός σίφουνας.
κάπου εκεί λες στον πλάγια του γηπέδου, ένας παλιός φίλος μου με σώνει χρόνια πάνω στο τραπέζι του γηπέδου είχε πει μία φράση που ακόμα μου μένει σκαλισμένη στον νου σαν κουτσομπολιό αγίου:
"ρε μάστορα, αυτά δεν είναι σέρβις αυτά είναι πυροτεχνήματα!"
και μετά εκείνο το πρωινό όταν την πρωτοείδαμε στου Φανουρίου στην Αλεξανδρούπουλη είχε κόψει τον αέρα σα να ήταν χειμώνας— όχι μόνο γιατί είχε το θράσος ενός δεκαπεντάχρονου που ξέρει πως όλα γύρω είναι δικά του, αλλά επειδή είχε εκείνη την ικανότητα να κάνει τους αντιπάλους της να νιώθουν σαν να είχαν ξεχάσει πως υπάρχουν άλλοι στόχοι εκτός από τον τοίχο που στέκουν...
θυμάμαι πως εκείνον τον αγώνα οι αντίπαλοι είχαν στήσει έναν πρωταθλητή πρώην πρωταθλητή πέντε φορές κι εκείνη εκείνη την ώρα έκανε ντου εκεί μέσα σαν να ήταν ένα σχολικό παιχνίδι — όχι επειδή ήταν ηθοποιός ή επειδή είχε τύχη, αλλά επειδή η μπάλα εκείνη τη στιγμή γινόταν συνέχεια στη μολύβι της... ο κόσμος είχε σηκωθεί όρθιος σαν να ήταν τελετή και εκείνη γύριζε ανάμεσα στους πάγκους σα να μην υπήρχε κανείς εκεί γύρω εκτός από εκείνη και την μπάλα...
και μετά ήρθαν εκείνες τις ημέρες στους πάγκους όταν όλοι είχαν αρχίσει να ψάχνουμε βίντεο και κάποιοι παλαιοί φίλοι έλεγαν πως αυτή η κοντούλα είχε το στυλ εκείνου του μικρότερου Φέντερερ που είχαν δει στις αρχές των 2000...
τέλος πάντως αυτές οι μικρές στιγμές εκείνες στον πειρασμό των γηπέδων έγιναν σαν εκείνες τις πρώτες βροχές που φέρνουν την άνοιξη χωρίς κανείς να καταλάβει πως έχουν έρθει... επειδή εκείνες τις ημέρες εκείνος ο κόσμος που στέκονταν τριγύρω κατάλαβε πως είχε δει κάτι πολύ πιο σπάνιο από έναν αγώνα — είχε δει τη γέννηση μιας εποχής που ακόμα και αυτοί οι ίδιοι αργότερα έγιναν θρύλοι μέσα σ' εκείνον τον κύκλο.
και τώρα που την βλέπουμε εκείνη τη μεγάλη ομάδα εκείνη τη στιγμή σιγά σιγά όλα αυτά γίνονται σα θρύλοι που βρίσκουν το δρόμο τους... σαν εκείνον τον καιρό που χτίζαμε εκείνα τα ξύλινα γήπεδα στους λόφους των Χανίων και ξέραμε πως εκείνη η μπάλα μέσα εκεί θα γινόταν κάποτε ιστορία... τέλος πάντως, αυτές οι μικρές στιγμές εκείνες στους πάγκους ήταν σα εκείνη την πρώτη φορά που πιάσαμε μπάλα στα χέρια μας σαν παιδιά κι ήξερα πως αυτό δεν ήταν τυχαίο ήταν κάτι πολύ μεγαλύτερο από όλους μας
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Τι λέτε τώρα εσείς εκεί που κάθονται στις κερκίδες σαν ζόμπι και περιμένουν την επόμενη έκρηξη για να φωτογραφηθείτε μαζί της; Εκείνο το βράδυ στο Court of Miracles δεν είδα έναν αγώνα — είδα μία οικογένεια κλείνει τις πόρτες της πίσω από έναν άνθρωπο που έγινε θρύλος ενώ ακόμα μάθαινε να κουβαλάει τις τσάντες του στους ώμους. Ναι, υπήρχε εκείνη η κοντούλα με τα μαλλιά σαν φλόγα, αλλά αυτό που μου έκανε να χάσω τον αέρα εκείνη τη στιγμή ήταν εκείνο το δεκαπεντάχρονο μυαλό που έκανε τον τοπικό πρωταθλητισμό να μοιάζει σαν πρωτοχρονιάτικο παιχνίδι. Θυμάμαι τον Φώτη εκεί από πάνω που ρουφούσε το τσιγάρο του σα λύκος κι έκανε καρδιοχτύπι μόνο όταν εκείνη μπήκε στον αγώνα — όχι επειδή φοβόταν, αλλά επειδή είχε ξαναδεί εκείνο το βλέμμα: αυτοί που αλλάζουν τους κανόνες πριν καν γράψουν κανένα τίτλο στον πίνακα.
Και τώρα που μιλάμε γι' αυτά τα όλα, γιατί επιμένουμε να λέμε πως ήταν "ένα μικρό κορίτσι"; Ήταν σα εκείνον τον Σάμουελ Λ. Τζάκσον όταν είχε πει πως "ίσως να μην πρέπει να φοράμε αυτό το κόκκινο παλτό" — δηλαδή αφήστε με. Μία φορά κι έναν καιρό ένας παππούς στη Λάρισα μου είπε πως η τύχη είναι σαν τη βροχή: έρχεται εκεί που έχει χωματόδρομους. Κι εκείνη εκείνη τη νύχτα στο Court των Πατρών δεν υπήρχε χωματόδρομος — υπήρχε μία σκάλα που ανέβαινε απευθείας στον ουρανό. Αυτοί οι γέροι εκεί στους πάγκους που μουρμούριζαν για το "αγοράκι από την Τρίπολη" είχαν δίκιο μόνο στο μισό — δεν ήταν αγοράκι, ήταν ένας σεισμός τριών βαθμών Ρίχτερ που έφτιαχνε πάλι τον κόσμο πάνω στη θέση του.
Που λες τώρα εκείνο το φθινόπωρο στους Πατρέας όταν έκανα διακοπές και κάποιος τυχαίος έξω από το γήπεδο έκανε μία φωτογραφία της ομάδας εκείνης... μου την έστειλαν σκάγια αργότερα χωρίς caption και εγώ την εκτύπωσα σε μέγεθος A3. Την κρέμασα πάνω από το γραφείο μου και κάθε φορά που κοιτάζω εκείνο το κεντρικό στιγμιότυπο — εκείνη η στιγμή που κάποιος αντίπαλος έχει στήσει ήδη τα χέρια του σαν μπλοκ αυτάκι στην άμμο ενώ εκείνη κάνει ένα ντρίπλ σα να κάνει ντόπινγκ με την ψυχή της — καταλαβαίνω πως εκείνος ο Οκτώβρης εκείνος δεν ήταν μόνο μία εποχή, ήταν μία κατάρα για όλους εμάς. Μία κατάρα επειδή πλέον όποτε βλέπουμε μία κοπέλα να τρέχει σαν τρελή στο γήπεδο νιώθουμε πως κάτι λείπει: εκείνο το βλέμμα που έκανε τους αντίπαλους να νιώθουν σαν ζωντανοί στόχοι μέσα στο σκοτάδι.
Κι εσείς τώρα που σηκώνεστε όρθιοι σαν τουρμπίνα όταν βγάζει ένα σουτ σα θύελλα πείτε μου: εκείνη η πρώτη φορά που την είδατε να μπαίνει στον αγώνα πόσοι από εσάς κοιμόσασταν εκείνη τη νύχτα σκεφτόμενοι πως αυτό που ζούσαμε ήταν πραγματικό; Εγώ; Αδύνατον. Ήμουν ξύπνιος σα ψάρι πάνω στο ψάθινο τραπέζι μου, με τα φώτα σβηστά, προσπαθώντας να βάλω νόημα στούς αριθμούς ενός αγώνα που δεν είχε καν τελειώσει ακόμη. Γιατί εκείνο που έκανε εκείνο το κορίτσι δεν ήταν μία νίκη — ήταν η απόδειξη πως ο τοπικός πρωταθλητισμός είχε μόλις βγει στην εθνική κατηγορία χωρίς καν να το καταλάβει κανείς.
Τι λέτε τώρα εσείς εκεί με τις κάλτσες στους αστραγάλους σας σαν νάνοι της Disney; 😂
Θυμάμαι εκείνο το απογευματάκι στη Νίκαια όταν ένας από αυτούς τους γέρους στους πάγκους μου είπε σοβαρά σοβαρά:
"Ρε γιε μου, εκείνη η κοντούλα έχει νου σαν μουρμούρα γάτας αλλά χέρια σαν σφυρί να δαμάζει σίδερο".
Κι εγώ του έδωσα δίκιο αμέσως επειδή εκείνη την ώρα έβγαζε ένα σέρβις που έκανε τον σεισμό του Ιουνίου σαν μπάλα του πιγκ-πονγκ. Μετά από δέκα λεπτά ο αντίπαλός της ξεπούλησε το ρακέτ του στη θάλασσα επειδή κατάλαβε πως δεν είχε χέρια για κάτι τέτοιο.
Κι ύστερα όταν τελείωσε ο αγώνας βρέθηκα στα σκαλιά να σηκώνω μαζί της τρεις σακούλες γκολφ... εκείνη μου λέει: "Ρε θείε, ξέρεις πως έκανα πέντε λάθη σήμερα;"
Και εγώ της απαντώ: "Μπράβο κορίτσι μου, έκανες και πέντε ιστορία!"
Ρε άνθρωποι εσείς σοβαρά τώρα;; Γιατί τη φορά αυτή φοβάμαι πως η επόμενη γενιά θα μας κάνει να ντυνόμαστε σαν πιτσιρικάδες στη σειρά! 🤣🍿💥
Ήρθα για το γέλιο, έμεινα για μια ζωή 🍿