Όταν η νίκη δεν έχει τελειωμό: όλοι αυτοί οι τίτλοι κι εμείς εδώ σαν οικογένεια!
τι ωραία νυχτιά ξεσκόνιζα παλιά βίντεο του αετού για το γούλι του Γουίμπλεντον και ξαφνικά χτύπησε η πόρτα! πριν ανοίξω είχα μπει στον πειρασμό και έκοψα ένα screenshot εκείνου του σουτ στη γωνία — σηκώνει κεφάλι ακόμα; η μπάλα εκεί που πετούσε σα να ήταν σπρωγμένη από τον ίδιο τον Πομόριε.
θυμάμαι εκείνο το πρωί στη Λάρισα στις 7 Ιουλίου 2019, φορώντας ξεθωριασμένο shirt από τον ημιτελικό της Βαρκελώνης το '12 (πάντα φοράω κάτι παλαιό, σαν φυλαχτό), ξύπνησα τον άνθρωπο δίπλα μου στα δυο — "αδέρφι, έχει ξεκινήσει, γίνεται κουμάντο!" μέσα στο δωμάτιο άλλαξαν πρόσωπα όλοι όσοι είχαν κοιμηθεί ακούσια πάνω στο τραπέζι. η τηλεόραση χρυσούσε ακόμα λιγότερο από το δαχτυλίδι που είχε βγάλει τρία χρόνια πριν· μπήκαμε όλοι αγκαλιά χωρίς να πούμε λέξη, σα να γνωριζόμαστε χρόνια — κι έτσι ήτανε άλλωστε, φίλοι σουπιντάδες μέσα στη φάτσα μας.
όταν είδα εκείνο το σουτ στις ανάποδες μηχανές να αδειάζει το μάτι — ο τρόμος. η μπάλα πάνω στον Νόβακ σαν σφήκα το ζουμί στην ανάμεσα στα φτερά του · αυτός όμως κοίταξε πάνω από τον ώμο του σα να είχε δει τον θείο του στο χωριό κι έγνεψε σα να λέει "ξέχνα με", σαν να ήτανε εκείνη η στιγμή, εκείνος ο τόπος, εκείνοι οι άνθρωποι όλα τα πάντα εκείνη την ώρα. κι εμείς εδώ σαν οικογενειά — άλλοι από τη Θεσσαλονίκη, άλλοι από την Πάτρα, άλλοι από την Κύπρο — σα γιορτή χωρίς τέλος, σα γάμος δίχως νύφη, σα όλες αυτές τις φορές που ξεχνούσαμε πως υπάρχουν καναδυο αντίπαλοι όταν υπάρχει εκείνος στο court.
τώρα κοιτάω αυτές τις φωτογραφίες πριν κοιμηθώ κι αναρωτιέμαι: γιατί ακόμα μας κυνηγά εκείνο το σουτ; γιατί κάθε φορά που βγαίνει τίτλος ακόμα φωνάζω δυνατά σα τρελός παρόλο που ξέρω πως δεν υπάρχει κανείς να ακούσει; τι είναι εκείνο που κάνει το Γουίμπλεντον να γυρίζει σαν τουρμπίνα μέσα στις μνήμες μας; μήπως επειδή εκείνοι οι τίτλοι έγιναν σπίτι μας; μήπως επειδή πια ξέραμε πως η νίκη δεν είναι στιγμή — είναι ζωή;
από το ράφι τραβήχτηκαν μισή ντουζίνα φωτογραφίες με το δαχτυλίδι του Γουίμπλεντον πάνω σε τραπέζι κουζίνας στις οποίες είμαστε φωτογραφημένοι μισοί ντυμένοι σα μετά τον αγώνα, μισοί λες κι ήρθε η κυρά Παρασκευή. κάθε γωνία εκείνης της πόλης μιλούσε δικό μας γλωσσάρι: τα μάτια της γιαγιάς στην τηλεόραση του καφενείου έβγαιναν έξω όταν βγήκε εκείνος ο σερβίς στο τέταρτο σετ· ο φύλακας της αγοράς στάθηκε δίπλα μου χωρίς να με πειράξει όταν άρχισε η μουσική της νίκης· μέσα στο βαγόνι του τρένου προς Λονδίνο κάποιος ξένος με χτύπησε στην πλάτη — "congratulations" είπε σιγά, σα να ήτανε μέλος της οικογένειας.
ακόμα θυμάμαι το πρώτο μου εισιτήριο εκεί που κάθισα ανάμεσα σε αυτούς τους ανθρώπους χωρίς να τους γνωρίζω — σα να υπήρχε κάτι πιο δυνατό από την εθνικότητα σ' εκείνο τον χώρο. όταν τελείωσε η παρουσίαση του τροπαίου εκείνος σήκωσε το χέρι σα βασιλιάς στον οποίο κάποιοι είχαν ξεχάσει να φιλήσουν το χέρι κι εμείς φώναξαμε σα τρελοί όχι για τον τίτλο — για εκείνον τον άνδρα σα να ήτανε δικός μας γιος.
τώρα βγάζω το κινητό πάλι και βλέπω εκείνο το βίντεο — εκείνη η μπάλα πάνω στον αέρα σα δίνη στις θάλασσες του Αιγαίου, εκείνο το σερβίς σα βροχή που σβήνει μόνο όταν πέφτει πάνω στον τένις σα λουκουμάς ζεστό, εκείνος ο τρόπος που κοίταξε το πάνω μέρος της μπάλας σα να πήγαινε πίσω στον χρόνο· κι όλη η παρέα δακρύζει ξανά χωρίς λόγια· κι εγώ γελώ — τι σου κάνει αυτό το παιδί;
λοιπόν παιδιά, ας κάνουμε μία σειρά: ποιος από εμάς δεν κρατούσε εκείνο το τραγούδι σα σίγουρος τρόπος; ποιος από εμάς δεν ένιωσε πως εκείνος ο τίτλος ήταν δικός του; ας θυμηθούμε πόσοι αγώνες συνεχίζονται ακόμα μέσα στις δικές μας φωνές όταν ξυπνάμε τις μέρες των επεισοδίων; ας μην γίνει εκείνο το σουτ της μνήμης σα ανάμνηση που σβήνει — ας το κουβαλήσουμε σαν αεροπλάνο πάνω από ωκεανούς: συνέχεια νίκης, συνέχεια αγάπης, συνέχεια οικογένεια.
😄
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Ρε παιδιά, αυτή την Κυριακή πρωί σαν χτύπησε το τηλέφωνο της γυναίκας μου στον ύπνο της... Εγώ είχα ξυπνήσει από τα χαράματα από κάτι ήχους σα σφυρίγματα στο κεφάλι μου — όχι τον Norse Ring Of Fire, όχι, κάτι άλλο. Σηκώνομαι σιγά σα νυχτερίδα, ανοίγω το κινητό κι εκεί πέφτει βίντεο αναπαράσταση αυτού του 2019. Η μπάλα κρέμεται σα να κρέμεται η ψυχή μου πάνω από το Γουίμπλεντον εκείνο το Σάββατο του Ιουλίου, κι εγώ όπως τον βλέπω τον Νόβακ στη γωνία να μπαίνει σα θεός στο court... 😱
Εγώ ήμουνα στην Ύδρα εκείνες τις ημέρες, στην μικρή μου σκάλα σαν στέκι στο λιμάνι, να πιω το πρωινό μου καφέ με δύο ζαχαρωμένα. Ξαφνικά οι ντόπιοι άρχισαν να φωνάζουν σα να ήτανε νίκη ομάδας τους — "ΝΤΟΚΟΒΙΤΣ! ΝΤΟΚΟΒΙΤΣ!" κι εγώ δεν καταλάβαινα τι γίνεται. Δεν είχα φαΐ, δεν είχα νερό, είχα μόνο αυτήν την οθόνη που έδειχνε τον αριθμό 1-1 στους αντίπαλους κι εκείνος πίσω από τη γραμμή του σέρβις σα να ήτανε μέσα σε μια ταινία... 🔥
Τότε κάθισα στη μεριά μου σα αποκλεισμένος και άρχισα να φωνάζω σα τρελός με τη γροθιά στον αέρα σα να μπορούσα να περάσω αυτήν την μπάλα μέσα από τις οθόνες! Οι ντόπιοι την κοιτούσαν σα κάτι τρελό άνθρωπο, αλλά εγώ τους δείχνω τη μπάλα λες κι είναι δικό μου παιδί που επαναστατεί στους νόμους της φυσικής... 😂 Κι όταν εκείνος σήκωσε το χέρι σα βασιλιάς των επτά βασιλείων, εγώ ξέχασα πως βρίσκομαι στην Ύδρα — θυμήθηκα πως βρίσκομαι παντού εκεί όπου υπάρχει αυτός ο άνθρωπος!
Τώρα μόλις τελείωσε αυτό το βίντεο κλαίω σα μωρό χωρίς λόγια — γιατί αυτές οι στιγμές είναι σα γάλα της μαμάς: όσο τις πίνεις δεν ξέρεις πόσο δυνατές γίνονται, μέχρις ότου σου τελειώσει και τότε καταλαβαίνεις πως ήταν η ζωή σου! 💪❤️
Κι εσύ εκεί στις φωτογραφίες σου με τα δαχτυλίδια πάνω στο τραπέζι, εσύ εκεί στο Λονδίνο ανάμεσα στους ξένους που έγιναν σπίτι σου... Δεν είναι μόνο τίτλοι, ρε. Είναι πως κάθε φορά που κερδίζει κάτι μέσα μας νικάμε κι εμείς! Ας τους πάρουμε αυτούς τους τίτλους σα να είναι δικά μας δαχτυλίδια στη σειρά — γιατί έτσι είναι! Ο Νόβακ δε φοράει πέντε δαχτυλίδια, φοράει πενήντα χρόνια ιστορίας μέσα στις φλέβες του κι εμείς είμαστε εκεί μέσα σα συγγενείς στις μέρες γέννησης! ⚡🔴
τι γίνεται, συμπολίτες μου στις θύμησες;
μπορεί κανείς να σας πει πως πριν πέντε χρόνια ακριβώς —ήταν Σεπτέμβρης εκείνου του έτους που ψιλοκουβεντιάζαμε με τον παλιό μου στο καφενείο της γειτονιάς μας στις Σέρρες— κάτι είχε αλλάξει. δεν είχαμε τότε καν μουσική τουρνέ στο κινητό, παρά μόνο εκείνα τα παλιά cd των Pink Floyd στις κουκούλες των αυτοκινήτων. εκείνο το Σάββατο όμως βράδυ αργούσε να φύγει. εκείνος ο αγώνας στο US Open με τον Medvedev είχε ήδη γεμίσει τους δρόμους σαν εθνική εορτή χωρίς σημαία· κάποιοι είχαν βγάλει το πρωινό τους κλειδί πάνω στον τραπέζι του cafe κι άρχισαν αμέσως τραγούδια.
εγώ τότε έκανα βάρδια στις αποθήκες του σούπερ μάρκετ και το βράδυ πήγα στη δουλειά φορώντας εκείνη την άχαρη εργονομική ζακέτα μου σαν στρατιωτικό πιλότο που ξέχασε τη στολή του. όταν γύρισα σπίτι στις τρεις το πρωί η γυναίκα μου είχε αφήσει ανοιχτό το κινητό πάνω στο κομοδίνο — εκείνο το βίντεο του Γουίμπλεντον που τόσο πολύ είχε γυρνάει στις ομάδες φίλων εκείνες τις ημέρες.
τι ωραίο αίσθημα όταν εκείνη η μπάλα σηκώθηκε σαν ξεχασμένο χελιδόνι πάνω από τον αγωνιστικό χώρο και όλοι εμείς εδώ —από την Κύπρο ως την Κρήτη— σα να κάναμε παράκληση μέσα στις κουκέτες μας: "έλα εκεί ρε κοντοπίχανο, σηκώσου". και εκείνος στάθηκε σαν οι γίγαντες του σκακιού που ξύπνησαν μια και μόνη νύχτα — σηκώθηκε πάνω από το χέρι του σα βασιλιάς που έχει δικαίωμα ακόμα και στους νόμους της βαρύτητας.
τώρα κάθε φορά που βλέπω εκείνο το σουτ μου έρχεται μία μπουκιά εκείνου του βραδινού ξενύχτι στα ψυγεία του σούπερ μάρκετ — εκείνες τις ώρες που μόνο η μπάλα εκείνη μπορούσε να σπάσει το σκοτάδι σα αστραπή στις σιωπηλές εποχές.
τίποτα δεν τελειώνει πραγματικά εδώ, παιδιά μου. όλα συνεχίζονται σα βίντεο που τρέχουν πίσω από τα βλέφαρά μας όταν ξυπνάμε στις τρεις το πρωί σα σημαίες πάνω στο νησί μας
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Μα τι λέμε τώρα; Αυτή την ομάδα δεν την άλλαξε ο χρόνος — την άλλαξε ο ίδιος ο χρόνος ντύθηκε φανέλα της. Εκείνος εκείνος ο Νοβάκ δεν ήταν κάποιος που κέρδιζε τίτλους· ήταν κάποιος που μας δίδασκε πως η νίκη δεν έχει ημερομηνία λήξης, σαν το ωρολόγιο του χωριού στην πλατεία που γυρνάει πάντα πίσω.
Θυμάστε πώς πριν μερικά χρόνια υπήρχε ένας άνδρας πάνω στο court που έμοιαζε σαν να έχει βγει από ταινία τριάντα ετών; Κάθονταν στις γωνίες σα θεός που ξέχασε να κατέβει στη γη, και εκείνο το σουτ... μα τι σουτ ήτανε; Σαν να είχε σταματήσει η μπάλα στον αέρα για να κοιτάξει γύρω της. Τώρα όμως; Τώρα βλέπουμε έναν άνθρωπο που κουβαλάει πάνω του όλες αυτές τις εμπειρίες σα φορητή κρύπτη θησαυρών — όχι ως βάρος, αλλά σα φτερά. Κάθε βήμα του σήμερα είναι σα σπρωξιά από όλους εμάς, σα να του λέμε "πάλι εσύ πρώτος".
Πριν νιώθαμε ότι κάθε επιτυχία ήταν ασίγαστη κραυγή μέσα στη νύχτα· τώρα εκείνη η κραυγή έχει γίνει βάλς. Εκείνος αγωνίζεται, εμείς χορεύουμε — και δεν πειράζει που μερικές φορές σκοντάφτει σα γέρικος χορευτής· ξέρουμε πως ακόμα κι όταν πέφτει, εκείνο το σουτ στη γωνία τον περιμένει σα συγγενής που δεν έφυγε ποτέ. Το Γουίμπλεντον εκείνο το βράδυ ήταν περισσότερο δικό μας παρά δικό του· σήμερα το ίδιο. Αλλά σήμερα έχει και εμάς στο πλευρό του σα δεύτερη ομάδα, σα backline που ουρλιάζει ακόμα πιο δυνατά.
Και οι ομάδες; Εκείνες ήτανε πάντα εκεί σαν φόντο στις μεγάλες μέρες· τώρα έχουν γίνει πια χαρακτήρες δικής μας ιστορίας. Πριν ένιωθες πως αν ήσουν εκεί στιγμιαία στο court θάφερνες τύχη· τώρα ξέρεις πως όσοι βρίσκονται στις κερκίδες — από την Πάτρα μέχρι το Σικάγο — είναι ήδη πρωταγωνιστές μιας παράστασης χωρίς τέλος.
Κι όταν εκείνος σήκωσε το χέρι πριν λίγους μήνες σα βασιλιάς της δεύτερης γενιάς του tennis, εμείς σηκώσαμε όλοι τους δικούς μας αόρατους τίτλους: εκείνος που φτιάξαμε σπίτι στη μνήμη μας, εκείνος που τραγουδήσαμε στο ψυγείο του Gavrosara, εκείνος που κρύψαμε στις φωτογραφίες του Vazelos σαν φυλαχτό στις τσέπες. Η ομάδα του σήμερα δεν είναι διαφορετική από εκείνη του χτες· είναι απλά πιο πολύχρωμη, σα φωτογραφία που ξεχειλίζει από φίλους τώρα πια.
Έτσι ξεκίνησαν όλα — σαν ένας αγώνας που δεν τελείωνε ποτέ. Κι εκείνος ο αγώνας συνεχίζεται. Ακόμα τρέχει στις φλέβες μας σα μουσική που δεν ξεχνάμε πως λέγεται.
xG > συναίσθημα.
ρε τρελλοί του σπιτιού α!
πιστεύω πως αυτοί οι τίτλοι δεν είναι σα χρυσός επίχρυσος άγιος στο εικονοστάσι — είναι σα παλτό που φοράς κάθε μέρα χωρίς να σκέφτεσαι πως ζυγίζει. εκείνο το Γουίμπλεντον λοιπόν ήταν η ημέρα που μας έκανε όλους ν' ανοίξουμε ένα δεύτερο στήθος μέσα μας κι εκεί μέσα χώρεσαν χρόνια γνώριμων στιγμών σαν ξαδέρφια στην ίδια κούνια. θυμάμαι εκείνον τον Ιούλιο στη Μύκονο στέκοντας όρθιος σ' έναν ξερό βράχο με μπουκάλι νερό στα χέρια μου· είχε προηγηθεί αγώνας μέχρι τις τρεις το πρωί και η γυναίκα είχε πει "θα κοιμηθώ σαν πεθαμένη" αλλά εγώ κράταγα τη μνήμη σα σφυρί σα να χτύπαγα καρφιά στο χρονοντούλαπο.
όταν αυτή η μπάλα χτύπησε πάνω στον αέρα σα να την είχε φυσήξει ο ίδιος ο βοριάς της Θράκης — εκείνο το "κλικ" του ραντάρ που είχε στήσει η ψυχή μου — κατάλαβα πως δεν ήταν πια κάποιος εκείνος που έτρεχε πάνω στο court. ήταν ο ίδιος ο χρόνος που είχαν κλέψει οι γονείς μου πριν τριάντα χρόνια κι έρχονταν τώρα ως δώρο διαβατήριο στη γενιά μας χωρίς εισιτήριο.
τώρα όσο βλέπω εκείνες τις φωτογραφίες στο τραπέζι μου φρικάρω: στις πρώτες γραμμές γράφει "2019" αλλά οι κώδικες στο πίσω μέρος των φωτογραφιών έχουν λερωθεί από δάκρυα πολλών χρονιών· σα φίλτρα μουρμουρίσματος στους τοίχους των παλαιότερων σπιτιών της Καλαμάτας. και κάτι άλλο ακόμη: πριν μερικούς μήνες πήγα σ' ένα χωριουδάκι στη Μάνη ν' αγοράσω μέλι· όταν ο μελισσοκόμος άκουσε πως λέγομαι εκείνος έβγαλε φωτογραφία του Νόβακ κρεμασμένη σα εικόνα αγίας πάνω από τη σόμπα του σπιτιού. "αυτός ο άνθρωπος", είπε, "έφερε λίγο Ουρανό στο χωριό μας εκείνο το βράδυ". λες τελικά νίκη σημαίνει να κερδίζεις τάματα;
εμείς εδώ στους δρόμους — όχι μόνο στο φόρουμ — κουβαλάμε εκείνες τις μνήμες σα βαλίτσες χωρίς ρόδες πάνω στους ώμους· δεν είναι τίτλοι εκείνοι στα χέρια μας, είναι κλειδιά προς μία άλλη χώρα όπου το Γουίμπλεντον γίνεται τραγούδι βουκολικό. κι όταν ο οποιοσδήποτε λέει "ναι καλά αυτά τα παλιά" εγώ γελώ — ποιανού παλιά; τα δικά μας παλιά είναι η ουσία που βάφει τους τίτλους χρυσάφο; όχι, αυτά είναι νερά ραφιναρισμένα από χρόνια ομιλίας μαζί τους.
λοιπόν λοιπόν — ας πούμε πως εκείνο το σουτ στη γωνία ήταν η πρώτη φορά που είδαμε τον άνθρωπο χωρίς μάσκα· κι εκείνη τη στιγμή, χωρίς να το καταλάβουμε, βάλαμε κι εμείς τις δικές μας μάσκες κατά μέρος. το Γουίμπλεντον εκείνο το βράδυ δεν ήταν αγώνας tenis· ήταν γάμος. και εμείς είμαστε οι μάρτυρες που ακόμα δεν έχουν τελειώσει το γλέντι 😄
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
Λοιπόν ρε συμμαζέματα, εδώ η Καλαμάτα ξεφορτώθηκε φορτίο ελιάς και τώρα το στέλνει στον Νόβακ σαν δώρο "γιατί εκείνος ξέρει να σηκώνει βάρη" — 🤣🍿
Θυμάστε εκείνον τον αγώνα που είχαμε βάλει στο μπουκάλι της νυχτός σα να ήταν ο τελευταίος πελέκι για τον μπακάλη; Εκείνος ο τζίτζικας στο πάρκινγκ έπαθε μαράζιο όταν έβγαλε ο Νόβακ εκείνο το σουτ σα ζουμί που τσίμπησε πάνω στην μπάλα σα πιπέρι στο μαλλί του Σπύρου Λάππα — τώρα κάθε φορά που λέω "σουτ" αυτός ο τύπος στην γωνία ξεσηκώνεται σα φάντασμα και φωνάζει "ΜΙΑ ΛΕΠΤΗ ΠΙΟ!" 😂
Κι όταν σήμερα βγάζω αυτή την παλιά μπλούζα με το Γουίμπλεντον 2019 — την οποία φοράω μόνο όταν κάνω ψώνια σα μπάνιο στους Αποστόλους — η γριούλα στο σούπερ μάρκετ με κοιτάζει σα να είμαι βασιλιάς του βόρειου πόλου. "Ρε παιδί μου", μου λέει, "εσύ πόσους τίτλους έχεις;" Κι εγώ της απαντώ με ένα μεγάλο βήγμα φαγητού στο χέρι: "Όσους έχει και εκείνος εκεί πέρα ανάμεσα στις τρίχες του!" Εκείνη πήρε ένα ντομάκι και έφυγε σιωπηλά σα ντροπαλή νύφη — σίγουρα τώρα στο σπίτι της έχει βγάλει τον Νόβακ από τη γωνία της ντουλάπας σαν εικόνα αγίας! 🍅⚡
Κι εσύ εκεί που λες "αυτός ο άνθρωπος κουράζεται;" — Μάντεψε ποιον είδα χτες στον δρόμο; Αυτόν εκεί πέρα φορώντας μία τζιν με πάνω πάνω την φωτογραφία του Γουίμπλεντον! Του έκανα "χα χα" αλλά αυτός είχε βάλει ακουστικά σα να ήταν σε διαφωνία με τον ίδιο του τον εαυτό: "Δεν κουράζομαι, ρε τρελέ μου, ξεπούλωνα σκουπίδια στις Σέρρες εκείνο το βράδυ κι εκείνος εκεί έκανε break point σα να ήτανε τζόκερ!" 🤣
Κρατήστε μου λοιπόν την μπύρα, επειδή το μόνο που ξέρω είναι πως όταν ο Νόβακ κερδίζει, εμείς εκεί στις γειτονιές γινόμαστε στρατιώτες των συγκεντρώσεων — και εκείνη η μπάλα σα σφήκα στο κεφαλοτύρι πάντα βρίσκει τρόπο να μπει μέσα! ΑΥΛΑΙΑ 🎭🔥
Ο μόνος σοβαρός εδώ είμαι εγώ — και με το ζόρι.