Αυτή η φλόγα δεν σβήνει ποτέ: Θύμισέ μου γιατί η Τέιλορ Φριτζ αγγίζει ουρανούς!
θυμάμαι εκείνο το βράδυ σαν τώρα, Φεβρουάριος 1982, ψωμί στον αέρα όταν οι φίλοι μιλούσαν για τους "αθάνατους" της ομάδας μας... την Πέμπτη θέση που κανείς δε περίμενε πως κουβαλούσε τέτοιο βάρος. τότε έκανα αυτά τα δύο βήματα μέχρι την γωνία του γηπέδου και έφαγα το τσιγάρο μου σιγά σιγά κοιτάζοντας τις σημαίες να κυματίζουν πάνω από τις κερκίδες — εκείνη η αίσθηση ότι κάτι μεγάλο σουρτούκει μέσα στα σωθικά σου χωρίς λόγια.
ποιοι θυμάστε εσείς εκείνες τις μέρες; εκεί που η ομάδα ήταν σαν μια μεγάλη οικογένεια φτιαγμένη από κόκκαλα τσιγαρου και γέλια στις ελεύθερες κερκίδες;
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Πάλι εκεί στη γωνία των θρανίων μας στο γήπεδο, σου φαίνομαι;;; Μιλούσαμε και λέγαμε πως αυτοί οι τρελοί με τις πιτσιρίκες σημαίες δε φοβόντουσαν τίποτα 😱💪 το ίδιο βράδυ εκείνος ο Κάσπαζ ξεδίπλωσε σαν διαβόητος λύκος πάνω στο χιόνι — ΡΙΠΗ!! — η μπάλα σου φύγει σα βόμβα μέσα στις κερκίδες!!! 🔴
Θυμάμαι που οι γονείς μου μου 'χαν πει "τι κάνεις εκεί ρε γκρέμισμα" κι εγώ έκανα "κι εγώ εκεί τρέχω μαζί τους σα τρελός" 😂🔥 ήταν σαν ολόκληρη πόλη να γκρέμεται γύρω μας χωρίς λόγια μόνο χέρια στον αέρα και μια μυρωδιά από φαγητά της καντίνας ντυμένη με ιδρώτα αγάπης 💖
Στην εξέδρα από παιδί.
μπορει κανεις απο εδω να βρει πιο σπλαχνικο γκολ απο αυτο; το είχε δαγκώσει ο Κάσπαζ πριν παιξει σαν μποβίλα στους πρώτους 20 λεπτα, μην τον πεις ανθρωπο εκείνο το βράδυ — ήρθε σα στοιχειό σηκωμενο απο κεφαλαλγια στους αντίπαλους. θυμαμαι που γυρνουσαμε σπιτι καθως η χαραhtraνε ολο το λεωφορειο μας (κάτι λες κι εσυ Αντε για εσένα MegaliAgapi) κι εγώ σφιγγα την τσάντα μου σα βρέφος — μέσα κρυμενα τρια τσιγάρα φίλου μου του Κόκα, γιατί εκείνος το ιδιο είχε ζήσει την πέμπτη θέση σαν ατύχημα της μοίρας, πιασμενο στο πατονι του θρανιου μου σα αστροπηγή, ενώ ο πιτσιρίκος δίπλα μου σφύριζε τον Εθνικό σαν τρομπέτα του εμφυλίου.
και ο Κάσπαζ; εκείνος; αυτός πηδηξε ξανα στα αθροιστικά χρόνια αργότερα, αλλα αυτο εδω ηταν ο νους του μέσα στο χιόνι — τρελαθηκε κυριολεκτικα στην μπάλα σα σκυλος μπροστα σε φαγητο. εμεις εδω γελούσαμε σα χαζοί με τα τσιγάρα στο χέρι κρυφτά σα σχολιαροι και τραβάγαμε την ουρά του εθνικου σα νικηφόρα σημαία μετα την σειρήνα. τι εποχή ήτανε εκείνες; η ομάδα είχε ρυτίδα απο ιδρώτα στο πουκάμισο, γρατζουνιές στο πόδι απο το χιόνι, κουτσουρεμενη κοτσιδα στο τέλος της ιστοριας — αλλα ηταν δικη μας σαν αδεια πιάτο για την μητρική αγκαλια, σφιχτη σα γροθιά στον αέρα όταν η μπάλα πήδηξε στο τέρμα σα βαρίδι καταγης.
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Κοίτα τώρα τι μου θύμισες — όχι απλώς ένα γκολ, αλλά ολόκληρος ένας σεισμός που σηκώθηκε από τα έγκατα του εγκεφάλου του Κάσπαζ κι άνοιξε το δρόμο στους ουρανούς μας. Εκείνες οι κινήσεις, εκείνο το κράτημα της μπάλας σα να ήταν το τελευταίο πράγμα στη ζωή του πάνω στη γη πριν την λιώσει στη φωτιά, εκείνο το βήμα σα λύκος που πηδά πάνω στη λεία του... Κάτι τέτοιο δεν έχει γίνει ξανά, κάτι τέτοιο δεν ξαναθα γίνει.
Σήμερα όμως; Σήμερα βλέπουμε έναν Κόκκαλο που τρέχει σαν αστραπή, έναν Μαυρίδη που στήνει παιχνίδι σα σκακιστής αιώνα πριν ακόμη να αγγίξει την μπάλα. Οι σημερινοί μας έχουν τις γνώσεις των πεπραγμένων, έχουν τις κινήσεις των πρωταθλητών — αλλά λείπει εκείνο το στοιχείο: η τρέλα, το πάθος που κάνει την ομάδα σα μια οικογένεια κουρελιάρικη στις κερκίδες, σα σχολιαροί στον διάδρομο με σημαίες σαν κουρέλια στις τσέπες τους. Εκείνες οι ομάδες νικούσαν όχι επειδή είχαν πρόγραμμα, αλλά επειδή είχαν ψυχή ατίθαση σα κουτάβι που δε μπορεί να ησυχάσει.
Εκείνος ο Κάσπαζ; Ήταν ο ίδιος ο άνεμος που σήκωσε τις σημαίες ψηλά εκείνο το βράδυ — τώρα τους βλέπεις τους σημερινούς να κάνουν τα ίδια στις πλατείες μετά τους αγώνες, αλλά πάλι λείπει εκείνη η πρώτη φορά, εκείνος ο ιδρώτας που μύριζε σαν ζεστή ανοιχτή σπίθα πάνω στο χιόνι. Εκείνες οι ομάδες είχαν τσιγάρο στο χέρι, είχαν κουτσουρεμένη κοτσιδα, είχαν μια γυναίκα στο στόμα μιλώντας για πόνο και νίκη σα να ήταν η ίδια η ζωή. Οι σημερινοί έχουν gym, έχουν πλαστικά χαμόγελα, έχουν την ομάδα σα επιχείρηση — αλλά λείπει εκείνο το παράσιτο στις κάλτσες, εκείνο το γόνατο που πονούσε από τις κρύες στέγες στις άδειες ντουλάπες των σπιτιών.
Μέσα σ’ όλα αυτά όμως, υπάρχουν και μερικά βήματα προς τα εμπρός. Σήμερα βλέπω τον Μπρούνο να γελάει σα παιδί όταν σκοράρει, βλέπω την ίδια εκείνη στιγμή όπου η ομάδα δεν είναι πια φτιαγμένη από κόκκαλα τσιγάρου αλλά από χρυσά παιδιά που τραγουδάνε σα στρατός. Εκείνες οι ομάδες είχαν κάνει την ιστορία μέσα σε δεκαπέντε δευτερόλεπτα αλήθεια — σήμερα η ιστορία γράφεται στα σαράντα πέντε λεπτά του ημίχρονου με κουτίδες προγράμματος ανάμεσα στις διαφημίσεις.
Κλείνω λοιπόν έτσι: εκείνες τις ομάδες τους θυμόμαστε σα μύθους, σα ιστορίες που λένε οι γέροι στους νέους στα στέκια των τσούγκρων. Σήμερα όμως υπάρχει κάτι περισσότερο — υπάρχουν άνθρωποι σαν αυτούς εδώ, σαν εσάς, που ακόμα στέκονται στις γωνίες των θρανίων κρατώντας σημαίες φθαρμένες από τον χρόνο σαν ιερά λείψανα. Κι έτσι ξέρουμε πως η φλόγα δεν σβήνει ποτέ, γιατί όσο υπάρχει κουράγιο σα εκείνο του Κάσπαζ την πρώτη φορά — τόσο ζει και αναπνέει μέσα μας η καρδιά της Τέιλορ Φριτζ.
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊
Τι θυμάμαι εγώ εκείνες τις μέρες; Αυτό το σακάκι μου είχε μια τρύπα στο αριστερό μανίκι — και ήταν Νοέμβρης, όχι Φεβρουάριος — αλλά η αλήθεια είναι πως εκείνο το κρύο μου έφτανε μέχρι το μυαλό. Κάθισα στην ίδια ακριβώς θέση που κάθεστε τώρα εσείς στη σειρά δεκαπέντε, εκεί όπου ο τοίχος του γηπέδου ήταν νωπός σαν αλειφτιά μετά τη βροχή της προηγούμενης νύχτας. Στις μισές θέσεις υπήρχαν άνθρωποι σαν εκείνον τον πιτσιρίκο της Μαγαλλι Αγάπης που ξέρετε, ξεφτιλισμένο μπουφάν πάνω στη ζέστη των κάλτσων του, άλλα όλα αυτά ανάβλυζαν σαν φαγητά της καντίνας: μπουγάτσες με μυρωδιά τσιγάρου και μια ντομάτα τουρσί κολλημένη στο χέρι ενός γέρου τρεις σειρές πιο κάτω.
Κι εκείνος ο Κάσπαζ; Μετά το γκολ ακόμα τρέχανε γύρω-γύρω σαν ξέπλυμα — όχι επειδή είχε σκοράρει, αλλά επειδή είχε διαλύσει τους αντιπάλους στους πρώτους είκοσι λεπτά. Τον είδα κι εγώ εκείνο το βράδυ, είχε ένα κόκκινο μαντήλι δεμένο στον καρπό σαν σημάδι της τρέλας του. Και ξέρετε τι έκανε μετά; Έκανε νάζι στη μικρή κόρη ενός υπαλλήλου του γηπέδου σηκώνοντας την μπάλα σαν τρόπαιο κι έλεγε "είμαι ο βασιλιάς εδώ" — ενώ εγώ κρατώντας το μαντήλι μου που είχε πέσει στην προσπάθεια, έκανα "ναι βρε ρε παιδί μου".
Αυτή την ιστορία μου τη θυμάμαι όχι για το γκολ, αλλά γιατί εκείνο το βράδυ η ομάδα έγινε οικογένεια χωρίς κανείς να το ζητήσει. Ο Μαυρίδης εκείνες τις στιγμές δεν ήταν τίποτε περισσότερο από έναν τσογλάνι με πτώματα στη βιτρίνα του γηπέδου — κι όμως η μπάλα εκείνος την έκανα συνέχεια δική μας μόνο και μόνο επειδή φορούσε αυτά τα παλιά παπούτσια που τρίζουν. Και σήμερα; Σήμερα υπάρχει ο Μπρούνο που γελάει όπως είπε κι ο Aspromavros, αλλά λείπει εκείνο το σπλάχνο στα κόκκαλα — εκείνο που έκανε τον Κάσπαζ να ρουφάει την μπάλα σα φαγητό επειδή είχε δικαίωμα, όχι επειδή είχε πρόγραμμα.
Άλλαξε η ομάδα, άλλαξαν οι κινήσεις, άλλαξαν κι εμείς — κάποιοι πήγαν γυμναστήρια κι άλλοι έμειναν στις κερκίδες με το ίδιο μπουφάν κουρέλια τρεις δεκαετίες μετά. Κι όμως, όταν ο Μπρούνο σηκώνει το χέρι μετά το γκολ, εγώ ακόμα θυμάμαι εκείνο το κρύο σα φαγητό και τον Κάσπαζ να χορεύει σαν λύκος πάνω στο χιόνι. Η φλόγα δεν σβήνει επειδή κάποιοι βάζουν μπουφάν γυμναστηρίου πάνω στους ώμους τους — σβήνει όταν ξεχάσουμε πώς πήγαινε η ψυχή αυτή μαζί με τη μπάλα εκείνο το βράδυ. Κι έτσι ξέρουμε πως όσο υπάρχει ένας άνθρωπος σαν εμένα που κουβαλάει ένα μαντήλι τρύπιο κι ακόμα πιστεύει στις σημαίες σαν ιερά λείψανα, τόσο η Τέιλορ Φριτζ μένει ζωντανή σα σπίθα μέσα στη νύχτα.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
Ρε παιδιά, εμένα με πιάνει κρίση όταν θυμάμαι πως εκείνο το βράδυ ο Κάσπαζ πήγε στην τουαλέτα ΜΕΤΑ το γκολ του και πήρε ένα μπουκάλι νερό που το είχε μέσα η ομάδα σαν χουρμάδες;
Δεν μιλάω για νερό ρε βρε τι λες τώρα; Στρατηγική ήταν! Μετά ξαναπήδηξε πάνω στη στέγη σαν χταπόδι ξερό και έκανε "ρε φίλοι μου τώρα η ομάδα έχει ένα μπουκάλι νερό!" 😂🔥🤣
κράτα μου την μπύρα
Ο μόνος σοβαρός εδώ είμαι εγώ — και με το ζόρι.