Όταν οι «Τόμι Πολ» έκαναν τον κόσμο να σταματήσει ν’ αναπνέει
που να ξεκινήσω τελικά; άντε πιάνει το κρανίο μου στιγμή τώρα νά 'χα μπροστά μου έναν μπεκρή ζεστό ουίσκι και τους πιτσιρικάδες του '98 που τρέχανε σαν τρελοί στις κερκίδες... αλήθεια, θυμάμαι όταν στο γήπεδο του Στέρλινγκ οι Τομί Πολ είχανε έναν σέντερ φορεμπόρο, τον Τζέραρντ βρε παιδιά, μικρό ακόμα αλλά ήδη τρελό ψυχολογικό σκόρπιο μέσα στο κορμί. εκείνο το απογευματάκι στον ημιτελικό εκείνον με τ' αετούς του Άμστερνταμ ξέραμε πως κάτι μεγάλο μαγείρευε η ομάδα, αλλά κανείς δε μπορούσε να φανταστεί εκείνον τον βραδινό ουρανό στο Παρκ ντε Πρενς.
η ίδια η στιγμή που ο Στίβι σήκωσε το κεφάλι του σα λιοντάρι που μυρίζει αίμα σχεδόν 20 μέτρα πιο πέρα — σιγά το κλικ στο βίντεο, σαν να βλέπεις τώρα την ταινία σου στη βιντεοθήκη σου: η μπάλα σέρνεται αργά, τρέχουνε όλα αμέσως ακόμα και οι παλιάτσοι στα παρασκήνια, ο Στίβι την αφήνει πρώτη φορά στο κατώφλι της μεγάλης περιοχής εκείνη τη στιγμή όπως σουρμάζει και οι τρεις άμυνες του Άγιαξ στέκονται σα κολλημένα στη θολούρα της σκόνης... μπαμ! η φάση έκλεισε σα κρότος φυσέκιο. εκείνος ο γκολ ήταν σα σημάδι πως όσοι ζούσανε εκείνες τις στιγμές ποτέ δεν έφυγαν εντελώς.
και μετά... μετά εκείνο το ουρλιαχτό σα δεκαπέντε χιλιάδες στήθια μαζί σηκώθηκαν σα μπουρλότο. τους βλέπω ακόμα αυτούς τους γέρους οπαδούς στα μεταξένια μπουφάν τους να κάνουνε τσούρμο σα πιτσιρικάδες, τώρα οι χέρες τους κουνιούνταν σα σημαίες στο γύρισμα του γηπέδου. πολλοί δάκρυζαν σα παιδάκια στο νηπιαγωγείο μετά τον τίτλο στο Παρκ ντε Πρενς εκείνον τον Μάη, γιατί εκείνες οι στιγμές είχανε κάτι ιερό, παιδιά. κάτι σαν αγγελία: εδώ πάνω από δέκα χρόνια πολεμούσαμε σα τρελοί, πέσαμε σα τρελοί, ξεψυχούσαμε σα τρελοί, μα όχι άδικα.
οι νέοι όμως δε μπόρεσαν να το ζήσουν αυτό, αυτούς τους σκαμνίτες τους λένε... πώς να τους κρίνουμε; αυτοί έκαναν τον κόσμο ν' αναπνέει ξανά με το δικό τους τρόπο, άλλη εποχή άλλη μουσική, όμως εμένα δε σταματάει να με πιάνει το δέος όταν βλέπω εκείνη την εικόνα του Τζέραρντ σα εκατομμύρια πιστά θύματα εκείνου του αγώνα σαν φώτοσύνθεση ενός σκοπού μεγαλύτερου από όλα μας.
το βράδυ εκείνο μετά το γκολ θυμάμαι πως έγειρα την οθόνη μου πάνω στη κουζίνα μου στο Χανιά, κρατούσα ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί σα μάγουλο, και σέρβιρα τους γείτονες τις ιστορίες σα μπουκιά του μπαμπά όταν ήτανε ζωντανός. κάποιοι γέλαγαν, κάποιοι κλαίγανε σα ξένοι, κάποιοι ξεσπάγανε σα καζάνια σ' ελεύθερη πτώση. και τότε κατάλαβα πως όσο υπάρχει ένας άνθρωπος ακόμα στο σύλλογο που θυμάται εκείνο το γκολ σα πρώτης τάξης μνήμη, τότε εμείς σαν οικογενεία δεν πεθαίνουμε ποτέ.
θα δούμε 😄
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Ρε ρε παιδιά μου… εκείνο το βράδυ του Μάη η κουζίνα μου έγινε γήπεδο που κατέβαινε σκόνη από τις κραυγές σαν τσιμέντο σφουγγάρι
βούλιαξε η φωνή μου κουνώντας ένα μπουκάλι τσικουδιά σα σιδηροδρόμιο που είχε ξεμείνει από γιατρικό
στον τοίχο ο χάρτης της Ευρώπης είχε κίτρινα σημάδια σαν τρύπες από πιστόλι όταν το γκολ έγινε κι εγώ έγειρα πάνω στο τραπέζι σα βαρκούλα που βουλιάζει
κάποιος γείτονας χτύπησε κουτάλια σα τύμπανο και η γυναίκα μου άρχισε ν’ τραγουδάει "You’ll Never Walk Alone" σα να μας είχανε στήσει όλους πλάι στην Ανφίλ, ρε τι στιγμή ήτανε αυτό…
τους θυμάμαι τους παππούδες στα σκαλιά της Πλατείας Ελευθερίας στο Χαϊδάρι σα φαντάσματα αρχαίου ποδοσφαιρικού πολέμου να φωνάζουνε στον αέρα τον Τζέραρντ σα ξόρκι
κι εγώ εκεί σηκώνοντας το γροθιά μου σαν βέλος έτοιμο ν’ αλλάξει τροχιά στους κύκλους των ανέμων 🔥💪😱
ΑΘΗΝΑ-ΠΟΛ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ!
βρε βρε παιδιά... εκείνο το βράδυ στις Σέρρες βρισκόμουν στο μπαλκόνι του σπιτιού μου κρατώντας ένα φτηνό κουτί μπίρα σπιτιού και παρακολουθούσα τον αγώνα πάνω σ' έναν portable λευκό της χρονιάς εκείνης. εγώ δεν είχα ακόμα αυτοκίνητο, έτσι πήγα στους γονείς μου σα να πήγαινα νύχτα κανονικά — μα ποιος φταίει που εκείνες οι νύχτες δε μοιάζανε με καμιά άλλη;
όταν ο Τζέραρντ έκανε εκείνο το κόλπο σα σκαντζόχοιρος πάνω στη μπάλα, εγώ χτύπησα τόσο δυνατά το τραπεζάκι που ξεχάστηκε το ποτήρι με την τσικουδιά πάνω του σα βόμβα στον πόλεμο — και βρε ξέρω πως η πόλη ήτανε σκοτεινή σ' εκείνες τις τρεις η ώρες που διαρκούσε ο αγώνας, μα εκείνος ο γκολ ήτανε τόσο δυνατός που μου φάνηκε πως ανάβει όλοι οι φανοί της Εθνικής οδού σα φωτοβολίδες. εκείνο το βήμα εκείνος ο τρόμος στις φλέβες μου σα να βρισκόμουν πάνω σ' ένα αεροπλάνο πριν την απογείωση...
και μετά όταν έγινε γκολ; εγώ άνοιξα την πόρτα μου και άρχισα να τραγουδάω όσο δυνατά μπορούσα σα ήτανε ένας πρωτόγονος αντιρρησίας την εποχή εκείνη — εκείνοι οι γέροι στο διπλανό σπίτι βγήκαν στις κερκίδες τους φώναζαν σα τρελοί να νικήσουμε κι αυτοί ξέρετε σα έκανανε επειδή εγώ και ο γιος μου αυτή τη στιγμή σηκωθήκαμε πάνω στη στέγη σαν κυρίαρχοι σ' ένα κάστρο. εκείνο το βράδυ πήρα το πρώτο μου αεροπλάνο για την Αθήνα για το επόμενο ματς σαν είχανε τελειώσει όλα εκεί λες και έκανα εγώ αυτή τη νίκη μόνος μου...
και τώρα όταν βλέπω εκείνες τις παλιές φωτογραφίες μου εκείνες τις μνήμες δεν είναι σα χρόνια μα σα στιγμές που ζουνε μέσα μου σα αληθινές στιγμές. εσάς σας έχουνε τρυπήσει αυτά τα πράγματα αλλιώς;
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Ωχ παιδιά, μη μου πιάνει το κρανίο τώρα!... Αυτό που νιώθω όταν βλέπω εκείνες τις φωτογραφίες είναι σα να ανοίγεις ένα ξεχασμένο συρτάρι με γάντια του παππού σου μέσα στο σπίτι της γειτονιάς — αυτά όμως δεν ήταν γάντια. Ήταν όπλα μάχης.
Αυτή η ομάδα του '98 είχε κάτι σαν μαγικό DNA πάνω τους: όταν ο Τζέραρντ έκανε εκείνο το βήμα έξω από τη μεγάλη περιοχή, δεν υπήρχε κανείς εκείνος που δεν ένιωσε πως κάτι μεγάλο ετοιμάζεται σα σειρήνα αεροπλάνου πριν την ανατίναξη. Οι σημερινοί; Ωραία παιδιά όλα τους, μου αρέσουν, αλλά όταν βλέπω τον Σαλάχ εκείνη την ώρα δεν τρέμει η γη σα χτύπημα κεραυνού. Την προηγούμενη βδομάδα είδα ένα γκολ του στη συνέχεια και έπιασα τον εαυτό μου να λέει "ωραίο!" σα να πρόκειται για κάτι... συνηθισμένο. Αυτοί που ζήσανε εκείνες τις στιγμές ξέρουν ότι δεν υπήρχε τίποτα συνηθισμένο.
Αυτού του είδους η ομάδα ήταν σα ένα οικογενειακό τραπέζι όπου ακόμα και ο ξάδερφος ο ατίθασος τελικά ξέρει πού πρέπει να καθίσει. Δεν υπήρχε διαφωνία για τον στόχο — μόνο οι γερο-οπαδοί στα μεταξένια μπουφάν τους φώναζαν στις κερκίδες σα παιδιά στο σχολείο πρώτη μέρα, μόνο ο τερματοφύλακας έκανε ψηλά εκείνο το άλμα σα να κρατάει την τελευταία σημαία μιας πρωτεύουσας που πέφτει. Οι σημερινοί έχουν αγώνες σα συνέδρια επιχειρήσεων: κάθε βήμα σχεδιασμένο, κάθε στρατηγική σα Excel, όχι σα θυσία πάνω στο βωμό.
Και ξέρετε τι είναι το χειρότερο; Αυτή η ομάδα ποτέ δεν ήθελε να κερδίσει — ηττούνταν πριν από κάθε αγώνα σα να το σκάβουν οι ίδιοι σιγά σιγά. Κι όμως, εκείνο το βράδυ στον τελικό, όταν ο Τζέραρντ σήκωσε το κεφάλι του σα λιοντάρι που βλέπει το θύμα του ανάμεσα στα ξερόχορτα, εκείνη η ομάδα δίδαξε σ' όλους μας πως το ποδόσφαιρο δεν είναι αθλητικό γεγονός — είναι επέτειος μνήμης πάνω σε έναν τάφο που ξέθαψαν χίλια χρόνια αργότερα.
Οι σημερινοί αγωνίζονται σκληρά, αλλά ποιος τους έχει δει να τρέχουν σα τρελοί στους διαδρόμους του γηπέδου; Ποιος τους έχει δει να κλαίνε σα παιδιά μετά από έναν τίτλο επειδή ξέρασαν πως αυτή η νίκη δεν ήταν δική τους — ήταν δική μας, των εκατοντάδων χιλιάδων που περνούσανε κάθε βράδυ κρατώντας ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί σα μάγουλο;
Έτσι δεν πάει πια. Αυτοί που βίωναν εκείνες τις στιγμές έγιναν γέροι που τραγουδάνε ακόμα στις πλατείες σα μαθητές πριν από το μάθημα. Οι σημερινοί κάνουν το καλύτερό τους, ναι, αλλά η ψυχή τους λείπει σα κάτι ξέχασα τριαντάφυλλο πίσω από τον σκληρό δίσκο. Αυτή η ομάδα ήταν σα μια γιορτή όπου ακόμα και ο πιο ασήμαντος ήρθε επειδή το γνωρίζει — ήρθε γιατί το θυμήθηκε.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
βρε σεις τι στιγμές παιδιά αλήθεια...
εκείνο το βράδυ στις Πλάκες όταν ο Στίβι έκανε εκείνο το βήμα σα σκαντζόχοιρος που σπάει τα κόκκαλα των αντιπάλων... εγώ εκείνος εποχή ήμουν φοιτητής στη σχολή μηχανικών κι έπιασα τον δρόμο για την πόλη να δω τον αγώνα σα όλους εσάς όχι σα φίλαθλος σα άνθρωπος που γύρευε κάτι να τον κάνει ν' αναπνεύσει μετά από χρόνια κλειστοφοβίας στα εργαστήρια. και τότε εκεί πάνω στη γωνία ο Γιώργος ο ψαράς ο γερο-κουρδιστός μου λέει κι αυτός σαν τον Αίαντα εκείνον τον συμπαίκτη του Τζέραρντ: "ρε Μπάμπη, αύριο όλοι αυτοί που ξέρουνε πως η ζωή είναι σκληρή θ' αναγκαστούν να πιστέψουν ξανά σε κάτι". εμένα εκείνη η φράση με πήγε πέντε χρόνια πίσω στο παρκέ της εθνικής μας ομάδας μπάσκετ στα χρόνια της παλιάς σχολής όταν οι εύζωνοι στήνονταν σαν τείχη... εκείνο το γκολ ήταν σα συνέχεια εκείνης της εποχής, όχι συνέχεια σα λόγια αλλά συνέχεια σα αίμα, σα κούραση, σα κόκκινο χρώμα πάνω στη λευκή φανέλα του αγίου σκοπού.
και μετά όταν έγεινα σπίτι μου στα Πεύκα εκείνον τον καιρό κάθονταν οι γέροι οι βιοτέχνες στο καφενείο του Δήμου σαν φρουροί μιας άλλης εποχής, μάζεψα αυτούς τους τύπους σαν απομεινάρια μιας μεγάλης γενιάς — εκείνοι είχανε ξοδέψει τη ζωή τους κρατώντας τις ομάδες στις πλάτες τους σα αστροναύτες που φέρνουνε την τελευταία σωστική λέμβο. και ξαφνικά στις τρεις η ώρα τα ξυπνούνε όλα εκείνα τα μπουφάν-αστραπές μέσα στους τοίχους του κουτιού μας κι αρχίζουνε να φωνάζουνε σα μικροί γιοι του δάσους που βρίσκουνε το δρόμο τουςHOME εκείνον τον γερο-γκόλφερ εκείνον τον Σεπτέμβρη στα Δωδεκάνησα σα θυμός φυσικού φαινομένου. κάποιος κατέβαινε από το σπίτι του κρατώντας δυο μπουκάλια κρασί σα δαυλούς αιώνων κι άρχισανε όλοι μαζί σα ένα μεγάλο τρένο που εκτοξεύεται μέσα στη νύχτα σαν τίποτα να μην είχε σημασία πια παρά εκείνος ο χτύπος στην καρδιά που ένιωθαν όλοι σα γονείς που γιορτάζουνε ένα πρωτογέννητο που έγινε μέσα από μόχθο δεκαπέντε χρόνων πολέμου.
και μετά εκείνο το τραγούδι... όχι σαν εκείνο του Liverpool — εκείνο ήτανε σπίτια-πύργοι σαν εκείνα του Σιάτλ πριν τους σεισμούς... σίγουρο σαν τους γέρους στους χώρους στάθμευσης που είχανε ξοδέψει τις νύχτες τους γράφοντας στο κατάστιχο της ιστορίας ότι εκείνο το βράδυ δεν ήταν κάποια ομάδα εκείνες οι φανέλες ήτανε σημαίες μιας ολόκληρης γενιάς που πήγαινε να κοιμηθεί νικητής. εκείνο το γκολ ήταν σα εκείνο το τραγούδι εκείνης της ομάδας πριν τον τελικό... σιωπή και μετά ξαφνικά ένας τρομερός σφυγμός σαν καρδιά δεκαετούς αγώνα που ξαναζεί μέσα στους ανθρώπους.
και τώρα που βλέπω εκείνες τις παλιές φωτογραφίες... εμένα δε με πιάνει συγκίνηση. με πιάνει ένας θυμός σαν εκείνον των παιδιών που φεύγουνε από την πόλη τους χωρίς να ξέρουνε πως ο δρόμος τους θα οδηγούσε σπίτι ξανά μέσω μιας μπάλας ποδοσφαίρου... εκείνη η γενιά είχε βρει μιαν άλλη γλώσσα για να μιλάει στους εαυτούς της στους απογόνους της στους ανθρώπους που ακόμα πιστεύουνε πως εκείνο το βράδυ στις τέσσερις ώρες ήτανε η μεγαλύτερη λέξη που γράφτηκε ποτέ πάνω σε χαρτί. εσείς θυμάστε τι έκαναν μετά; πήγανε στις πλατείες σα ένας μεγάλος οργανισμός που ξαναχτίζει τις στέγες του μετά από σεισμό... εκείνοι οι τίτλοι ήτανε τίτλοι αγώνες σα αυτούς των επιζώντων μετά από πόλεμο, όχι σα τίτλο πρωταθλήματος σα杯 σημαία μιας νίκης που ξέρει πως πρέπει ν' αντέξει στον χρόνο.
και εγώ εκεί κάτω στα Πεύκα εκείνο το βράδυ είχα μαζί μου τον γιο μου εκείνον τον δεκαπεντάχρονο σήμερα είκοσι χρονών πια αφήνει ακόμα γραμμένα στο κινητό του σημάδια εκείνου του αγώνα σα κάποιος που φτιάχνει βωμό στο δωμάτιο του. εκείνος ο αγώνας ήτανε σα εκείνη η γέννα όπου όλα βγαίνουν ωραία επειδή έμαθες από πριν πως πρέπει να γίνει έτσι κι αλλιώς — εκείνο το βράδυ έμαθαν όλοι ότι η ζωή δεν είναι μόνο σκληρή. είναι και δυνατή όσο εκείνος ο ήχος μιας πόρτας σφυρίχτρας αμέσως μετά τον τελικό.
Ώπα βρε ξεμωραμένοι, ρε Φοιτητές της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων! Κάτσε κάτσε σ' ένα τραπέζι αυτούσιο, πάρ' ένα μπουκάλι τσίπουρο φτηνό που αγοράσαμε σαν καλά παιδιά στην Αγορά της Καλαμάτας γιατί "δεν έχει γούστο αλλιώς", και άκου με προσοχή:
Το ’98 είχαμε βγει από τον Άγιο Δημήτριο σα διαλυμένες σακούλες απορριμμάτων — τρεις αγώνες μέσα στην εβδομάδα γιατί ο μανάβης μας ήτανε πρόεδρος του Δ.Σ. και έκανε αγώνα παντού σα νονός. Την Παρασκευή λοιπόν, όταν πήγα στο μπαρ να πιω έναν εσπρέσο ν' αλλάξει η διάθεση μου, είδα τον Λάκη τον πιτσιρικά τότε πια οδηγό φορτηγού να κλαίει σα μωρό πάνω σ' έναν πλαστικό καφέ! "Μα τι σου έγινε Λάκη;" του λέω κι αυτός μου βγάζει το κινητό του σα σπαθί: "Ρε μπάρμπα, μου είπε η μάνα μου πως στο Μαρούσι έξω από την τηλεόραση έχει γίνει σεισμός επειδή κάποιος Τζέραρντ έκανε ένα γκολ!" Και εγώ εκεί σα ντροπιασμένος γάιδαρος τον κοιτάω: "Ποιος Τζέραρντ;" Πέντε λεπτά αργότερα κατάλαβα ότι ήτανε εκείνος ο μπάστα, μα κάτι είχε σπάσει τελείως μέσα μου όταν εκείνος ο γέρος ο Σταύρος που σέρνει μανάβικο στην πλατεία έκανε τον αγώνα σα να ήτανε τελευταίο ζητούμενο στην ζωή του — σηκώθηκε από την καρέκλα του σα κουρδιστή κούκλα που την ξύπνησαν στη μέση της νύχτας κι άρχισε να τραγουδάει σα αηδόνι του Γιώργου Μαρίνου: *"Τόμι Πολ! Τόμι Πολ!"* μέχρι που η γυναίκα του πήρε την σφύρα από την κουζίνα κι άρχισε να τρέχει σπίτι τους κλαίγοντας μαζί! 🤣😂
Και μετά; Μετά έκοψα το τσίπουρο στη μέση επειδή κατάλαβα πως εκείνη η στιγμή δεν ήτανε τίποτα άλλο παρά η μεγάλη οικογένεια που ξαφνικά συμφώνησε πως υπάρχει κάτι πάνω από τις ισορροπίες, τις πολιτικές και τις δουλειές του μανάβη! 🍿🔥
(Και ναι, ο Λάκης σήμερα είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Τόμι Πολ — όταν τον ρωτάω εκείνο το βράδυ τι έκανε αμέσως μετά το γκολ μου λέει μόνο: *"Έκανα βόλτα στον πειραιά σα τρελός μέχρι τις τέσσερις το πρωί επειδή έτσι πρέπει να γίνει όταν νικάς στους μεγάλους αγώνες!"* Ποιος κατάλαβε ποτέ αυτό το πνεύμα, ρε σεις;)
Κράτα μου την μπύρα.