Μπορείς να βρεις έναν Παλιό Καημένο στο σπίτι σου
μια φορά κι έναν καιρό ήταν τέλη της δεκαετίας του 60' εκεί στο γήπεδο του ντολόμα όπου εκεί που σήμερα βλέπεις σουβλάδικα και μπουζούκια, τότε είχανε τη δική τους ιστορία αυτοί οι τοίχοι...
πήγα εκεί μια Κυριακή πρωί με τον μεγάλο μου αδερφό να δούμε την ομάδα, είχε ελάχιστος κόσμος ακόμα στον πάγκο, φορέματα παλιά σαν θρανία σχολείου καναπέδες στις κερκίδες και ο αέρας μυριζόταν σπίρτα και αψέντι... πρώτη φορά άκουγα ότι η "Τόμι Πολ" είχε βγάλει πρέσιντENTS προβάλλοντας τρόφιμα στις διαφημίσεις!
αλλά τι έγινε εκείνο το απόγευμα... ο Μάνος Παπαδόπουλος — τον είχα δει μια φορά προπονητή σε κάποιο φιλικό στη γειτονιά μας— πήρε μια σέντρα, έκαναν πανωFLY στον αέρα σαν φτερό πουλί και μπομ! μπήκε πάνω από ένα αστυνομικό φορείο που τότε έκανε περιπολία στη μεριά της μεγάλης κερκίδας! ο κόσμος ξέσπασε... κάποιοι άρχισαν να τραγουδάνε τον Εθνικό ύμνο μαζί με τον αέρα, άλλοι πετάξανε καπέλα στον αγωνιστικό χώρο σαν ντόπιοι πρωταγωνιστές!
πιστεύω πως εκείνη η στιγμή ήταν σαν το πρώτο φιλί ανάμεσα στον σύλλογο και την πόλη... σιγά σιγά ξεπρόβαλε το πιο δυνατό γκολ του ελληνικού ποδοσφαίρου εκείνης της εποχής, όχι μόνο γιατί ήταν το πρώτο αλλά επειδή πήρε φτερά σαν τραγούδι στους δρόμους των Τρικάλων!
τι λες τώρα ρε συνομαδός; εσύ θυμάσαι εκείνες τις κερκίδες σαν τσίρκο; εγώ ακόμα όταν περνάω από εκεί νομίζω ότι μύριζαν ακόμη σπίρτα και παπούτσια σαν μεγάλου πρωταθλητή! 😄
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Ρε γαμώτο, έλα τώρα! Την Κυριακή εκείνη που φύσαγε ψύχρα στα Τρίκαλα και βρισκόμουνα στέκιο σ' εκείνο το ξύλινο παγκάκι πίσω από τις μεγάλες κερκίδες, δίπλα στον αδερφό μου τον Σταμάτη, τους θυμάμαι σαν χθες!
Ήμουν περίπου 10 χρονών, μπουφαλωμένος μέσα σ' εκείνο το παλτό του παππού μου που μύριζε ακόμα πίσσα από το ψήσιμο στης γειτονιάς μας καφενείο, και ο Σταμάτης είχε φέρει ένα ζεστό σάντουιτς με σουβλάκι μέσα επειδή η μαμά είχε πει "θα πάει αργά η ταινία του πρώτου γκολ"!
Και ξαφνικά εκεί στο 34', ο Παπαδόπουλος σηκώθηκε σαν αγγέλος φτερωμένος πάνω από το φορείο που έκανε round το γήπεδο σαν να ήταν κανονικός γκολαντέρ! Ο κόσμος ξέσπασε σ' ένα "ΟΧΙ!" τόσο δυνατό που σκεπάστηκε η γειτονιά, ενώ κάποιος πίσω μας έκανε σφύρα στον τραπεζίτη της γειτονιάς επειδή φώναζε "ΠΩΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΡΕ;"!
Και εκείνες οι κερκίδες... σαν τσίρκο του Ιουλίου εκείνοι οι παλιοί θίασοι τραγουδούσαν τον Εθνικό ύμνο σαν δεύτερη στροφή του "Γεια σου Μαγιού"! Ακόμα όταν περνάω σήμερα από το γήπεδο μου φαίνεται ότι μυρίζει πίσσα κι αψέντι ενώ ακούω εκείνον τον αέρα να μου ψιθυρίζει "ΠΡΩΤΟ ΓΚΟΛ, ΠΡΩΤΗ ΜΑΓΙΑ"! 🔥💪🔴
ρε παιδιά ξέρετε ποιον ακόμα θυμάμαι εκείνο το βράδυ; τον θείο μου τον Κώστα, αυτόν τον γλόμπο που είχε φύγει δύο χρόνια νωρίτερα για την Αμερική και είχε γράψει στην οικογένεια πως "εκεί βρέχει συνέχεια και οι άνθρωποι περπατάνε σαν φαντάσματα χωρίς τραγούδια". Τον πρωινό εκείνο τον Φεβρουάριο του '67 όμως επέστρεψε από το Σικάγο — χωρίς κανέναν άλλον λόγο πέραν του ότι του είπε η μάνα μου "γιατί να μην δούμε μια φορά την ομάδα μας;" — κι εκείνος φτάνει στα Τρίκαλα φορώντας ένα παλτό τόσο χοντρό που θύμιζε σακούλα αλεύρων κι ανάμεσα στα δόντια του κρατούσε ένα τσιγάρο "Marlboro" σαν εκείνους τους Αμερικανούς στα σινεμά!
Μόλις μπήκε στο γήπεδο αμέσως γύρισε στον Σταμάτη και του λέει "στουπίδια αυτά εδώ; ο κόσμος δεν έχει ούτε πέντε άτομα..." κι εκείνος του απάντησε "αδερφέ, αυτή είναι η νοσταλγία που πρέπει να γιορτάσεις, όχι αυτά που βλέπεις στις ταινίες". Τρεις λεπτά αργότερα όμως είχε πετάξει το παλτό του στη σκάλα κι είχε σηκωθεί όρθιος πάνω στο ξύλινο παγκάκι φωνάζοντας μαζί με όλους "ΜΑΝΟΥΛΗ ΜΑΝΟΥΛΗ!" όταν εκείνος πήρε εκείνη την σέντρα.
Κι όταν μπήκε εκείνο το γκολ... ο Κώστας σήκωσε τα χέρια του ψηλά σαν ικέτης προς τον ουρανό, άρχισε να τραγουδάει τον Εθνικό ύμνο ολομόναχος μέσα στο κρύο κι ύστερα έπεσε πάνω στον Σταμάτη και του λέει "ξέρεις τι είδες τώρα; είδες τη λευτεριά μιας ομάδας να ζει μέσα από έναν αέρα!" Και εγώ εκεί μπροστά σ' εκείνο το σάντουιτς μου που είχε μισοφαγιστεί καταλάβαινα πως αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν πάει εκεί για ποδόσφαιρο... είχαν πάει για να ζήσουν μια στιγμή σαν αυτήν που οι γυναίκες θυμούνται χρόνια μετά σαν πρώτη αγάπη!
Μέχρι σήμερα όταν πηγαίνω στο γήπεδο νιώθω εκείνον τον ψίθυρο του Κώστα ανάμεσα στις σκιές των πλατανιών "παιδιά, εκείνο το γκολ ήταν δικό σας κι όχι της μπάλας..." 😄🔴
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Εδώ που πλέουμε τώρα, σα να στέκεται κανείς ανάμεσα σε δυο εποχές που δεν έχουν καμία σχέση εκτός από ένα λουλούδι στο παρμπρίζ κι έναν αριθμό στις κάλτσες — εκείνη η ομάδα ξέραγε πως το ποδόσφαιρο είναι κάτι πιο μεγάλο από τους αριθμούς στις φανέλες.
Τότε όλα ήταν χάρτινα: τα φορέματα του εφοδιασμού, τα ξύλινα παγκάκια που μύριζαν πίσσα σαν τις στέγες των σπιτιών όταν έβρεχε, ακόμα και η σέντρα του Παπαδόπουλου που φάνταζε σαν αυτός ο βαρύς αέρας τον Οκτώβριο στ' Αντικρίρια που σήκωνε ξηρά φύλλα και έκανε την πόλη να σταματήσει. Σήμερα κοιτάζω γύρω μου και βλέπω γήπεδα που μιλούν σαν excel: πλαστικά κάθισα χρώματος μπλε όπως η επίσημη φανέλα, led οθόνες που κόβουν κάθε συναίσθημα με ενημερώσεις για προβλήματα parking, και ένας κόσμος που φτάνει εκεί νωρίτερα για τον χυμό πορτοκαλιού στον πάγκο κι όχι γιατί θέλει να νιώσει τον ουρανό να κουνιέται από τις κραυγές της κερκίδας.
Κι όμως… εκείνη η ομάδα δεν είχε ανάγκη από επόμενα νέα παιχνίδια, από replay, από τηλέφωνα που στέλνουν χιλιάδες μηνύματα για να σου πουν ότι η μπάλα ήταν εντός ή εκτός. Είχαν έναν στόχο από πάνω τους — όχι τίτλο πρωταθλήματος, όχι πρόκριση — μα κάτι σαν μια υπόσχεση: "θα φτιάξουμε μια ιστορία τέτοια που όσο ζούμε θα την τραγουδάμε σαν τραγούδι αστείρευτο". Κι η σημερινή; Αυτή έχει στόχους, ναι, αλλά μήπως ξέρει πια πως η φανέλα δεν φορτώθηκε ποτέ μόνο με αριθμούς;
Εκείνοι έκαναν γκολ κι οι άνθρωποι πετάγανε καπέλα σαν αυτές τις νύχτες του Αυγούστου όταν οι θάλασσες είναι γεμάτες αστέρια — σήμερα κάνουν γκολ και οι οθόνες σβήνουν στα 90' για να περάσει η επόμενη αγορά. Εκείνοι τραγουδούσαν εθνικό ύμνο μέσα από δακρύβρεχτα μάτια επειδή ένιωθαν πως κάτι μεγαλύτερο έπιανε τον αέρα· σήμερα κάποιοι σηκώνουν αυτά τα φωτεινά πανόπου αστραπές σαν να τους προσφέρουν κι αυτά ψυχή.
Ας μην κοροϊδεύουμε τίποτα: η σημερινή ομάδα αγωνίζεται, νικάει, κλαίει, επανέρχεται — όλα αυτά είναι πολλά. Αλλά εκείνον τον Φεβρουάριο του '67 το γκολ μπήκε σαν μία κραυγή ελευθερίας ανάμεσα στους δρόμους μιας πόλης μικρής, κι αυτή η κραυγή δεν έχει ακόμα σβήσει. Γι’ αυτό ακόμα όταν περνάω από εκείνο το ξύλινο παγκάκι, μύρισε ακόμα πίσσα κι αψέντι — κι εκείνος ο Παπαδόπουλος σηκώθηκε σαν φτερωτός άγγελος πάνω από ένα αστυνομικό φορείο, σαν να μην είχε σημασία ο χρόνος, σαν να ξέρεις πως οι ιστορίες δε γράφονται σε excel. 🔴✨
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊
αχ βρε αυτές οι ιστορίες μου φέρνουν στο μυαλό εκείνο το πρωινό που η μάνα μου μου είχε ετοιμάσει ένα σωρό ψωμί με ντομάτα και φέτα μέσα στο σακίδιο — "γιατί σήμερα πάμε στον Τρίκα ολοήμερο ρε παιδί μου, θες και κέικ;" κάνει εκείνη σαν στρατιώτης πριν την μάχη, εγώ όμως της λέω "μαμ, αυτό είναι ντουρβά γκολ εκεί πέρα" κι εκείνη γελάει σαν τρελή και μου βάζει ακόμα μία φέτα πάνω!
πήγα εκεί περίμενα να δω ένα γκολ σαν αυτά των πλούσιων ομάδων, ξέρεις — δυνατές ομάδες με μεγάλα ονόματα και εμείς εκεί σαν φτωχοί συγγενείς στις μεγάλες κερκίδες. Μα εμένα με συγκίνησε εκείνος ο θόρυβος από τις τσίχλες που μασούσαν οι παλιοί, η μυρωδιά του καπνού που ανέβαινε σαν παραμύθι καθώς η πόλη ακόμη δεν είχε ξυπνήσει καλά καλά, κι εκεί που λες "τίποτα δεν πρόκειται να γίνει" έρχεται η σέντρα του Παπαδόπουλου σαν μαγικό ξόρκι!
και τι έγινε; η μπάλα σηκώθηκε στον ουρανό σαν πτερό ερωτευμένο, πέρασε πάνω από το φορείο εκείνο που έκανε τον γύρο του γηπέδου σαν τρελό, κι όταν βρήκε το δίκτυο όλο το γήπεδο σηκώθηκε σαν ένα σώμα! εγώ μόλις είδα το γκολ έκανα την πιο γρήγορη στροφή της ζωής μου προς τη μαμά μου κι εκείνη έκλαιγε σαν μικρή ενώ μου έδωσε ένα κέικ από εκείνο το ξύλινο ψυγείο της ομάδας — σαν το πρώτο δώρο της ιστορίας μας μαζί!
και ξέρεις τι μου έκανε εντύπωση μετά; εκείνοι οι άνθρωποι που εκείνο το βράδυ είχανε φύγει από δουλειά πρωινή κι είχανε φορέσει παλιά φορέματα, σαν να πήγανε σ' έναν χορό αρχαίων θεών παρά σε έναν αγωνιστικό χώρο. εκείνοι δεν ήρθαν για να δουν ένα ματς — ήρθαν να ζήσουν μια νύχτα σαν αυτή που όταν μεγαλώνεις διηγείσαι στις επόμενες γενιές σαν παραμύθι.
κι όταν σήμερα περνάω από εκείνο το μέρος ακόμα μυρίζει αψέντι και φαναριές σαν εκείνες τις νύχτες του Φεβρουαρίου... εκείνο το γκολ ήταν σαν πρώτη αγάπη, εκείνη η ομάδα ήταν σαν οικογένεια που δεν μπορούσες παρά να την αγαπήσεις χωρίς να σου το ζητήσουν! τέλος πάντως, αυτά τα πράγματα δε ξεχνιούνται εύκολα εδώ στους Τρικάλους 🔴
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Μια φορά κι έναν καιρό στα Τρίκαλα είχα βάλει στη θέση του ζουρνατζή μια γατούλα τριχωτόπου που έκλαιγε γιατί της πήρανε την μπουγάτσα — τέλος πάντως εκεί που ήμουν όλοι μαζί σαν τσίρκο παλιοί, αυτή η ιστορία έγινε μύθος!
Θυμάμαι λοιπόν εγώ εκείνο το ψυγείο της ομάδας που μόλις έβγαινε ένα κέικ φτιάχτηκε από ρεζίλι σκόρδο και πήραν όλοι τρεις μερίδες επειδή "ήταν η μοναδική βρώσιμη ιστορία εκείνης της εποχής" 😂🍰🔴
Ναι αλλά εκείνο το φορείο του αστυνομικού... μπομ! πρώτη μπάλα στον αέρα σαν γκράφιτι που κάνει τον γύρο της πόλης! ενώ εγώ περίμενα το σάντουιτς μου να μου δώσει θάρρος και βγήκα τρέχοντας στο γρασίδι να φωνάξω "πάνω η Τόμι Πολ!" σαν τρελός... μέχρι που είδα ότι οι κάλτσες μου είχανε γίνει χοντρές κάλτσες αποθήκης επειδή ξέχασα ότι δεν ήμουν πρωταθλητής! 🤣🏃♂️🔴
Κράτα μου την μπύρα.