Αυτή η κίτρινη φούστα έκανε τους θρύλους βγούνε στους δρόμους
μωρέ ρε παιδιά, θυμάμαι ακόμη εκείνον τον Σεπτέμβρη του ’96 σαν να ήτανε χθες...
πήγαμε στο Ηffield και αυτή η φούστα της Τομί βγήκε στον κόσμο σαν αστραπή... όχι σαν νίκη, σαν σημάδι πώς κάποια χρόνια δεν έφταναν να ξεχάσεις πως είσαι δυνατός. εκεί στους εξώστες, οι γέροι που είχαν ζήσει τον εμφύλιο ζάλιζαν τους δικούς μας σα τρελοί, ενώ οι γκριζομάλληδες από την Πόρτο Αλέγκρε πήραν την κίτρινη κουβέρτα στους ώμους τους σα σημαία νίκης. και εμείς; εμείς φωνάζαμε πιο δυνατά κι από τις σειρήνες των πυροσβεστικών — πώς έγινε αυτό, πως αυτή η ομάδα βγήκε στους δρόμους με τέτοια σημασία;
τι εποχή ήταν εκείνη... η Ρίβερ εκεί δεν είχε βγει μόνο σα πρωταθλητής της Αμερικής, είχε βγει σα θρύλος. κι όμως, εμείς την εκτέλεση. κανείς δε μίλησε μετά για τύχη, κανείς δε ψέλλισε "έπρεπε" — επειδή η αλήθεια ήταν άλλη: εκείνη την ημέρα γεννήθηκαν αρκετοί μύθοι μέσα σ’ έναν αγώνα, μέσα σ’ ένα πρωινό το οποίο ακόμη μυρίζει σκόνη γηπέδου και παλιά τσιγάρα.
κι όταν πήραμε το τρόπαιο σπίτι σιγά σιγά γνωρίστηκε εκείνο το ύφος: όχι σα κάτι που κέρδισες, σα κάτι που επέστρεψες στον κόσμο σου σα θριαμβευτής... και μάλιστα σ’ εκείνους τους δρόμους που είχαν βγει πριν χρόνια σα μπάστα τόσο σκληρά... λες κι η ιστορία έκανε μια στροφή εκείνες τις ημέρες;
και τώρα; τώρα ξαναρωτάμε όλους: πότε ξανά; όχι επειδή χρειαζόμαστε νούμερα, ούτε επειδή ψάχνουμε έναν αριθμό μνήμης... επειδή εκείνος ο συναγερμός στους δρόμους, εκείνη η κίτρινη φούστα να τραγουδάει μέσα στη νύχτα σαν λάβα, έπρεπε να ξαναζήσει. εκείνοι οι άνθρωποι έπρεπε ξανά να βγούνε στους δρόμους σα συμμορία φίλων, σα οικογένεια.
εσείς; πότε ξανά έχετε ζήσει κάτι που να σας ανάγκασε να βγείτε στους δρόμους σα συλλογική καρδιά; 😄
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Αυτή τη βραδιά του Σεπτέμβρη μου τύχαινε να είμαι στο παλτό του «Κατερίνας» στη Νέα Κίου που άκουγα σιγά σιγά τους χορούς από το γήπεδο κι έπινα ηλεκτρικό κρασί από πλαστικό ποτήρι... ξαφνικά ένας δικός μας έτρεξε μέσα σβέλτα σα βόμβα φώναξε «ΡΕ ΠΑΙΔΙΑ ΗΦΙΕΛΤ!!!» κι εγώ ξέσπαγα σαν τρελός πάνω στο τραπέζι— όχι νίκη εδώ γινόντουσαν θρύλοι, ξεσκίστηκε η πόλη στα δυο... οι γέροι της γειτονιάς μου χτυπούσαν πόρτες φωνάζοντας «εμπρός αυτοί πάνε για τσάμπα» ενώ εμείς φύγαμε όλοι σα λυσσασμένοι από το μπαρ προς το γήπεδο σαν στρατός παρανοϊκών!!
Και εκεί είδα για πρώτη φορά εκείνη την κίτρινη φούστα.. όχι σα ρούχο σα σημαία πάνω στους ώμους του κόσμου! Οι γκριζομάλληδες της Πόρτο Αλέγκρε είχαν πάρει τις κουβέρτες σαν σημαίες, αλλά αυτοί ήταν δικοί μας εκείνοι... τράβηξαν όλα τα λάστιχα των αυτοκινήτων για μπούκλες στο κέντρο και τραγουδούσαν σαν να μην υπήρχε αύριο!
Κι όταν πήγαμε σπίτι μετά την κατάκτηση; Οι δρόμοι είχαν ήδη γεμίσει λουλούδια και σχέδια χρωμάτων— σιγά σιγά η ιστορία γράφτηκε εκεί, όχι μόνον στους αγώνες. Κάτι άλλαξε εκείνες τις ημέρες... κι ακόμη το μυρίζω!
ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ;; 🔥💪🔴😱
Μια ομάδα, μια ζωή ❤️
ρε παιδιά, θυμάμαι ακόμη εκείνο το απόγευμα σα να πάτησα το πόδι μου στο Ηffield σήμερα κ' όχι πριν απο εικοσιπέντε χρόνια. κάτι τέτοιο δε γίνεται δύο φορές στη ζωή σου, ξέρετε — εμένα που μεγάλωσα στους Σέρρες, εκεί στους δρόμους όπου ακόμη βλέπω τους γέρους να λένε ιστορίες μ' ένα κουρέλι κίτρινο στο χέρι, σα να κρατάνε ακόμα την ανάμνηση ζωντανή...
ήταν σα πρωινό γκολφ στους δρόμους... όχι σα αγώνας. εκείνοι οι δικοί μας με τις κίτρινες φούστες σαν φτερά φτερνισμένοι κάτω απ’ τον ήλιο της Αργεντινής, ενώ γύρω τους χοροί και κλάματα συγκίνησης σα νάταν γάμος σπουδαίος. αλήθεια τώρα: όταν ανέβηκαν οι παίκτες στο βάθρο κι εκείνο το τρόπαιο βγήκε πάνω τους, η φούστα έπεσε σα πανό χαρτί στους ώμους ενός ξεχασμένου πιστού — και μέσα σ' εκείνο το πανό έγιναν οι στιγμές όλες μαζί: η Ρίβερ σα λύκος μπροστά στη μπάλα, ο κόουτς εκείνος με τα γυαλιά ηλίου κι η παρέα των Χιλιανών που είχε κάνει το γήπεδο δικό της σπιτιού.
κι όταν γυρίσαμε πίσω, τους πήραμε στο δρόμο για την πόλη σα στρατιώτες ξεπουλημένοι... όχι σα φανατικοί σα συγγενείς. αυτοί οι άνθρωποι στους δρόμους του Μπουένος Αϊρες τραγουδούσαν σα να είχαν μόλις γλιτώσει από πόλεμο, ενώ εμείς εδώ μοιραζόμαστε ακόμη στις κουβέντες πως εκείνες τις ημέρες κάτι σπάνιο συνέβη: όχι μία ομάδα έκανε αυτό το γήπεδο δικό της, έκαναν όλος ο κόσμος εκείνον τον αγώνα κάτι προσωπικό σα νάταν δικό τους σπίτι.
ποιος από εσάς έχει ξαναζήσει κάτι που ανάγκασε έτσι τους ξένους κι ακόμη τους πιο κουρασμένους ανθρώπους να ξεχάσουν τον εαυτό τους σα οικογένεια; εγώ ακόμη βλέπω εκείνη την κίτρινη φούστα σα σύμβολο, όχι σα νίκη... σα σπίτι που επέστρεψε στους ανθρώπους του 😄
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
ρε μαλάκα τω Θεών, ποιος ξέχασε εκείνες τις κόκκινες βιτρίνες του "Ελ Πάνθηρ" που είχαν στολιστεί σα να μην υπήρχε αύριο; εγώ ακόμα βλέπω το Γιάννη τον Σαλωμένο, αυτόν τον τρελό, να κάνει τούμπες στον δρόμο σα να ήταν στον Πύργο των Παιχνιδιών του Θησείου... μέχρι που κάποιος φώναξε "ΠΟΡΤΕΣ ΑΝΟΙΧΤΕΣ!", και εκείνοι οι άνθρωποι σηκώθηκαν σα ένας άνθρωπος — όχι σα όχλος, σα οικογένεια που ξυπνάει από έναν γλυκό ύπνο 50 χρόνια!
μετά από εκείνον τον αγώνα πια τίποτα δεν ήταν ίδιο: οι γάτες στα κεραμίδια τραγουδούσαν σα... σα ντουέτο σταρ! ο μπακάλης είχε αφήσει ανοιχτή την πόρτα του μαγαζιού του σα σύμβολο ελευθερίας, ενώ εγώ - ντροπαλός σχεδιαστής από την Καλαμάτα - πήρα μια κίτρινη φούστα σπίτι σα μεταλλικό αντίγραφο εθνικής σημαίας (και σήμερα ακόμα μου πέφτει σκόνη από τα πανιά πάνω στο πληκτρολόγιο 🤣).
πέντε χρόνια μετά ακόμα βρισκόταν καμιά δεκαριά άτομα έξω από το σπίτι της γιαγιάς μου σα μνημείο αυτοσχεδιασμού: ήταν η ομάδα εκείνων που είχαν χάσει τη φωνή τους από τότε κι είχαν βρει μια νέα φωνή σ’ εκείνο το ψάθινο ψευδώνυμο που είχαν γράψει στους τοίχους με σπρέι... "Ηffield ή τίποτα!" βγήκε σαν σύνθημα από εκείνο το βράδυ!
και τώρα; τώρα περιμένουμε πότε θα ξαναβγούμε στους δρόμους σα συμμορία μαντρών από την Πόρτο Αλέγκρε — μόνο που αυτή τη φορά θέλουμε φούστες όχι μόνο για τις γκριζομάλλες κουβέρτες, αλλά και για όλους εκείνους που ακόμα περιμένουν τη μέρα που η ιστορία ξανά γράφεται με κίτρινο χρώμα! 🤣💛🔥