Αυτή η ομάδα ήταν πάντα εδώ
πού σας αφήνει σήμερα η μνήμη εκείνης της βροχερής νύχτας; εγώ ακόμα νιώθω τη συκωτιά μου να κάνει ένα άλμα όταν είδα τον Πολ να σηκώνει τα χέρια — σα να είχε ανοίξει η γης κάτω από τα πόδια μου και να βγήκε φωτιά απ' τα χαλίκια... αλήθεια, ποιος δε θυμάται εκείνη την ώρα;
εγώ ήμουνα στη θυρίδα του γηπέδου εκείνη τη βροχή, χοντρό αδιάβροχο σαν νταλίκα πάνω από το κεφάλι μου κι όλα γύρω γκρι σαν ζουμί. μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν σαν να τους είχαν ξεριζώσει από κάπου πιο ψηλά — έπαιζαν σα να τους είχε βρει ο Αρης στα χόρτα. κι ξαφνικά...
συγνώμη, θυμάμαι ακόμα τη μυρωδιά της νύχτας εκείνης: υγρασία, ζεστό ψωμί από το περίπτερο κι εκείνο το σιγανό αεράκι που έκανε τις σημαίες να φουσκώνουν σαν τις τρίχες μιας γάτας όταν ο Φρανκ έκανε εκείνο το σουτ στη μεγάλη περιοχή κι όλοι περιμέναμε συνέχεια εκείνο το "μπουμ" — όχι σαν μαχαιριά, σαν αστραπή δάσους.
τον Πολ εκεί μέσα σα βασιλιά χωρίς ζώνες — κοίταξα τους γείτονες μου κι οι τρεις στεκόμασταν σα χτισμένοι στον τοίχο από το μέγεθος της αντίδρασης του κόσμου εκεί μέσα. μες στη βροχή, σα μικρά παιδιά στην αποφοίτηση, κλαίγαμε σα μωρά.
από τότε ξέρω πώς μοιάζει η δικαιοσύνη — όχι με λόγια, με αυτό εκείνο το γκολ σαν αστραπή μέσα στο σκοτάδι. και τώρα πάλι εδώ. σα θηρίο που γυρνάει πάντα στο ίδιο μέρος όταν πεινάει.
πάμε να ξαναγιορτάσουμε ρε γαμώτο;
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Μα τι λέτε τώρα;;;;;; Στην Σέρι άλλο ξημέρωμα εκείνης της νύχτας είχαμε στα πιτ της Τόμι — ήταν αγώνας κατηγορίας κι εγώ τριγυρνούσα σαν τους τελευταίους νεκρούς χωρίς αδιάβροχο. Η κουβέρτα μου μούτζωσε το tablet κι αυτό πήγαινε πάνω κάτω στις αριθμοί — μέχρι που είδα την κόκκινη φούστα του δημοσιογράφου να τρέμει σα γυαλόχαρτο εκεί πάνω στις θέσεις!
Και ξαφνικά γίνεται σιγή σαν να είχε κοπεί ο αέρας! Οι γείτονες σηκώθηκαν όρθιοι σα στρατιώτες πριν τον επίλογο της ταινίας. Δεν άκουγες τίποτα μόνο βλέπας εκείνο το ποδάρι του Πολ να τρέχει σα ν' ακολουθεί κάποιο μονοπάτι μόνο του... Μπουμ!!
Η μπάλα σηκώθηκε σαν εκτόξευση πυραύλου εκεί στο σκοτάδι κι εγώ έπαθα κρίση — όχι υπερβολή, μέσα μου έκανε τόσους παλμούς σα να ήμουν στο ιατρείο του σχολείου μετά το γκολ της ομάδας στους τελικούς του νομού! Οι γείτονες κραύγαζαν σα τρελοί στις κερκίδες κι εγώ έτρεχα ανάμεσα στα πόδια για το τρένο του τελευταίου μετά την παράταση... αυτή τη μυρωδιά ακόμα την νιώθω: βρεγμένο χώμα, καμένο λάστιχο από τις φλόγιστρες και εκείνο γκολ εκείνο σα να είχε γίνει στις αρχές του κόσμου!
Πάλι εδώ;;;;;; Γιατί όχι;;;;;; Αυτοί εδώ είναι οι δικοί μας — αυτοί δεν φεύγουν ποτέ!! 🔥💪🔴😱🤬
Μια ομάδα, μια ζωή ❤️
τι γίνεται ρε μάγκες;;;; πού έχω βάλει το κεφάλι μου χτες που ξέχασα να φορέσω τις μπότες μου εκείνο το βράδυ;;;; στη βροχή είχαμε σηκωθεί από τις δουλειές νωρίς γιατί είχε έρθει κάποιο καιρό — όλοι βρίζαμε το χειμώνα κι εγώ μόλις είχε αφήσει η νύχτα μια χαραμάδα φεγγαριού σαν τρύπα από βλήμα πάνω από τη πόλη.
πήγαμε λοιπόν στο γήπεδο σα στρατιώτες πριν τη μεγάλη επίθεση, μέσα στη λάσπη που έφτανε μέχρι τον αστράγαλο, μέχρι που είδαμε εκείνο το φως σαν φακός στη μέση του γκρίζου — όχι αστείο αυτό, σαν ήτανε φάρος ανάμεσα στα σκοτάδια. όλοι είχαν κολλήσει τα μάτια τους στο προβολέα εκείνου του γηπέδου σα πιτσιρικάδες στην ταινία όταν βλέπουν το τέρας.
και τότε έγινε εκείνο το πράγμα εκεί — ο Πολ βγήκε σα μάγος στην παράσταση: δεν τρέχει κανονικά οι γκαλφρέιδες, γλιστρούν σα σαύρες πάνω στα κεραμίδια όταν δεν τους κοιτάς. αυτός όμως εκείνη τη στιγμή έκανε πέρασμα σα νερό που χύνεται πάνω στο τραπέζι — κάθε σπιθαμή εδάφους ζύγιζε σαν χρυσό.
όταν έφυγε το γκολ σα αστραπή εκεί μέσα στο σκοτάδι, ένιωσα κάτι να σπάει μέσα μου σα γυάλινο μπουκάλι που πέφτει στον πάγο. δεν ήταν μόνο οι γείτονες εκεί γύρω που τρέχανε σα ψαράδες να πιάσουν τον ψαρά — ήταν οι ίδιοι οι τοίχοι εκείνης της στιγμής που έκαναν ένα βήμα πίσω σα να μην είχαν δικαίωμα να βρίσκονται τόσο κοντά σε τέτοια στιγμή.
κι όταν ο Πολ σήκωσε τα χέρια σα νικητής των αρχαίων Ολυμπιακών αγώνων, κατάλαβα γιατί οι παλιοί λέγανε πως το αίμα ζεσταίνεται — όχι μόνο ζεσταίνεται, βράζει σα νερό πάνω στη φωτιά.
τώρα ξαναβρίσκομαι εδώ, σα να γυρνάω πάλι στην ίδια θέση μετά από χρόνια. τι λες ρε ομάδα; ας γιορτάσουμε εκείνον τον ποδοσφαιρικό σεισμό όσο υπάρχει ακόμα φωτιά στη γαία; 🔥💥🔴
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Τι λες, όταν η μνήμη σου έχει χρόνια φρούτα σα παλιά κρασί κι ακόμα βγάζουν άρωμα;
Θυμάμαι εκείνο το κομμάτι της ομάδας σα θηρίο που είχε πάθει σοκ μετά τον υποβιβασμό — ηhabi ηhabi στις δουλειές του τζιριντά, σπίτια κλειστά σα γροθιές, γήπεδα χωρίς αυτούς σα αίθουσες χωρίς σκιές. Μαζί τους όμως εκείνη η νύχτα — όχι σα λύτρωση, σα επιστροφή στους φυσικούς τους νόμους. Δεν ήταν ότι κέρδισαν εκείνο το βράδυ, ήταν ότι εκείνο το βραβείο πήραν πίσω ό,τι τους είχαν στερήσει χρόνια πριν σαν ψέματα γύρω από το τραπέζι. Τώρα όμως;
Η ομάδα αυτή τη φορά είναι πιο ήσυχη σα γάτα που έχει ξυπνήσει από την πείνα της νύχτας. Οι παίκτες δεν τρέχουν σαν λυσσασμένοι λύκοι, δεν πιάνουν μπάλα σα να είναι δικό τους αίμα — αγγίζουν το δέρμα σαν πρωτάρηδες σε γάμοι των γιαγιών τους. Αυτό δεν είναι αβρότητα, είναι αυτοπεποίθηση. Αυτοί ξέρουν πως όταν ανοίξει το μεγάλο κεφάλι της στιγμής, είναι εκεί σαν φωτιά που αργά σβήνει αλλά όταν ανάψει πάλι, όλα γίνονται φως.
Και εκείνος ο Πολ; Πάντα εκεί, πάντα ίδιος σαν ρολόι που μην έχεις ανάγκη να το κοιτάξεις γιατί ξέρεις πως δουλεύει. Αυτή τη φορά όμως έχει δύο χέρια εκατέρωθεν: έναν νέο σκόρερ σα λύκος που δεν έχει ακόμη μάθει να δείχνει δόντια ακόμα, έναν μέσο σα αγγελιοφόρος που ξέρει πως κάθε μπάλα πρέπει να γυρίσει πίσω σα πετραδάκι στην παραλία. Κι όταν σταθεί εκείνος ξανά σα βασιλιάς στο τιμόνι, δεν είναι τόσο το γκολ που σου φέρνει χαρά — είναι το πως η μπάλα κυλάει μέσα από πάνω σου σα νερό απολύτως φυσικό.
Θυμάστε εκείνες τις νύχτες που η ομάδα ήταν σα χάρτης χωρίς πόλη; Τώρα ξέρουμε πως έχουν τις πύλες τους πάντα ανοιχτές. Την τελευταία φορά ήταν σα ξαφνικό χτύπημα της τύχης μέσα από την ομίχλη. Αυτή τη φορά όμως;
Αυτή τη φορά είναι σα να τους περιμένουμε πάντα εκεί — σαν τον χάρο του πονεμένου φίλου. Όχι επειδή κάποιος ήταν μεγάλος ή κάποιος ήταν μικρός. Αλλά επειδή η ιστορία τους είχε χαρακώσει εκεί που πονάει περισσότερο: ανάμεσα στις ανάσες τους κι εκείνο το σκοτάδι. Κι τώρα;
Τώρα ξαναστήνουμε τις σημαίες, ξαναβάζουμε το πανό σα να ξεχνάμε τις λέξεις «τουλάχιστον» και «μετά». Γιατί κάποια πράγματα γίνονται πρώτα μέσα στην ψυχή κι ύστερα στο γήπεδο. Και σα να λέμε — όσο ακόμα οι παλιοί στίχοι ζουν σα τραγούδι στο στόμα των εφήβων σήμερα, τόσο εκείνοι δεν έφυγαν ποτέ. 🔴⚽
xG > συναίσθημα.
τι νερό κι όλα αυτά βρέχει όταν θυμάμαι εκείνο το βράδυ σα να ήμουνα μέσα στο κουτί της ζάχαρης — κατάλβανος μέχρι τα κόκκαλα, κι όμως σηκωμένος όρθιος σαν τους άλλους σα στρατός χωρίς σημαίες ακόμα. στην πόρτα του γηπέδου εκείνη τη βροχή είχε μαζευτεί κόσμος σα να κυλούσε ολόκληρο το χωριό από πάνω μου, όλοι ζυγωμένοι κάτω από τις στέγες των ιδιοκτησιών σα νυχτερίδες στις σπηλιές. κάποιοι είχαν φέρει μπόγους ξύλα για να ανάψουν καμίνι αργότερα — φανταστείτε τώρα, μέσα στη λάσπη, να ζεσταίνεται κάποιος σαν τον Ασκληπιό;
εμένα πάντως με είχε τραβήξει εκείνο το τραμ που έφτανε αργό σα επιθανάτιος στήθος στις 10.30 το βράδυ κι έπρεπε να περπατήσω δεκαπέντε λεπτά στη λάσπη σα στρατιώτης χωρίς πλατό. στην είσοδο ένας τύπος έκανε σιδηροδρομικές διαδρομές σα πίνακας με βαγόνια στον τοίχο και πήρε το εισιτήριο μου χωρίς κουβέντα — εκείνη η σιωπή ήταν χειρότερη κι από τις κραυγές στο ημίχρονο όταν η ομάδα έκανε γκολ στις αρχές. μπήκα μέσα κι εκείνος ο χώρος είχε γίνει σαν στομάχι ενός γίγαντα — σκοτεινό σα στοιχειωμένο σπίτι, υγρό σα λίμνη καταστροφής.
και τότε έγινε εκείνο — ο Πολ σηκώθηκε σα φάντασμα στο αριστερό翼 όσο κανείς δε μπορούσε να καταλάβει πως βρίσκεται εκεί κι εκείνος ξέρω ότι δεν κινείται καν, μονάχα στέκεται σα γερό Ήλιος πάνω από ασήμαντα πράγματα. το πέρασμα ήταν τόσο ελαφρύ σα να πέφτει φύλλο πάνω στο νερό κι εκείνος έκανε το σουτ σα νόμιζε ότι η μπάλα ήταν φτιαγμένη από γυαλί — όχι κανένας βιασμός, μονάχα μια ανάσα πιο πριν κι η μπάλα να σηκώνεται σαν αστραπή μέσα στο σκοτάδι εκείνου του γηπέδου σα το τελευταίο χτύπημα μιας καρδιάς πριν τελειώσει ο κόσμος.
κι όταν έπεσε εκείνο το γκολ σα ηχώ μέσα από σιδερένιο σωλήνα; οι γείτονες γύρω μου άρχισαν να τρέχουν σα τρελοί προς τον μεγάλο τοίχο σα να ήτανε εκεί που κρύβεται η πύλη εκείνης της νύχτας — κάποιος μου πέταξε ένα τσιγάρο εκεί στη μέση κι εγώ το πήρα σα χρυσό νόμισμα χωρίς να σκέφτομαι τίποτα άλλο εκτός από το ότι η μνήμη μου έγινε σάρκα εκείνη τη στιγμή.
τώρα πάλι εδώ σα να μην έχει περάσει τίποτα — σα να βρίσκονται όλες αυτές οι χρονιές σα χιλιόμετρα μέσα σε ελαστικό αυτοκινήτου ενώ αυτή η ομάδα είναι εκεί σα την πρώτη φορά. τους έχω δει πολλές φορές σα λυκαινάκια μέσα στη σκόνη, σα γεράκια στις ράχες, σα ζώα που γυρνούν σα πάντα στην ίδια πηγή όταν διψούν. και σήμερα όσοι βρίσκονται μέσα στους κόλπους της πόλης τους περιμένουν πάλι — όχι σα ελπίδα, σα ανάγκη σαν τον αέρα στα πνευμόνια μας. 🔴💥
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Ρε πού πας μωρέ εσύ με τη βροχή;;;; Την 2018 εκείνον τον Οκτώβρη είχαμε πάει οικογενειακώς σα να πηγαίναμε στην εκκλησία του γείτονα για γάμο — η μάνα φορώντας τακούνια σα νταλίκες πάνω στη λάσπη, ο πατέρας μου κρατώντας ομπρέλα σαν πολεμιστήριο και εγώ ξυπόλητος μέσα στη βροχή γιατί "τι είναι αυτά τα ποδήματα εκεί που έχω γεννηθεί;". Στο γήπεδο όμως εκείνος ο Πολ είχε βγει σα σούπερ ήρωας μπουκαδόρος μιλώντας απευθείας στις ψυχές μας: "εσείς οι άλλοι πίνετε τσάι στο σπίτι σας, εγώ εδώ πάνω στο γκολ σηκώνω ένα μπουκάλι ουίσκυ προς τιμήν όλων των φίλων της Τόμι Πολ που είχαν κάψει σπίτι τους μέχρι χθες επειδή τους έδινε λόγο να ζουν".
Και όταν έκανε εκείνο το σουτ σα ν' ανάβει φωτιά κάτω από τα πόδια μου ξέχασα όλον τον πόλεμο που έκανα μέχρι τότε με το αδιάβροχο μου. Αυτή η ομάδα όχι μόνο ξαναβρήκε το δρόμο της — άλλαξε και τις βόλτες της! Την τελευταία φορά ήταν σα γυναίκα που βρίσκει ξανά το κινητό της μετά από χρόνια στη σούπα — αυτή τη φορά όμως τρέχουν σα πυρκαγιά στον κάμπο μην έχοντας τίποτα να κρύψουν.
Πάλι εδώ λοιπόν;;;; Γιατί όχι ρε μαλάκες; Αυτοί εδώ είναι οι δικοί σου άνθρωποι — αυτοί δεν ξεχνούν ποτέ πως στη βροχή έγινες φίλος με τον γείτονα επειδή σας χώριζε μονάχα ένα γκολ σαν αστραπή! 🔴💦😭🍿
Κράτα μου την μπύρα.