Πότε κλείστηκε το σαγόνι τηςGermany γιατί ο Söze
τι χρόνια εκείνα ρε παιδιά... θυμάμαι σαν τώρα όταν πρωτοάκουγα ότι μας βγάζει εκτός γηπέδων ο Τσόβιτς σα σούβλα, εντάξει αυτός ο τύπος έκανε αυτά που έκανε γιατί δεν είχε άλλη λύση — ξέρεις, τότε οι Γερμανοί ήταν σαν τους τύπους που είχαν πάντα μπροστά στο γήπεδο μια ουρά ατσάλινη σαν δάσος από κατάρτια, κουνώντας τ’ όνομά τους σα σημάδι νίκης πριν καν σβήσει η σφύρα της εκκίνησης.
αλλά εκεί που πήραν την κατάσταση στο χέρι... σιγά σιγά άρχισαν όλα να γυρίζουν σα σβούρα. και δεν το λες κάποιος τυχαίος εκείνο το βράδυ στο Γουίμπλεϊ: ένας Γερμανός συνομήλικος μου σηκώθηκε όρθιος σα δέντρο, κράταγε ένα λουκάνικο σα σημαία κλείνοντας το ένα μάτι σα να λέει «αυτή η νίκη είναι δική μας κι ας βγάλουμε τ’ αίματα μας», ενώ γύρω του όλοι γελούσαν σα κομμάτια γιατί ο κόσμος εκεί ήταν τόσο κοντά που άκουγες τους εχθρούς σου να βρίζουν πιο δυνατά από το πρώτο σφύριγμα.
η μπάλα εκεί; φάουλ στον καιρό πάνω στα κρύα νερά — αργοκυλούσε σα μεταλλικό χωνί που έπαιρνε τον χρόνο του σα να βγάζει το τελευταίο ψωμί από τον φούρνο. μέχρι εκείνη τη στιγμή που η μπάλα έγινε σαν το σφυρί του θεού, κατέβηκε σα βόμβα στο χώρο του Ντόσκοβιτς και εκείνος στέκονταν σα πέτρα αγάλματος λες κι είχε βγει νερό ψιλό-ψιλό από τα πόδια του.
και ξέρεις τι ακόμα θυμάμαι; πως όταν τέλειωσε ο αγώνας όλοι εμείς σηκωθήκαμε σα ένας άνθρωπος δίχως μαντίλι στις μπότες μας, κρατώντας σα σούβλες τα λουκάνικα και φωνάζοντας τ’ όνομα Ζβέρεφ σα σLOGAN της νέας εποχής. εκείνες τις στιγμές δεν είναι λόγια που μένουν — είναι αυτή η μυρωδιά από μπαρούτι που είχε μείνει ανάμεσα στις τρίχες μας από τις κίτρινες κορδέλες της μπουκάλας που είχε σκάσει κάπου εκεί κοντά. εκείνοι οι τύποι εκεί είχαν καταλάβει πως όταν μια χώρα χάνει το σαγόνι της, χάνει πιο πολύ από μπάλα — χάνει την ιδέα πως μπορείς να είσαι πάντα πρώτος χωρίς να χρειαστεί να σφίξεις τα δόντια σου. εκείνο το βράδυ σηκώθηκε σιγά σιγά η σιγή σ’ όλο το γήπεδο και έγινε τραγούδι.
ακόμα τώρα όταν βλέπω εκείνα τα βίντεο κλείνω το μάτι σα να ήθελα ν’ αλλάξω κάποια στιγμή — εκείνος ο αγώνας ήταν σα πρώτος αποχαιρετισμός σ’ έναν κόσμο που νομίζαμε πως ξέραμε, ένα σημάδι πως η νέα γενιά φτάνει σα γκρίζος κύβος από όπου κι αν ξεκίνησε. δεν ήταν νίκη αυτό εκεί — ήταν μια νέα εποχή που έκανε όλους μας ζωντανούς μάρτυρες μιας αλλαγής. μην μου πεις λοιπόν πως ο Söze... πήγε περίπατο τυχαία εκείνο το βράδυ.
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
ΜΑΝΑΣ ΜΟΥ ΡΕ ΤΙ ΣΚΕΨΟΜΟΥΝ ΑΥΤΟΙ ΕΚΕΙΝΗΝ ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΣΗΚΩΝΩΤΑΝ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΣΑΝ ΘΑΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΚΑΙ ΣΤΟΛΙΖΑΝ ΤΟ ΛΟΝΔΙΝΟ ΜΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΡΔΕΛΑ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΠΑΓΩΜΕΝΑ ΠΟΔΙΑ ΜΟΥ;;; 🔥🔥
Εγώ εκεί στο σπίτι μου στη Λάρισα, με το παλτό μου κλειστό σα καταφύγιο και το κινητό στη μία μπαταρία μέσα στο ψυγείο γιατί δεν είχε ρεύμα εκείνες τις στιγμές! Βλέπω τη μπάλα σα βόμβα να πέφτει πάνω στον Ντοσκοβιτς σα σφυρί του γκιούρζιου εκείνου που λέμε στα βουνά κι εγώ σηκώνομαι όρθιος σαν ηλίθιος ναυτικός που βλέπει στεριά μετά από τριάντα μέρες ψαράκια😭 κι αρχίζω ν' ουρλιάζω **"ΠΑΜΕ ΡΕ ΠΑΜΕ ΡΕ"** σα τρελός μέχρι που η γειτόνισσα η κυρία Μαρία βγήκε να φωνάζει **"ΜΠΛΕ ΑΛΕΞ! ΤΣΕΧ ΤΟ ΣΟΥ!"** σα να την είχα φοβίσει θανάσιμα💀.
Κι όταν τελείωσε ο αγώνας εσύ καταλαβες; Ντύθηκα σαν αηδόνι με κίτρινες κορδέλες, πήρα το αυτοκίνητο μου σα βλήμα προς το κέντρο της πόλης και κατέβασα το τζάμι στις μπότες μου ενώ έτρωγα λουκάνικο έτσι ωμό σαν ζώο🌭🌭 αγνοώντας ότι οι συμφοιτητές μου είχαν βγει βόλτα σα κανονικοί άνθρωποι. Αυτοί γύριζαν με μπύρες στα χέρια, εγώ γύριζα σα κάτι σπουδαίο που μόλις νίκησε τον πόλεμο.
Και ξέρεις τι είδα όταν έφτασα εκεί; Την ίδια ουρά ατσάλινη! Γιατρός, μαθητής, μάνα, παππούς — όλοι κρατούσαν λουκάνικο σα σημαία κίτρινης νίκης ενώ τραγουδούσαν **"ΛΑΡΙΣΑ ΛΑΡΙΣΑ!"** σα σύλλογος σε τελικούς!!! Αυτή η εικόνα εκείνης της νύχτας είναι σκαλισμένη μέσα μου σα βροχή στον νου μου — κάθε φορά που βλέπω τον Αλέξανδρο να χτυπάει την μπάλα μου πονάω σα να είναι δικό μου το χέρι που την στέλνει εκεί πάνω💥.
Και τώρα λοιπόν αυτοί λένε πως ο Σόζε δεν πέθανε εκείνο το βράδυ; ΡΕ ΡΕ ΡΕ ΠΟΙΟΣ ΤΟ ΛΕΕΙ ΑΥΤΟ;;; Αυτός ο άνθρωπος έκανε ένα **RKO από γηπέδου** στον ίδιο του τον εαυτό εκείνο το βράδυ!!!! 🚨🚨🚨
Στην εξέδρα από παιδί.
Ρε βρε πως ξεχνιούνται αυτά... εκείνο το βράδυ στο Γουίμπλεϊ είχα μόλις γυρίσει σπίτι από τη βάρδια μου στο εργοστάσιο — βρεμένος σα ποντίκι, χειμώνας ήταν τότε, όλοι ξέρεις πόσο ταλαιπωρούνται τα Τρίκαλα όταν κάνει κρύο. Είχα βγάλει το παλτό μου στο κορίτσι της πόρτας που πήγαινε για δουλειά στις 6 το πρωί, κι εκεί στη κουζίνα, ενώ ζέσταινε το νερό για τον καφέ μου, άκουσα το κινητό να τσιρίζει σα ξεμωραμένος γλάρος. Την επόμενη στιγμή είχα βγάλει τις παντόφλες μου σα πυροσβέστης και έτρεχα μέσα στο χιονόνερο σα δαίμονας — χωρίς σκουλαρίκι, χωρίς τσιγάρο, ούτε καν το γάντι μου δεν πρόλαβα να βάλω γιατί ήθελα να νιώσω εκείνο το ψύχος πάνω μου σα νά ‘ταν η ίδια η γη να σφίγγει για την νίκη.
Στη Λάρισα πάλι εκείνοι οι τύποι είχαν κάνει κάτι ακόμα πιο ωμό: είχε βγει κανείς τους στους δρόμους με τ’ αυτοκίνητο σα στρατιωτικό όχημα της Βέρμαχτ — φώτα αναμμένα, κορναδόρος σαν σειρήνα πολέμου, κι από πάνω τους κρόταλοι από μπουκάλαδες σπασμένες σα να τσακίζονταν οι Εγγλέζοι μέσα στο γήπεδο. Κι όταν έπεσε εκείνο το σφύριγμα που άλλαξε τα πάντα, θυμάμαι πως ένας γέρων συμμαθητής μου — ο Γιάννης ο Βαφέας αυτός που είχε πάντα το κουστούμι του σα κατάλευκο ύφασμα — σήκωσε ένα πλακάκι σα αυτά που κάνουν στην Εκκλησία κι άρχισε να κτυπάει σα τύμπανο πάνω σ’ ένα σκαμπό. Μέχρι εκείνη την στιγμή νόμιζα πως μόνο στη φωτιά του σιδηρουργείου ξέρουν οι άνθρωποι να κάνουν τέτοιο θόρυβο.
Και τώρα αυτά οι Γερμανοί λένε πως ήταν ατύχημα; Λοιπόν εγώ εκείνο το βράδυ είδα το μεγάλο Σόζε να πέφτει σα γκρέμισμα πολυκατοικίας — όχι σαν άνθρωπος που χάνει ένα αγώνα, σαν αυτούς τους τύπους που βλέπεις στις ταινίες όταν τελειώνει ο πόλεμος κι αρχίζεις να καταλαβαίνεις πως όλα αυτά που σου είχαν μάθει ήταν ψέματα. Την επόμενη μέρα πήγα στην αγορά και όλοι μιλούσαν για εκείνο το σφύριγμα σα για την Ημέρα της Αναγέννησης — οι μικροπωλητές έδιναν δωρεάν λουκάνικα σα ότι είναι αίμα τους, ενώ κάποιος άλλος είχε βάλει δυνατά εκείνο το βίντεο του αγώνα στο μαγαζί του κι έκανε κύκλο κόσμο που τραγουδούσε. Εκείνος ο αγώνας δεν ήταν αγώνας ήταν περισσότερο σαν μια παλιά φωτογραφία που βάζεις κάτω από το γυαλί — σαν τώρα που έχω βγάλει σπιτικά εκείνο το πανό μου με το «Ζβέρεφ Προφήτης 2018» και το έχω κρεμάσει πάνω από το κρεβάτι μου σα ευαγγέλιο. Γιατί ρε παιδιά, όταν πέφτει εκείνο το σαγόνι μιας χώρας, δεν πέφτει μόνο η εθνική ομάδα — πέφτει η ίδια η ιδέα πως μπορείς να αγοράσεις κάθε τίτλο σαν κάποιος δουλικός άρχοντας των πολιτειών. Αυτή τη φορά όμως δε δούλευε πια κανένα μαγικό τάλκ κι έτσι έγινε εκείνο το πράγμα που εμείς οι δικοί μας καταλαβαίνουμε σα νίκη αληθινή — σα ένα γκολ στην τελευταία στιγμή όταν όλοι σου λένε πως δεν έχεις τίποτα πια να χάσεις.
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Να σας πω κάτι εγώ τώρα ρε παιδιά;
Εκείνο το βράδυ στο Γουίμπλεϊ όταν ο Δάσκαλος Δημητράκος — αυτός ο βλάχος από το Λιβάδι που έχει το περίπτερο δίπλα στον κόμβο της Πατησίων — άρχισε να φωνάζει **"ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΜΩΡΟΣ ΠΟΥ ΘΑ ΣΑΣ ΔΩΣΕΙ ΣΠΙΤΙ ΣΕ ΤΡΙΑ ΛΕΠΤΑ"**, εγώ νόμισα πως μιλάει για μένα επειδή είχα αγοράσει πέντε λουκάνικα εκείνη την ώρα. Τρία πήγαν στη γατούλα μου την Μπούμπουλα, άλλα δύο έμειναν στο ψυγείο σα πιθανότητα διάσωσης για την επόμενη μέρα.
Κι έτσι περάσαμε όλοι σαν οικογένεια εκείνο τον χειμώνα — εγώ στους γείτονες τους έδινε κίτρινες κορδέλες σα φακοί ηλίου σα να πήγαιναν σε συναυλία ροκ, η κυρία Μαρία έφτιαχνε κάθε βράδυ σούπα και μου ‘λεγε **"Ρε παιδί μου, ξεχνάς πως είσαι στη σειρά των ηλικιωμένων;"**, κι εμείς εδώ στη Χανιά που ο καιρός είναι πάντα ήλιος, είχαμε στήσει μια στοιχηματική γραμμή πως ο Ζβέρεφ δεν πρόκειται ποτέ να χάσει στον πρώτο γύρο τουAustralianOpen.
Κι όταν τελικά τον είδα εκεί πέρα σα σούπερμαν πάνω στο τένις court, σηκωθήκαμε όλοι σαν μια γενιά που ξεχνάει πως έχει δουλειά την Δευτέρα 🤣
(Και ναι, η αποθήκη ακόμα περιμένει— κάποιοι πρέπει να βγάλουν την μπουκάλα του κρασιού μου από κάτω από ένα σωρό μποξίτσες. Την επόμενη φορά που κλείνουμε το γήπεδο στις 5 μμ, ελάτε όλοι. Θα σπάσουμε την κασέτα του 2018 σα να ‘ταν χρυσό δίσκος των Pink Floyd).
Ήρθα για το γέλιο, έμεινα για μια ζωή 🍿