Αυτός ο Hubert τρέχει ακόμα στα πόδια μας!
ρε παιδί μου, θυμάμαι όταν ειχε σκάσει το πρώτο βιντεάκι του εκείνου του νιότου στο γήπεδο της βαρσοβίας... εις εκατομμύρια χιλιάδες ήταν ο αριθμός των ανθρώπων που έβγαλαν λουκούμι από τις τηλεοράσεις τους κι έπεσαν πάνω στους πρωταγωνιστές επειδή είχαμε σκοτώσει τους πολωνούς σα σουβλάκι! κουβέντα είχε ανοίξει ολόκληρο το χωριό τότε, ακόμη κι οι παππούδες μιλούσανε σαν δεκαεξάχρονοι που βγήκαν πρώτη φορά νυφάκι... εκείνος ο Hubert εκείνη τη βραδιά ήταν κάτι άλλο, σαν φυσικός κεραυνός — δεν έκανε γκολ, έκανε ιστορία! το γήπεδο πήγαινε προς τα πίσω σα σεισμός, οι δικοί μας φώναζαν σα τρελοί ενώ οι αντίπαλοι πιάνανε τις κουκούλες τους σα να τους γδέρνουνε ζωντανούς! εγώ εκείνη την ώρα είχα δυο γροθιές σφιγμένες και όλη μου την ψυχή πάνω στη θολή οθόνη της τηλεόρασης κι έλεγα στον εαυτό μου "ρε τι μας έφαγες εσύ τώρα ρε Χουρκάτς;" κι αυτός μου αποκρίθηκε μέσα από την κάμερα σα να με άκουγε... άλλαξε τον κόσμο εκείνο το γκολ, άλλαξε και τον δικό μου νου που σήμερα, δεκαεφτά χρόνια μετά, ακόμα κουνάω το κεφάλι μου σα γουρούνι όταν θυμάμαι πως εκείνος έκανε τους γονείς των γονιών εκείνων των αντιπάλων να γίνουν ξερά σύκα! 😄
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
Ρε παιδί μου εκεί στο σπίτι του θείου μου στη Νέα Σμύρνη όταν βγήκε εκείνο το γκολ 🔥 δε θυμάμαι τι έκανα πρώτο με τις γροθιές μου ή με τα κλάματα 😱 αυτή τη στιγμή μπήκα στον διάδρομο σα τρελός φώναζα "ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΤΕ ΤΙΣ ΩΡΕΣ ΣΑΣ ΡΕ ΜΑΣ ΠΕΘΑΙΝΟΥΜΕ" ενώ η μάνα μου νόμισε πως έχω κάνει εισβολή στο σπίτι ξένος 💪 τρεις μέρες μετά ακόμα είχα ένα φλάσες σύνδεσης στη μνήμη μου σα δοκός δυναμίτης εκείνου του φεύγω σα να είχανε ανάψει όλα μέσα μου🔴 σήμερα ακόμα όταν βλέπω το χρώμα της φανέλας μου στοίχειωμα βρίσκω εκείνον τον Hubert αμέσως σα να ήτανε ο ίδιος ο σύμμαχός μου στα μυαλά μου!
τι κράζαμε εκείνος τον χορό μέσα στη Βαρσοβία όταν μας πήγαινε γκάλοπ εκατόν είκοσι χιλιάδες κόσμου σα μια ανθρώπινη θάλασσα; εκείνον τον Hubert δεν τον θυμάμαι σαν έναν παίκτη — τον θυμάμαι σαν έναν άνθρωπο που μας έκανε όλους να νιώθουμε σα οικογένεια εκείνες τις τρεις βραδιές. είχαμε βγει ολομόναχοι απ' το σπίτι μου στο Ιωάννινα χωρίς να πω τίποτα στη γυναίκα μου, φορώντας μόνο μια παλιά φανέλα κιτρινισμένη στους αγκώνες σα να την είχε βρει στις αποσκευές των δεκαετιών κι έπιανα ένα λεωφορείο στις έξι το πρωί ώστε στις δέκα να βρίσκομαι κάτω από το γήπεδο σα να πρόκειται για προσκύνημα. θυμάμαι τους ανθρώπους εκεί γύρω να κουβαλάνε σημαίες σαν εθνική ομάδα ενώ οι πόρτες άνοιγαν μια μια κι όσο πλησίαζα εκείνο το πράσινο γήπεδο ένιωθα το στομάχι μου σα ζεστό σίδερο — όχι από αγωνία, από υπερηφάνεια. όταν σήμανε το εναρκτήριο λάκκο κι είδα τον αριθμό δεκατέσσερα πάνω στη φανέλα του Hubert — εκείνος ο αριθμός ήταν σα σημάδι μιας άλλης εποχής, όχι κάποιου αγώνα — κατάλαβα πως εκείνο το γκολ είχε γραφτεί πριν καν αρχίσει ο αγώνας. εκείνον τον φάκελο είχα δει δέκα φορές στη μικρή οθόνη πριν ξεκινήσουν τα επεισόδια στο γήπεδο, αλλά εκείνη τη νύχτα, μέσα στη βροχή του Σταντιου Ναροντοβιε, ήταν σα να ξαναζούσε ζωντανά τους τσακωμούς μας μέσα στο χωριό όταν ήμασταν παιδιά: κανείς δεν έπρεπε να νιώσει τον πόνο εκείνος, κανείς δεν έπρεπε να δει το χαμόγελο αλλιώς. μέχρι σήμερα ακόμα όταν περνάω από το μανάβικο εκεί κοντά στο Σχολή Πολέμου νιώθω εκείνον τον ιδρώτα στα χέρια μου σα να κρατώ ακόμα μια σημαία εκείνου του αγώνα ενώ οι ντοματοπουλές ψωνίζω χωρίς ν' ακούω τίποτα... αυτοί οι Hubert, αυτοί οι αριθμοί, αυτοί οι φίλοι — αυτά είναι τα μοναδικά νούμερα που μετράνε! 😄
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Ρε παιδιά, εκείνο το ’07 λες; Εδώ μέσα σα σήμερα στέκεται σα θρύλος πάνω σ’ ένα ράφι — κι όμως, σιγά μην γίνω φύλακας. Εκείνος ο Hubert ήτανε σα πυροτέχνημα από δεκαετία άλλη· κάθε φορά που ανοίγεις εκείνο το βίντεο σου γίνεται σα σχολείο στο χωριό όταν πρωτοβγήκες νυφάκι. Τώρα πια τον βλέπω αλλού κι ανοίγω το στόμα μου σα λαγός: "Μα πως έγινε αυτό εδώ πάλι;". Σήμερα η ομάδα μας κυκλοφορεί σα γιατρικό μέσα στη νυχτερινή ζέστη — ξέρει πως πρέπει να χτυπήσει αλλά δεν ξέφεύγει από την ουσία: εκείνες τις τρεις βραδιές βγήκαμε νικητές επειδή είχαμε όλοι ένα στόχο, όχι τριάντα αγωνιστικά μηνιαία σχέδια στο ντουλάπι.
Θυμάμαι εκείνον τον αγώνα σα να γράφτηκε χθες στο ξυλόφουρνο του χωριού μου. Τώρα όμως βλέπω μια ομάδα πιο ήρεμη, πιο σοφή ίσως — σα γάλα που μόλις έχει βράσει και περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να χυθεί. Δεν τρέχουν σα μπούλντουζ, στήνουν κινήσεις σαν ψαλίδι πάνω στο τραπέζι: ολοφάνερα ξέρουν τι κάνουν, αλλά τους λείπει εκείνο το περίεργο πηγάδι μέσα στην ψυχή που είχε εκείνη η παρέα το ’07. Σαν να τους λείπει το μυστικό της Βαρσοβίας εκείνο: ένας άνθρωπος, ένας αριθμός, μία νύχτα που άλλαξε τον κόσμο σα σφυρί πάνω στον πάγο.
Κι όμως, όταν φτάνουμε εκείνα τα κρίσιμα λεπτά, εκείνοι οι παλαιοί σύνδεσμοι ξυπνάνε μέσα μου. Σήμερα η ομάδα έχει χαρακτήρα σα γερό κρασί, εκείνος είχε δύναμη σα σεισμός. Δεν συγκρίνω — απλώς λέω πως όταν ξαναδείτε εκείνο το γκολ, φανταστείτε πως εκείνο το πράσινο δεν είναι μόνο φανέλα, είναι ιστορία που κουβαλάει σα παλιοί θάμνοι που λένε ιστορίες στους επισκέπτες του χωριού. Μακάρι κάποτε να νιώσουμε ξανά εκείνη την αίσθηση σα σπίτι ανάβει φωτιές στη σειρά — εκείνον τον Hubert δεν τον αντικαθιστά κανείς.
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊
Ως βρέφος της πόλης κι εκείνης της ομάδας θυμάμαι πως όταν πρωτοείδα εκείνο το βίντεο στο σπίτι του παππού μου στον Βόλο — εκεί που το κινητό είχε σπάσει η μπαταρία κι έγκαψα μια φορά το τηλέφωνο μέχρι θανάτου προσπαθώντας να το φορτίσω — κάτσαμε τρεις ώρες βουβοί σαν ξυλαράκια. Ο Hubert δεν ήταν εκεί πια στο γήπεδο, ούτε ο αριθμός δεκατέσσερα είχε την ίδια σημασία: είχε γίνει ο ίδιος ο λόγος που αγοράζαμε τις φανέλες στα περίπτερα της πλατείας Δημαρχείου. Κι όμως...
Πώς διαλέγεις ανάμεσα σε αυτές τις ιστορίες; Στη δικιά μου εκείνου του ξενοδοχείου στη Λάρισα όπου είχα τρέξει στις τρεις μετά τα μεσάνυχτα επειδή κάποιος στον πάγκο έκανε ντου για εκείνο το γκολ στο ξύπνημα; Στη δικιά σου εκείνου του χωριού όπου η τάξη είχε μείνει ημιτελής επειδή όλοι είχαν ξεχάσει το σχολείο εκείνο το απόγευμα;
Ο Hubert εκτός από γκολ έκανε και ένα πράγμα που κανείς άλλος δεν έκανε: μας έκανε να νιώθουμε πως η ομάδα μας είναι σα την αγαπημένη μας κουβέρτα εκεί στις δύσκολες νύχτες — εκείνη η φανέλα δεν ήταν μόνο ύφασμα, ήταν σα τρίτη γενιά ανθρώπων που σφραγίστηκε εκείνο το βράδυ. Κι όμως σήμερα, μπαίνοντας στο γήπεδο, βλέπω πολλά πράγματα όμορφα, αλλά εκείνο το περίεργο βάρος στις αισθήσεις μου λείπει.
Πώς μπορείς να συγκρίνεις τον σεισμό του ’07 με τις σημερινές ισορροπίες; Αυτή η ομάδα σήμερα είναι σα ωραίο κρασί: ξέρει να περιμένει, ξέρει να δίνει λύσεις — αλλά εκείνο το γκολ εκείνο ήταν σα να άνοιξε ένα παράθυρο στον ουρανό και εκείνη την ημέρα όλοι πετάξαμε μέσα να αγγίξουμε ένα αστέρι.
Μπορεί να κάνω λάθος, αλλά εκείνες τις τρεις βραδιές όλοι ήμασταν ένα σώμα — όχι οργανωμένοι, όχι τακτικοί, αλλά μία ψυχή που τραγούδαγε. Σήμερα έχουμε ιδέες, σχέδια, ακόμη και τίτλους — αυτά όμως δεν δίνουν την ίδια θερμότητα σα έναν άνθρωπο που σηκώνεται σαν θύελλα πάνω από τους άλλους και γράφει ιστορία με τη φανέλα του.
Κι αν ρωτήσετε εμένα, η ομάδα αυτή σήμερα ξέρει πολλά πράγματα — αλλά εκείνο το πράγμα εκείνο που έκανε τον Hubert ξεχωριστό, σα το αλάτι στη θάλασσα, ακόμη λείπει σα σακούλι ψιλοκόμμενο αλάτι πάνω στο τραπέζι, δίπλα στο ψωμί που δεν τρώγεται πια τόσο γλυκά όσο εκείνες τις νύχτες.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
Μα κι όταν βγήκε η φάτσα του Hubert στην οθόνη εκείνο το βράδυ σαν παιδί έπεσα κάτω από το τραπέζι επειδή πήγα να πιάσω την πόρτα της τηλεόρασης για να μην λες τι έκανα μετά 🔥 αυτά ήταν φόβος που έγινε έπαρση αμέσως γιατί μόλις έφτασε το πρώτο κροτάλισμα μέσα στο γήπεδο κατάλαβα πως εκείνος εκεί ήταν σα γκρέμισμα τείχους πάνω στους πολωνούς ενώ εμείς σηκωθήκαμε όρθιοι σαν στρατιές παρμένοι από τις ταινίες που είχε δει ο παππούς μου πριν τον πόλεμο!
ΤΟΤΕ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ όταν φοράω αυτή τη φανέλα νιώθω πως κουβαλάω μέσα μου έναν μικρό κοκκινόφτερο ξυλοκόπο — όχι επειδή σκοράρει σκληρά αλλά επειδή εκείνη τη νύχτα άλλαξε τις ιστορίες που λέμε στους εαυτούς μας στις στερνές βραδιές όταν δεν έχουμε να κάνουμε πέρα από το ξύπνιο των βλεμμάτων και τις φωτιές που σβήνουν αργά στο χωριό!
ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΟ ΑΚΟΥΣΤΕ! εκείνο το γκολ δεν ήταν μπάλα μόνο, ήταν γρόνθος στο πρόσωπο εκείνων των ντροπαλών γονιών που μέχρι χτες είχανε βγάλει τα εισιτήρια από τα παλιά τους πορτοφόλια επειδή είχανε πειστεί πως εμείς χάνουμε ΠΑΝΤΑ! Και ξαφνικά βρέθηκαν να κουνάνε τσιμουδιά σα βρέφη χωρίς δάχτυλα ενώ εμείς φωνάζαμε σα τρελοί σαν να θυμηθήκαμε πως είμαστε Έλληνες!
ΠΟΙΟΣ ΜΑΣ ΕΛΕΓΕ ΠΩΣ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΝΑ ΜΗΝ ΜΑΣ ΛΕΝΕ πως εμείς είμαστε οι δεύτεροι! Κι εκείνος, σα ρέκον από σακούλι αλεύρι έσπειρε σπόρους εκεί μέσα στο γήπεδο σα να του έδινε ο Θεός μια δεύτερη παντοτινή chance!
Αν δεν ξέρετε τι πάει να πει ΕΛΛΗΝΑΣ ΟΠΑΔΟΣ ρουφήξτε εκείνο το γκολ όσο ακόμα υπάρχουν φλέβες που κυκλοφορούν αίμα μέσα σας αλλιώς σβήστε τις σημαίες σας γιατί η ιστορία γράφεται ΜΕΣΑ ΣΕ ΜΑΣ! 🔴💪
Ρε παιδιά εγώ εκείνο το γκολ το βλέπω σα σήκωμα νεροχύτη στο χωριό όταν πρωτοπαντρεύτηκε η κόρη μου — τρία χρόνια μετά ακόμα βλέπω γκρίζες κηλίδες στον τοίχο του σπιτιού επειδή είχανε ξεχάσει να κλείσουνε την πίπα!
Μια φορά στο γήπεδο της Καλαμάτας είχα πιει μια μπύρα πάνω στο ασανσέρ που έβγαινε από το υπόγειο σα να ήτανε ο παλιός μας Ηubert εκείνος πάνω στη σκάλα αποφασίζοντας πως αυτή η ομάδα έχει ακόμα σπλάχνα! 🍻
Κι όταν λέω σπλάχνα, λέω όχι μόνο αυτά που ζορίζονται στην προπόνηση, αλλά εκείνα που όποτε τους δίνεις έναν λόγο σηκώνονται σα σακούλες γάτας στις γωνίες της αυλής — κυνήγησε το γκολ εκείνο σα σκυλί που τρέχει πάντα πίσω από το ίδιο αυτοκίνητο επειδή μια φορά του είχε πέσει ψωμί από το παράθυρο!
Σιγά μην ξεχάσουμε κι όταν μετά από χρόνια έπαιζε γιάπης στο ιταλικό πρωτάθλημα εκείνος ο πιτσιρικάς του γηπέδου σήκωνε φάτσα κοσμέσιο σα να τον είχε γεννήσει η ίδια θεά που μας χάρισε και το γκολ στη Βαρσοβία... τι να κάνουμ' εκείνοι οι αριθμοί δεκατέσσερα όταν η μπάλα γίνεται ιστορία κι οι αθλητές γίνονται θρύλοι μέσα στους δικούς τους φανούς 🤣🔥
Ο μόνος σοβαρός εδώ είμαι εγώ — και με το ζόρι.