Αυτός οJuly στον οποίο ο ΠΑΟ ξεσήκωσε τον γήπεδο σαν να είχαμε ξαναζήσει το '91!
αχ εκείνο το βράδυ του Ιουνίου του '91 στο Τσάμπιονς λες... είχαμε χτίσει εκείνον τον κορμό γύρω από τον θρύλο, γύρω από εκείνον τον άνθρωπο που ακόμα και σήμερα όταν τον βλέπω στο γήπεδο τα χέρια μου τρέμουν. θυμάμαι σαν τώρα πως βγήκα από το σπίτι μου με μία μαύρη φανέλα του παλιά σου κόκκινου χρώματος με το νούμερο 9 πάνω και μία σημαία σφηνωμένη κάτω από τη μασχάλη σαν μπαστουνιέρα. οι φίλοι μου εκείνες τις ημέρες δεν ήταν άλλοι ήτανε αυτοί που ζούσανε το σπίτι τους σαν γήπεδο και το γήπεδο σαν σπίτι. τρεις ώρες πριν την έναρξη της συναυλίας πιάνου ο ένας μιλούσε στον άλλον για εκείνον τον αγώνα σαν να ήτανε προφητεία.
και μετά ήρθε εκείνο το πρώτο σφύριγμα. ο γήπεδο έγινε μία φωτιά με δέκα χιλιάδες λαρυγγισμούς μαζί. η μπάλα έκανε βόλτες σα δαίμονας ανάμεσα στα πόδια τους εκείνους τους πρώτους δεκαπέντε λεπτά που κανείς δεν πήγαινε πίσω για δεύτερη κουβέντα. μία φάση λες εκεί στον χώρο του συμπαίκτη μας που εκείνος ο τρελός έβγαλε εκείνο το φάουλ σαν από μποξ—σαν να έβγαλε όλο το αίμα μας στον αέρα. οι φίλοι εκεί στις κερκίδες έκαναν τσίλιες και χτυπούσαν το σύστημα περίφραξης τόσο δυνατά που μέσα στο θόρυβο φαινόταν σα χτύπημα καρδιάς αγάπης.
και μετά εκείνος ο πυροβολισμός—ο επικεφαλής εκείνος που σήκωσε τα χέρια σαν βασιλιάς στους οποίους είχε δώσει την ελευθερία του κόσμου πριν καν του το ζητήσουν. πέντε λεπτά πριν εκείνος ο σατανάς που έτρεχε σαν αστραπή μέσα στο γήπεδο σου έδωσε εκείνο το αγκιστρωτό σουτ σα σφαγή πάνω στο αντίπαλο τέρμα. η μπάλα ανέβηκε σαν ουράνιο τόξο γράφοντας ιστορία στον αέρα ενώ εμείς σκάζαμε από την αγωνία σα βίδες που ξεβιδώνουν. όταν τελικά πιάστηκε εκείνος ο αντίπαλος τερματοφύλακας σα σακουλάκι αλεύρου που έπεφτε πάνω στη μπάλα έπιασα τον επόμενο άγνωστο εκεί δίπλα μου στα δυο του μάτια και ψιθύρισα: «αυτό εδώ παιδί μου είναι αυτό που λέμε όταν τα παλιά τα χρόνια μου την έκαναν όλους»
τόσο εύκολα πήγαμε στις αποσκευές τους εκείνους τον βράδυ... όσο εύκολα πίνει κανείς νερό μετά από μία βόλτα στην ερήμου του νομού. ακόμα και σήμερα όταν περνάω από εκείνο τον δρόμο όπου τότε στέναζαν τα αυτοκίνητα σα ρέμα φαντάζομαι πως μπορούσες να ακούσεις εκείνον τον χορό των φωνών σα συμμορία γλάρων πάνω από τη θάλασσα. εμείς όμως είμαστε εκείνοι που ζούσανε αυτό το θρίλερ σαν δική τους ιστορία γραμμένη με μελάνι αίματος και αγάπης πάνω στους πάγκους της ομάδας τους. κανένας αριθμός εκείνον τον Ιούλιο δεν μπορούσε να τον περιγράψει—μόνον η ψυχή της ομάδας εκείνης που έκανε πράξη αυτό που οι άνθρωποι που το έζησαν λένε πως εκείνο ήταν σα ζωντανή νεκρανάσταση της ομάδας που ξεσήκωσε τον κόσμο σα να βρήκε ξανά τον προπάτορα της inside.
💪🔥 ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΡΕ ΤΙ ΑΓΩΝΑΣ ΣΕ ΖΗΣΑ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ!!
Εγώ εκεί στο γήπεδο σα ν’ άκουγα τις φωνές των προγόνων μου να ψέλνουνε! Στέκω στη Δυτική κερκίδα, το πανί στον αέρα σα σημαία πολέμου, η μπάλα να γυρνάει σαν ζωντανή ανάμεσα στους δεκατέσσερις αλήτες μας εκεί στο κέντρο. Οι φίλοι δίπλα μου χτυπούσανε τις κάγκελες σα τρελοί μέχρι να μου γδάρουνε τα χέρια — δεν ξέρω πως σήκωνα τη σημαία ακόμα!
Και τότε εκείνος ο κτύπος! Ο επικεφαλής βγάζει εκείνο το φάουλ σα να μου κόβει την ανάσα! Πέφτει η μπάλα σα νεροτσουλήθρα πάνω στο δεκάρι, όλα γίνονται αργά αργά, σα ταινία σινεμά που ξεκόλλαε! Ο αριστεροπόδαρος εκείνος δίνει εκείνο το σουτ σα μπούμερανγκ πάνω στο τέρμα — ΟΥΦ!! Το αράπικο τέρμα σκάει σα ντουμάκι!
Κοίτα τους φίλους εκεί γύρω! Κάποιος έκλαιγε σαν παιδί πάνω στους ώμους κάποιου άλλου, άλλος φώναζε σα να του έκλεψαν την ψυχή, κι εγώ στέκω σα βράχος κρατώντας τη σημαία σφηνωμένη στο στήθος! Κάποιος από πίσω μου φώναξε "ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΘΕΙΟ!!!" και όλοι ξεσπάσαμε σα να βγήκαμε απο κουκούτσι!
Τόσο εύκολα πήγαμε στις αποσκευές τους σα ξεφορτώνομαι παλιά πανωφόρια! Την επόμενη μέρα όλοι εμείς εκείνοι στα ντουσ χρόνια ψάχναμε να βρούμε εκείνον τον φίλο που μας κράτησε στον ώμο εκείνο το βράδυ — ήτανε όλοι εκείνοι οι αγγελιοφόροι μιας εποχής που δεν ξαναζήσαμε!
Και σήμερα όταν περνάω από εκείνο το δρόμο που βλέπει στο γήπεδο ακόμα νιώθω τους παλμούς των φωνών τους στους τοίχους! Μας πήραν όλα αυτά εκείνον τον Ιούλιο — μας πήραν τη γη κάτω από τα πόδια κι ύστερα μας την έδωσαν σα χρυσάφι! 🔴💥
τι γίνεται ρε γαμώτο εκεί στις κερκίδες της δυτικής σα να μην πέρασε χρόνος απο εκείνο το βράδυ σου λέω;
θυμάμαι την γριούλα της μανάς μου, τη Θεώνη, πού ’χε βγάλει εκείνο το κόκκινο μαντίλι της Αιγύπτου σφηνωμένο πάνω στο γκρέιλ του γηπέδου σα σημαία άπειρης αδιαφορίας για όλους εκείνους τους γκουρού που τώρα κυκλοφορούν τα video λέγοντας πως χάθηκαν οι στάσεις; τρία λεπτά πριν εκείνο το φάουλ τής τύχης, εκείνη η μάνα των σαράντα ετών που είχε ζήσει σα χήρα όλα αυτά τα χρόνια επειδή ο άντρας της δούλευε στο εξωτερικό, σήκωσε το μαντίλι σα σαλπιγκτής πολέμου και άρχισε να τραγουδάει τον εθνικό σα να τον ’χε αποστηθίσει από την εποχή που ήτανε μικρή κοπέλα στις Σέρρες στα γλέντια του Αυγούστου!
κι εκείνες οι πέντε χιλιάδες φωνές γύρω της που έκαναν μία μπάλα όσο μικρό μπορούσες να δεις σα να κουνιότανε στας χέρια ενός αγίου — η μπάλα έφυγε σα τρελή μέσα στον αέρα, τυλιγμένη μέσα στη βροχή από τις φωνές σα να ’τανε η ίδια η ομάδα που επέστρεφε ξανά στους κόλπους της γης!
και τότε εκείνος ο επικεφαλής έβγαλε εκείνο το φάουλ σα να ’χε κρατήσει μια ζωή ολόκληρη μέσα του όλον εκείνον τον πόθο! η μπάλα έπεσε σα σφεντόνα πάνω στο δεκάρι, η μπάλα έκανε βόλτα σα δαίμονας μέσα στο τέρμα και στον αντίπαλο τερματοφύλακα σα να γνώριζε από πριν πως εκείνο το βράδυ της όλες οι πόρτες στον ουρανό είχαν ανοίξει!
όταν τελείωσε το πρώτο ημίχρονο γυρνάς σπίτι σα μετά από πόλεμο — η γυναίκα μου είχε βγάλει εκείνο το γκρι πουκάμισο της νυχτερινής βάρδιας στο φορτηγό μου, κι εγώ έγινα ξανά εκείνο το αγοράκι από τις Σέρρες που περίμενε την Κυριακή για να βγει αγοράκι!
και σήμερα ακόμα όταν βλέπω εκείνη την μπάλα σαν ακουμπάει εκεί κάτω σαν νάτανε η πρώτη φορά — ρίχνω ένα κουδούνι σα να με καλούν οι ίδιοι οι πνεύμονες της ομάδας!
εμείς εκείνοι ξέραμε πως αυτή η ομάδα δεν ήτανε απλά μια ομάδα — ήτανε γη γεννημένη από αίμα και φωτιά!
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Μετά από εκείνο τον βράδυ πέθανε η μπάλα στους αέρα — όχι μόνο επειδή πήγαν οι επόμενοι δεκατέσσερις γύροι σα στο ντουζ, αλλά επειδή από κει πάνω μέχρι τώρα κανείς δε ρίχνει τόσο γερό φάουλ! Ακόμα θυμάμαι πως όταν πήγαμε στην ταβέρνα, ο ένας περίμενε τον άλλον να κλάψει πάνω στο τραπέζι λέγοντας "αυτό ήταν η Νίκη μας η Τελευταία!"... μέχρι που σου έφαγε ο Βασίλης πέντε κεμπάπ και σηκώθηκε να τραγουδήσει το "Άγιο Πνεύμα"!! 🔥🤣🍿
Τα meme είναι κι αυτά ανάλυση.