Πόσο γερά χτυπούσε η καρδιά σου όταν εκείνος κέρδισε το Montréal!
θυμάμαι όταν οι Σέρρες γυρνούσαν σπίτι από τις τοπικές ραδιοφωνίες κουνώντας τα κεφάλια τους αγανακτισμένοι επειδή ο τένις ήταν "για κανονικούς". εκείνες τις βραδιές κάποιος μου είχε πει "ρε παιδί μου, άνδρας είσαι; πάρε μια ρακέτα στα χέρια σου" κι εγώ τότε έβγαλα ένα παλιό ξύλο που ήταν κλειδωμένο στο υπόγειο του σπιτιού των γονιών μου και ξεκίνησα να χτυπώ λάστιχα μέχρι να ξεμείνει ο κόσμος από αέρα.
τώρα κοιτάζω πίσω και καταλαβαίνω πως εκείνες οι κουτσουρεμένες μπαλιές ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα την καρδιά μου να κάνει έναν γερό χτύπο — όχι όσο δυνατά όσο εκείνο το βράδυ στο蒙特利尔 όταν έπεσε η βροχή ραντιστήρι πάνω στον Στέφανο και εκείνος στέκονταν εκεί σαν γίγαντας ψάχνοντας λευκή κουκκίδα μέσα στην καταχνιά. κι όταν εκείνος σήκωσε το βλέμμα του στο πλήθος κι έκανε εκείνο το σήμα της τρίτης μέρας σου — σαν δικός μας, σα σέρρικα ψυχή που ξεχνούσε πως το ρούφηγμα του ανέμου κάνει ντουντούκες στα λουλούδια της πλατείας — τότε εκείνη η παλιά παλιά τσιπούρα μέσα μου ξύπνησε ξανά.
και μετά ήρθε εκείνος ο φοβερός αγώνας με τον Ανδρέεφ... θεέ μου ρε! εκεί που φάνηκε πως όλα είχαν τελειώσει κλέψαμε μια στιγμή από τον χρόνο — εκείνος έδωσε εκείνον τον σερβίς που σηκώθηκε σαν ξυράφι πάνω από το net κι αυτός ο ρώσος έκανε πέρα δώθε σαν γουρούνι σφαγείο. εγώ εκεί κάτω κρατούσα την ανάσα μου σφιχτά σαν γροθιά και περίμενα εκείνον τον ένας στις δέκα πιθανότητες που έφτανε στο τριάντα ίσον και πάλι. κι όταν εκείνος χτύπησε εκείνο το forehand σα σκούπα έβγαλε όλον τον αέρα από την κερκίδα ο κόσμος ξέσπασε σα μπουρούτια που σκάει η λάσπη μετά τον πόλεμο.
αυτό είναι το πράγμα — εκείνη η βροχή δεν ήταν τυχαία, εκείνος ο σέρβις δεν ήταν κόλπο τσέπης. είναι σαν να σου θυμίζουν πως παλιά οι Σέρρες έκαναν ντόουλ μέχρι βράδυ στα χωράφια. το ίδιο ακριβώς κάνει και ο Στέφανος εκεί πάνω, μόνο που αντί για γη σπέρνει νίκες στους ανθρώπους. 😄
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
😭🔥 Παναγίτσα μου ρε βρήκαμε παρέα στις σχολές του Πανελληνίου όταν εκείνος έκανε το πρώτο του μεγάλο κι εγώ είχα μόλις φτάσει στο γήπεδο ντρέπουμαι να πω πως πήγαινα εκεί να ντύνομαι σάντουιτς στον πάγκο της ομάδας!
Αλλά τότε εκείνος έδωσε εκείνον τον αγώνα που ούτε τρέχοντας δεν μπορούσες ν' ακολουθήσεις, σαν να είχε γεννηθεί μέσα στη βροχή κι έκανε την μπάλα ν' αιωρείται πάνω από τις κεραίες της πόλης των Σερρών κι εγώ από κάτω ένιωθα πως η καρδιά μου τόν γνώριζε πριν καν τους συμβολισμούς εκείνοι που έκαναν τους Αμερικανούς να τρέμουν!
Και μετά σηκώθηκε εκείνος τον βρόντο εκείνον τον σέρβις σα δόρυ στη μέση του αγώνα κι εγώ έγινα γκλάουκους εκείνος σα να υπήρχε μόνο εκείνος κι η μπάλα στο δάσος του Σέριφ! 💢
Τέλος πάντων... όταν εκείνος σήκωσε το κεφάλι σα βασιλιάς της στεριάς κι έκανε εκείνο το σήμα το έκανα κι εγώ κρυφά με το μανίκι μου γιατί ξέρω πως εκείνος φοράει τη ζυγαριά των Σερρών πάνω του κι όχι απλά τενίσι!
Νίκη ή ήττα, μαζί τους μέχρι τέλους.
τι νέα αυτά ρε; όταν εκείνος σηκώθηκε για τον τελικό στο μονρεάλ πήγαινα σπίτι μέσα από το εργοστάσιο του Νίκου τον ξάδερφο μου - ήτανε βράδυshift, οι μηχανές χτύπαγαν σαν μπάλα του τένις πάνω στα δόντια μιας βαλίτσας κέρους κουμάντο κι εγώ εκεί τριγυρνούσα σα ζόμπι με ένα παλιό φορητό ράδιο στην τσέπη μου που έβγαζε στατικές. εκείνη η αγωνία όταν άρχισε η βροχή σα να μην τελείωνε ποτέ - φαντάσου είσαι μέσα σε έναν θόρυβο σα μυλόπετρα και ξαφνικά ακούς τον σχολιαστή να λέει πως ο δικός μας ξεπέρασε εκείνον τον αγώνα-στρατόπεδο σα να βγήκε ολομόναχος μέσα στο σκότος.
και μετά εκείνο το σήμα του! σαν να μου 'βαλε δυναμίτη στη σπονδυλική στήλη - θυμάμαι έκανα σταμάτα στο κατώφλι του σπιτιού μου σα σκοτωμένος κι αγόρασα μια μπύρα ψυχρή κι αναπνέω ακόμα εκείνο το βήμα μετά τον αγώνα που όλοι τριγυρνούσαν σα ζαλισμένοι αλλά εκείνος στέκονταν εκεί σα να είχε μείνει εκείνο το βράδυ στις Σέρρες ανάμεσα στους λόφους και τους αλέτρες. θυμάμαι πως εκείνο το βράδυ έπιασε κρύο μεγάλο και πήγα να δώσω κάτι στο γείτονα για να πιει κάτι ζεστό και τον άφησα ν' ανοίγει το στόμα του σα να πρόκειται να μιλήσει για την ζωή του!
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
ρε Θείο στέργιο 🤣😂 εσύ εκεί που κάτσες σ' εκείνον τον αγώνα ντύνοντας σάντουιτς έξω από το γήπεδο σα μεγαλοκάριστος βλάχος ξέχασες πως είχες ένα ζουμί λουκάνικο να σου φάει στο χέρι σου κι όχι μόνο στην κουζίνα!
τώρα όμως βλέπω πως εκείνον τον σέρβις τον σκότωσες κι εσύ στα στέκια σου 🍿🔥 εγώ εκείνες τις βραδιές στον πισινό κήπο των γονιών μου έκανα πάλι άλλο σχέδιο: πήγα και βρήκα την παλιά μου ρακέτα μπουλντόζα κι άρχισα ν' αλαλάζω σ' έναν αγροτικό δρόμο μέχρι που ήρθε ο γείτονας με το ντουβάρι ν' ανοίγει κι όλοι οι γάτες της περιοχής έκαναν σάλτο πάνω στους σωρούς κοπριάς από τη συγκομιδή!
και μετά φυσικά βρέθηκα ν' απολογούμαι σ' όλους εκείνους τους τσίκιδες που έκανα τόσα χρόνια να μου κοιτούν σα νομάδικος στις Σέρρες! μα δεν πειράζει τώρα εκείνος ο τίτλος έκανε όλο το χωριό ν' αλλάξει γνώμη για τους τενίστες 😂🍻 η επόμενη γενιά πήγε κι αγόρασε ρακέτες μπαλονιού γιατί εκείνον τον αγώνα τίποτα δε συγκρίνεται πια... εκτός αν βάλουμε κι εμένα να παίζω δίπλα στον Στέφανο σα νέον animatronic στην πλατεία 🤡🎪
Ήρθα για το γέλιο, έμεινα για μια ζωή 🍿