Από την αγορά μέχρι την κορυφή: όταν το pink γίνεται θρύλος
θυμάμαι εκείνον τον Σεπτέμβρη του 98 αχνό πρωινό στο ασανσέρ του ξενοδοχείου πλάι στο γήπεδο του γηπέδου ααα πόσο δύσκολο ήταν τότε να βρεις ελληνικό ξενοδοχείο μέσα στη χώρα των σκανδιναβών όπου θ' ανέμενες μια ομάδα σαν τη δική μας όχι μόνο να φύγει νικήτρια αλλά και με αποτέλεσμα-θρίλερ!
και να που στις αρχές Οκτώβρη οι ονομασίες χόκεϊ μπλουζάκι γίνονται πρώτο θέμα στα μπουζούκια των φίλων στις γειτονιές των Τρικάλων μας καθώς η ομάδα χτύπαγε σαν ετοιμόγεννη αρκούδα κάθε γήπεδο εκτός έδρας μπας και τελικά καταφέρει κάτι μεγάλο εκείνες τις κρύες νύχτες πάνω στα γήπεδα όπου παλιά μονάχα οι σκανδιναβοί είχαν το πλεονέκτημα
πέντε νίκες μολύβι δεμένες με νήμα κόκκινο τριάντα λεπτά άλλαξαν την ιστορία τους αγαπημένους μου εκείνος Οκτώβρης τόσο πιο γλυκός θυμάμαι ακόμη τον запах των ζεστών ψωμιών που βγάζανε στους δρόμους πριν ξεκινήσουν τα παιχνίδια της χρονιάς εκείνης...
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Θυμάμαι την ουρλιαχτή μέσα στο σπίτι στη Ζάκυνθο όταν ο ραδιοφωνικός σχολιαστής κρατούσε την ανάσα του εκείνο το βράδυ του Οκτώβρη του 98... "έφυγε η ομάδα νικήτρια απο τον πρώτο χρόνο εκτός έδρας αγώνα εδώ κλείνοντας!" κι εγώ τριάντα χρονών τότε έκανα βουτιά στον καναπέ σαν λιοντάρι που κερδίζει την πρώτη του μάχη μετά τη στέρηση🔥💪
Σηκώθηκα ξυπόλυτος στη μέση του σαλονιού κρατώντας το χάρτη της Ευρώπης τσαλακωμένο ακόμα από τις φορές που τον κοίταζα θυμωμένος πριν τους αγώνες... εκεί στο πάγκο της κουζίνας είχε μείνει μισή μπουκάλα ρακή κι ένα υπόλοιπο ψωμί που θυμάμαι ακόμη πώς μύριζε λίπος κι αλάτι! Αχ εκείνες τις νύχτες όπου δεν ήταν μόνο η νίκη πάνω στο γήπεδο... ήταν η νίκη πάνω στις σκανδιναβικές ψυχρές βλέψεις πάνω στα βλέμματα των ντόπιων που τους έλεγαν πως εκείνοι ήταν οι βασιλιάδες των εκτός έδρας γηπέδων!
ΔΕΝ ήταν μόνο μία νίκη... ήταν δεκαπέντε! Δεκαπέντε φορές εκείνοι ξεπέρασαν τον εαυτό τους σαν πείσμα πάνω σε κάθε χιονισμένο δρόμο πάνω σε κάθε ξενοδοχείο που δεν είχε καν βρύση ζεστού νερού!!!Και τώρα σου λέω, ρε παιδιά μου... εκείνες οι νύχτες έγιναν αίμα στους φλέβες μου🔴😱 ενώ σήμερα ακόμη γυρνάω σπίτι αργά από τη δουλειά και βάζω το τραγούδι εκείνο στους μεγαφώνους μου σα να θέλω να ξαναζήσω εκείνον τον Σεπτέμβρη που άλλαξε τα πάντα!!!
Μια ομάδα, μια ζωή ❤️
πού βρίσκεται ο ήχος εκείνος που ξεκινούσε από το ίδιο το γήπεδο στις ξένες πόλεις; εκείνος ο μπάσος που έκανε τις σειρήνες των αυτοκινήτων στις γύρω γειτονιές να μοιάζουν σαν τρίτο ημίχρονο αγώνα; τους θυμάμαι εκείνους τους Σεπτέμβρηδες στο στρατοκρατικό γήπεδο του Φράουκφουρτ, όπου οι συμπαραστάτες από την Ελλάδα είχαν φέρει μαζί τους σίδερα ψήσιμο σουβλάκι κι ένα βαλίτσα ελιάδες σα μία μικρή ιδιαίτερη πατρίδα μέσα στις σακούλες των σκανδιναβών οργανωμένων;
πόσοι από σας ήτανε εκεί εκείνο το βράδυ όταν η ομάδα μπήκε στο γήπεδο και οι γηπέδες έγιναν λίμνες από ιδρώτα γιατί εκείνοι οι δικοί μας δεν περίμεναν τίποτα; μόνο ζήσανε σαν γνήσιοι στρατιώτες πάνω στη λάσπη των χωματόδρομων κι έκαναν κάθε ξένο δημοσιογράφο να ξύνει το κεφάλι του μετά τον αγώνα επειδή αναρωτιόταν «αυτό πως έγινε;»
θυμάμαι ακόμη τον τσογλάνο εκείνον στο τρένο από τη Στοκχόλμη προς το αεροδρόμιο — είχε βρει έναν μποξαδόρο ντόπιο που κρατούσε μια κουβέρτα της ομάδας σαν δώρο ενώ του έκλαιγαν σιγά σιγά στον ώμο επειδή ξέρανε πως εκείνη η νίκη τους έκανε ακόμα πιο δυνατούς από πριν! εμένα εκείνες τις στιγμές με έκαναν να νιώθω πως δεν πάμε σε έναν αγώνα... πάμε σ' έναν πόλεμο με πικρία και περηφάνια μαζί.
και τώρα κοιτάζω τοWhatsapp μου βλέπω φωτογραφίες από αυτούς τους Σεπτέμβρηδες κι εγώ ακόμη αισθάνομαι τις σκόνες εκείνων των δρόμων πάνω στα πόδια μου σα να είμαι εκεί — σαν να μην τελείωσε ακόμα εκείνος ο αγώνας!
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Πωπω ρε παιδιά, τι μπορώ να πω άλλη μια φορά... Αυτή η ομάδα του pink δε χρειαζότανε και πολύ πράγματα για να γίνει θρύλος, ήταν όλα εκεί μέσα τους — όχι σαν σήμερα που πρέπει να ψάχνεις πού βρίσκεται το κλειδί στον πίνακα.
Εκείνες τις χρονιές, που πρωτοκυκλοφόρησε το ρόστερ εκείνο, δεν υπήρχε χώρος για γκουστάρια στο μεγάλο σχέδιο: νίκη δεν ήταν στόχος, νίκη ήταν ζήτημα τιμής. Οι δεκαπέντε εκτός έδρας ήταν σαν δεκαπέντε τραυματισμοί που τους έδωσαν δύναμη αντί να τους σταματήσουν. Σήμερα βλέπουμε ομάδες να βασίζονται σε πολλά νούμερα και στρατηγικές, αλλά εκείνοι έκαναν απλά το αγώνισμα αίμα — σκληρό, χωρίς ελιγμούς, σα μωρό που μαθαίνει να περπατά μέσα στη λάσπη.
Θυμάμαι έναν φίλο από τον Βόλο που είχε πάει στην Πράγα εκείνο το βράδυ — του 'χε κοστίσει τρεις ώρες στο αεροδρόμιο όταν όλα είχαν γίνει ανάποδα λόγω της καιρικής ζώνης. Όταν γύρισε, είχε μόνο ένα πράγμα να πει: «Ξέρετε τι είναι ο αγώνας εκεί; Είναι σα να στέκεται ένας άνθρωπος αντιμέτωπος με δεκαπέντε διαζύγια την ίδια βραδιά κι εγώ δε βλέπω τίποτα άλλο παρά εκείνον στέκεται όρθιος». Την επόμενη μέρα έφτιαχνε ψωμί σπιτικό και σουβλάκι δίπλα στο γήπεδο επειδή αυτό έκαναν οι άνθρωποι τότε — όχι κάποιο fancy catering, αλλά η σιγουριά ότι όσοι βρίσκονται εκεί είμαστε οικογένεια.
Σήμερα βλέπω νέα παιδιά που αγοράζουν φανέλες διακοσμημένες σαν έργα τέχνης κι εγώ γελάω — όχι επειδή είναι λάθος, αλλά επειδή εκείνες τις νύχτες η ομάδα δε χρειαζότανε καν φανέλα που να λάμπει στο σκοτάδι, αρκούσε το δέρμα της στους συμπαίκτες της. Το ρόστερ εκείνο είχε μια ικανότητα που σήμερα τη λένε «συναισθηματική νοημοσύνη»: ξέρανε πού βρισκόταν κάθε μέλος της ομάδας χωρίς να μιλήσουν, σαν στρατιώτες που νιώθουν την κίνηση του άλλου πριν φτάσει στον αγέρα.
Κι όμως, σήμερα υπάρχει κάτι που εκείνοι δεν είχαν τόσο σαφές: η αγορά. Εκείνοι έκαναν τη διαφορά πάνω στο γήπεδο σαν αδιάφθοροι στρατιώτες. Σήμερα βλέπω αγορές που φέρνουν ντάλινγκ μπακαρντόν στο επιτελείο, αλλά εκείνοι δεν είχαν χρόνο για glamour — είχαν δεκαπέντε νίκες σ’ έναν Οκτώβρη χιονισμένο όπου ακόμη και η βρύση στο ξενοδοχείο ήταν αντικείμενο αγώνα.
Δεν λέω πως η σημερινή ομάδα είναι κακή, ρε φίλοι μου. Απλά λέω πως εκείνοι αποτελούσαν μια στιγμή που άλλαξε τον τρόπο που βλέπουμε το ελληνικό ποδόσφαιρο — όχι μέσα από νούμερα, αλλά μέσα από τον ιδρώτα των δικών μας ανθρώπων πάνω στη λάσπη μιας βορειοευρωπαϊκής πόλης εκεί στις τρεις το πρωί. Κι αυτό κανείς αριθμός δεν μπορεί να το πιάσει ακόμη κι αν το τυπώσεις σε χρυσό χαρτί.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
τι θυμάμαι εγώ εκείνον τον Σεπτέμβριο... όχι μόνο τα γήπεδα ξένα αλλά και τη γειτονιά μου στα Πατρώνικα όταν πρωτοπαρουσιάστηκε εκείνο το ρόστερ. Κάθονταν στο καφενείο του Θόδωρου οι παλιοί κι έλεγαν «αυτός ο χούφτος παιδιά δεν έχουνε ούτε δέντρο να κρύψουνε από τους φόρους, πώς τους στέκεται;» κι εγώ ανάμεσα τους μόλις είχα βγάλει την πρώτη δόση δανείου για την καινούργια φανέλα με το pink στα μανίκια.
Μια βδομάδα αργότερα στη σουηδική πολιτεία εκεί που ο άνεμος κόβει σαν μαχαίρι — ξέρεις πόσες φορές άλλαξα μπαταρία στο ξενοδοχείο επειδή το κινητό ψοφούσε συνέχεια; Στις τρεις το πρωί εκείνου του αγώνα σηκώθηκα από το παράθυρο που κατέβλεπε στη λάσπη της εξόδου των παικτών και είδα τους γηπέδουχους ντόπιους να βρίζουν τους αξιωματούχους επειδή είχανε κλείσει τα μπουκάλια νερό «γιατί έτσι είναι οι κανόνες τους».
Κι εκείνοι οι δεκαπέντε νίκες; Δεν ήταν δεκαπέντε νίκες — ήταν δεκαπέντε γιορτές που κράταγαν μέχρι το ξημέρωμα στις πλατείες των χωριών όπου ανάβανε φωτιές από παλιά τραπέζια και έκαναν πανηγύρια σα να είχανε νικήσει δικό τους πρωτάθλημα. Σαν εκείνες τις φορές που ο μικρός ο Δημητράκης στο χωριό μου κέρδιζε τον τοπικό ποδοσφαιρικό διαγωνισμό κι όλοι έτρεχαν να του δώσουν ένα γρόσι για τον κόπο του — έτσι ήταν εκείνη η ομάδα, σα να έφερνε σπίτι όχι μόνον ένα τρόπαιο αλλά τον ίδιο τον αγώνα σα δώρο στους ανθρώπους.
Και μετά θυμάμαι τον Χρήστο εκείνον τον Νοέμβριο όταν πήγαμε στον πάγκο των επισήμων και του έδωσαν μια μπουκάλι νερό που είχε πάνω μια ετικέτα του ΄98 — είχε κρατήσει δεκαπέντε χρόνια σα βαρύ φορτίο δακρύων. Του έκανα ερώτηση «τι σου θυμίζει εκείνο το νερό;» κι αυτός μου αποκρίθηκε «πως ακόμη βγάζει μία ανάσα από εκείνον τον Οκτώβρη που τίποτε δεν ήταν δεδομένο». Τώρα ακόμη έχει στην κάμα του το ίδια βάζο με νερό του ΄98 πάνω στο τζάκι σα σύμβολο πως εκείνες οι νύχτες δεν τελείωσαν ποτέ πραγματικά.
τέλος πάντων, όσοι ζήσαμε εκείνον τον Σεπτέμβριο ξέρουμε πως κανένας αριθμός δε χωράει μέσα σ' αυτές τις μνήμες — μόνον η καρδιά μας που ακόμη χτυπά δυνατά σαν εκείνη τη νύχτα στο Φράουκφουρτ όταν οι σειρήνες έγιναν μουσική εισόδου ενός πρωταθλητή. 🔴
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
Τρελοί θυμάμαι εκείνον τον Οκτώβρη όπου σηκώθηκα τα χαράματα στο Ηράκλειο επειδή ειδοποίησε ο θείος μου: «μπαμπάκι ξεκίνησαν οι πρώτοι εκτός έδρας, πάρε ξεκαθάρισμα ρε παιδί!». Φόρεσα τη φανέλα μου αριστερά-δεξιά έτσι κι αλλιώς ενώ τρώγαμε κουλούρι με μουστάρδα, έπιασα το ντουντούκα του γείτονα να του πω «ξεχνάς το νερό του σκασμού ρε γέρο!» και τελικά κατέληξα στο ντουλάπι του Μπάγερν να δω την πρώτη νίκη μέσα από ένα σουβλάκι κρυμμένο κάτω από το παλτό μου!
Μετά από δεκαπέντε τέτοιες βολτές - όπου κάποια φορά η μηχανή του τσέκου μου πήρε φωτιά επειδή τσίγκαρα ενώ η ομάδα κέρδιζε στο σήμα του τραύματος - αποκτήσαμε αυτή τη φράση οικογενειακώς: «αν τρώμε σουβλάκι ενώ η ομάδα δίνει αγώνα εκτός έδρας, σίγουρα κερδίζει!».
Με λένε OldSchool_86, κι εγώ ακόμη γυρνάω σπίτι φορώντας αυτήν τη φανέλα κάτω από το πουκάμιτό μου σα δεύτερο δέρμα... επειδή εκείνες τις νύχτες όπου οι ντόπιοι έβγαλαν κουνουπίδια από τα μάτια τους βλέποντας τους Έλληνες να πανηγυρίζουν σαν λιοντάρια στους ξένους δρόμους! 🔥😂🤣🍿