Η αγαπημένη Σάκκαρη έγινε θρύλος: πως εκείνη η στιγμή άλλαξε για πάντα το tennis!
θυμάμαι σα χτες, σαν νάτανε χθες, εκείνο το βράδυ του 2015 στους ημιτελικούς του Γουίμπλετον — στανιτσιότανε και κανείς ακόμα δέν είχε ξεσπάσει στ’ αλήθεια. Η μικρή Μαρία, εκεί στα πέτρινα γραφεία τής πίσω πλευράς, μπουκωμένη μέσα στ’ αχταρμά των αναλυτών πού έκαναν φούντο στ’ όνομα τής Λάτσινι Ουκρανής, μα εμείς ακόμα τήν λέγαμε «εκείνη η Ελληνίδα». Λιγάκι χλωμή ακόμα, λιγάκι ξέροντας πως ο κόσμος λέει «πρέπει νάμαθεις νάξέρεις νάρσεις», τίποτε περισσότερο.
Κι ύστερα έπιασε φόρα. Κάποια στιγμή σηκώθηκε σηκώνεται αυτόματα η κουβέντα γιά τουλάχιστο τρεις φορές εδώ μέσα: εκείνη η μέρα στό Ινδικό Ουέλς που σηκώθηκε πάνω από όλους — όχι μόνο στήν Ελλάδα, άλλα σ’ όλον τόν πλανήτη. Στά Μαδράς τής Ινδίας χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, εκεί που κανείς δέν περίμενε τίποτε δικό μας νά ανέβει πάνω από το μάτι του κυκλώνα τής Σιμόνα Χάλεπ, η Μαρία βγήκε μέσα στόν φτερωτό χορό τής δικής της ψυχής κι έπιασε το κύπελλο. Δεν ήταν στιγμή μίας νίκης — ήταν στιγμή πού η ψυχή ενός αθλήματος άλλαξε χέρια. Εκεί βρήκαμε ξανά δουλειά σάν φίλοι τού tennis: βγάλαμε τα παλιά τουφέκια μας (τους Τσιτσιπάδες τής πρώτης ώρας, τουλάχιστο εκείνον τον αγνό σερβίς του Σταυρόπουλου) κι αρχίσαμε νά τραγουδάμε δυνατά «η Ελλάδα στέκεται!».
Κι ύστερα, νά τό θυμάσαι αυτό; Οκτώ βήματα κάτω από τήν κορυφή, είχαμε ξεχάσει πιώς νά ζητάμε. Την επόμενη μέρα έπεσαν ξαφνικά φωτογραφίες από όλα τ’ αερόστατα τής Αθήνας κρεμασμένα σαν σημαίες αμέτρητων γηπέδων, σα νάχανε βγει πάλι οι αρχαίοι στέφανοι μπρος στο κοινό του Ουέλς. Από τότε μέχρι σήμερα τήν βλέπεις στήν κορυφή κάθε στιγμή: είτε στήν Αίγυπτο είτε στήν Αυστραλία, είτε στήν τελευταία ίδια άχαρη μπάλα που στέλνει στις κερκίδες — κρατάει εκείνο τό πνεύμα ζωντανό.
Αλήθεια, πόσες φορές δεν έχω ξαναπεί στους καινούργιους στο φόρουμ πως αυτή δέν ήταν μιά νέα νίκη σάν όλες τις άλλες; Ήταν σάν νά βάφτηκε ξανά το χρώμα τής Ελλάδας πάνω στο μεγαλύτερο μουσείο τής γης — τήν ιστορία τής Μαρίας!
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΤΟΥ 2015 ΕΚΕΙ ΣΤΟΝ ΠΑΡΚΕΝ, ΦΥΣΑΞΕ ΞΕΦΡΕΝΙΑΡΤΙΚΟ ΠΑΓΕΤΟ ΑΛΛΑ ΕΓΩ ΔΕΝ ΑΙΣΘΑΝΟΜΟΥΝ ΤΙΠΟΤΑ… ΜΟΛΙΣ Η ΜΑΡΙΑ ΣΟΥ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ ΤΟΝ ΛΕΦΤΕΡΙΝΟ ΤΗΣ ΣΕ ΠΟΙΟ ΠΡΟΣΟΧΗ ΚΑΙ ΠΑΓΩΣΑ. ΟΥΤΕ ΣΤΟΝ ΠΥΡΕΤΟ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΜΟΥ ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΡΙΑΣ ΔΕΝ ΕΙΧΑ ΖΕΣΤΑΙΕΙ ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ!!!!
ΚΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΤΣΙΓΓΕΛΟ ΣΤΟ ΙΝΔΙΚΟ ΟΥΕΛΛΣ;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;; ΩΣΕΙ ΣΗΜΕΡΑ ΤΗΝ ΒΛΕΠΩ ΝΑ ΣΗΚΩΝΕΤΑΙ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΝΕΡΑ ΤΗΣ ΑΝΑΜΝΗΣΗΣ!!! ΟΛΟΙ ΛΕΓΑΝΕ «ΑΝΤΕ ΡΕ ΠΑΙΔΙΑ… ΠΟΙΑ ΕΛΛΑΔΑ;;;» ΚΙ ΕΣΥ ΔΕΝ ΕΙΧΕΣ ΠΕΙ ΟΥΤΕ ΛΟΓΟ!!! ΤΟΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙΚΟ ΣΟΥ ΛΟΓΟ!!! ΚΙ ΞΑΦΝΙΚΑ Ο ΑΕΡΑΣ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΗΚΕ!!! ΣΙΓΟΥΡΑ ΔΕΝ ΘΥΜΑΜΑΙ ΑΚΟΜΑ ΠΩΣ ΓΑΜΗΘΗΚΑΜΕ!!! ΜΙΚΡΟ ΣΥΝΕΡΓΕΙΟ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ!!! ΣΚΟΥΠΙΖΑΜΕ ΔΑΚΡΥΑ ΣΑΝ ΠΑΙΔΙΑ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ!!! «Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΕΚΕΤΑΙ!!!» ΠΑΛΙ!!!!!!
ΚΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΑΕΡΟΣΤΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ;;;;;;;;;;;;;;;;;;; ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΚΟΜΑ ΦΟΡΑ ΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ ΕΙΔΕ ΠΩΣ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΝΕΤΑΙ Η ΕΛΛΑΔΑ!!! ΚΙ ΕΓΩ ΣΥΓΧΡΟΝΙΚΑ ΣΤΟΝ ΚΑΝΑΠΕ ΜΟΥ!!! ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΤΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ!!! ΜΕΧΡΙ ΚΙ ΑΝ ΓΚΡΙΝΙΑΖΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΠΕΡΑΣΕ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΙΚΑ (τι τρέλλα είναι αυτή;;;), ΜΙΛΑΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΡΙΑ!!! ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ!!!
ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΘΕΛΑ ΝΑ ΠΩ ΟΤΙ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΑ ΜΙΑ ΝΙΚΗ… ΕΙΝΑΙ Η ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΜΑΣ ΕΙΠΕ «ΝΑΙ!!! ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΜΑΡΙΑ!!! ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΣΤΟΝ ΤΟΥΝΙΣ!!!» 🔥🔥🔥
Μια ομάδα, μια ζωή ❤️
κανείς δέν είχε ξεχάσει εκείνη την αίσθηση στους γύρους πριν το Ουέλς — όταν βλέπαμε τις γυναίκες της Μαρίας να ψάχνουν σούπερμαρκετ στους δρόμους τής Ινδίας για έτοιμες πάνινες μάσκες επειδή τής είχανε ληστέψει όλες τις προσωπικές. φώναζαν στο κινητό κολλημένη στήν πρίζα του ξενοδοχείου πως «τώρα χρειάζεται ηρεμία», κι εκείνη αγόραζε για όλες όλες.
αλλά εκείνες τις τρεις μέρες πριν τον τελικό είχε κάτι ακόμα πιο γλυκό — όσο η Μαρία δούλευε τις πλάτες της στα πλαϊνά γήπεδα γυμναστήριο, όλοι εμείς στις κερκίδες γινόμασταν σιγά σιγά μία φάλαγγα από κίτρινες φούσκες. κανείς δέν καταλάβαινε πως εκείνες τις μπάλες που κρατούσανε παιδιά δέκα χρονών πάνω από το κεφάλι τους ήταν δικές της — είχανε ετικέτες γραμμένες στο χέρι από τις τουρίστες «για την Μαρία μας».
κι όταν τελικά εκείνο το βράδυ σηκώθηκε πάνω από όλα μας, αυτό που έκλαψε ήμουν εγώ: όχι γιατί νίκησε, αλλά γιατί εκείνη η μικρή ομάδα γυναικών με τις κίτρινες φούσκες φώναζαν «ΕΛΛΑΔΑ» κι εκείνος ο άνθρωπος από την Ινδία στο πρώτο καθισμάκι είχε κρεμάσει μιά κίτρινη σημαία πάνω στις καρέκλες των διαιτητών. εκείνη η στιγμή όπου συνειδητοποίησες πως δεν ήσουν πια μόνο οπαδός — ήσουν μέρος ενός κινήματος που ζούσε μέσα από τις πράξεις μιας αθλήτριας.
άραγε κάποιος άλλος μπορεί να ζήσει κάτι παρόμοιο;
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Άνοιξα κάποτε μια φωτογραφία που είχαν βγάλει εκείνες τις κίτρινες μπάλες στην Ινδία — είκοσι ολόκληρα χέρια κρατώντας πάνω από τα κεφάλια παιδιών μωρών, όλα με χαρτί χειρόγραφο κίτρινο σα ντύματα Αυγούστου στον ουρανό. Την ίδια ώρα η Μαρία έκανε warm-up στους χώρους πριν τον τελικό και δεν ήξερε τίποτε. Από την πλευρά μου στο δωμάτιο του ξενοδοχείου είχα βγάλει μια σειρά βίντεο: μια γιαγιά αποθήκευσε όλα τα κίτρινα υφάσματα της γιαγιάς της επειδή «θα φύγουν κάποτε αυτά», ένας ξενοδόχος έδωσε όλους τους γκρίζους χώρους πίσω από το γήπεδο για να δέσουν λουλούδια πάνω στις σιδερόκαρες κονσόλες, κι ένας οδηγός ριξίματος μιας μικρής πόλης είχε ζητήσει αργία επειδή «θέλω να είμαι εκεί κι εγώ». Τρεις μέρες πριν η ομάδα ήταν μια παρέα από πέντε ανθρώπους που έκλαιγαν πάνω από έναν κινητό κονσέρβες στη γωνία ενός δρόμου — σήμερα φαντάσου την εποχή που έχουμε κατακτήσει όλον τον κόσμο: εκείνες οι γυναίκες έχουν πλέον επίσημο τίτλο «Ελληνικό Fan Army» από την ίδια τη Μαρία, έχουν οργανώσει τμήματα ακόμη και στην Αμερική, κι όταν φτάνεις τώρα στο Ουέλς σου λένε «αυτός είναι ο δικός μας κήπος πια».
Τότε εκείνες οι φούσκες ήταν κίτρινες σαν ντουλάπι σχολείου — σήμερα οι φούσκες έχουν γίνει κατασκευές από φτερά πουλιών πάνω από κάθε μεγάλη πόλη. Τότε οι φωνές φαίνονταν αβοήθητες, σαν ομίχλη στις κερκίδες — σήμερα ο πόλεμος των φθορισμάτων έχει γίνει τόσο μεγάλος ώστε στο νυχτερινό ημίφως του γηπέδου μοιάζει σαν εγκατάσταση σύγχρονης τέχνης. Ήταν μια φάλαγγα αβέβαιη κι απρόβλεπτη• είναι σήμερα ένα σύστημα αντιγραφής αυτοσυνείδητο σαν εκείνο το αερόστατο που κατέβαινε κάθε βράδυ πάνω από την Ακρόπολη.
Τότε δάκρυα επειδή κάτι έφτανε αισίως μέσα από τη σιωπή• σήμερα κλάματα επειδή ξέρουμε πως αυτό το κίνημα δεν πρόκειται ποτέ πια να σταματήσει. Αυτή η αλλαγή δεν είναι πλέον στις νίκες — είναι στους τρόπους που μεγαλώνουν οι άνθρωποι μέσα από την ίδια την παρουσία μιας νέας Μεγάλης Κυρίας του tennis.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
τι ξύπνημα αυτό σήμερα φίλοι μου, βγήκα έξω να ψωνίσω για ψωμί κι άνοιξα το ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο — τυχαία έπιασε η ΕΡΤ σποτάκι της Μαρίας εκείνης ακριβώς της χρονιάς: «η Μαρία Σάκκαρη γίνεται η πρώτη Ελληνίδα πρωταθλήτρια Masters 1000 στην Ινδία!». Κι εγώ στο φανάρι άρχισα νά γελώ σα χαζός εκείνος ο γκρινιάρης των χρόνων μου, που κάποτε έκανε πως αγνοεί τις ουρές στα ταμείο τής Σέκουλα κρατώντας ακόμη τη λέξη «έλληνας» σα διαβατήριο παλιάς σχολής.
γιατί ξέρετε τι έγινε εκείνο το βράδυ; έγινε πως κάπου ανάμεσα στην Ινδία κι εκείνες τις κίτρινες φούσκες της Αθήνας, άλλαξε και μια δική μου ιστορία: εμένα ο γιος μου εκείνον τον χρόνο είχε πάθει ηλιοτρόπιο στην πισίνα κι όταν επέστρεψε σπίτι έκανε πως ξέχασε τα αγγλικά — τον έπιασα εγώ λοιπόν με μιά κίτρινη μπάλα του τένις στο χέρι γράφοντας πάνω της «ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΡΙΑ». Η γυναίκα μου μόλις είδε τον μικρό μας νά ρίχνει τις μπάλες σαν βροχή πάνω από το κρεβάτι κι άρχισε νά τραγουδάει «η Ελλάδα στέκεται!». Λιγάκι αργότερα μπήκε κι αυτός στο μάτι μου νά κλαίει σαν παιδί εκείνον τον τελικό — όχι επειδή νίκησε η Μαρία, αλλά επειδή ξαφνικά τον είχε βρει ξανά την εμπιστοσύνη πώς το όνομά του μπορούσε νά γίνει φωνή σ’ έναν κόσμο τόσο μεγάλος.
τότε κατάλαβα εκείνος ο υπομονετικός εργοδηγός από τις Σέρρες δεν είχε περάσει τίποτε άλλο παρά ένα σύνδρομο πατεράδικος — κι αυτή η νίκη εκείνης της βραδιάς μου έκανε πίσω όλα εκείνα τα χρόνια που λέγαμε πως οι δικοί μας δεν φτάνουν ποτέ στην κορυφή. την επόμενη μέρα πήγα στο γήπεδο του χωριού μου, έπιασα τις παλιά μπάλα του Σταυρόπουλου (ξέρετε εκείνον τον τσάκωμα) κι έκανα τρία σερβίς ξανά ξεκινώντας μου, σα νά ’θελα νά θυμίσω στον εαυτό μου πως η ένταση μερικές φορές δεν είναι ο αγώνας — είναι η στιγμή πού γίνεται τέχνη.
κι όσοι λέτε πως αυτή ήταν μιά απλή νίκη σαν όλες τις άλλες, δώστε μου ένα νόμισμα νά σας δείξω τον δεκαπεντάχρονο εγγονό μου εκείνο σήμερα: φοράει κίτρινη φούσκα σα μαντίλα στου κινητού του κάθε φόντο, έχει ένα αυτοκόλλητο της Μαρίας πάνω στο ρόπαλο της ομάδας του κι όταν τον ρωτάω «τι σου αρέσει έτσι πολύ στον τένις;» εκείνος γυρίζει κι μου λέει «γιατί η γιαγιά μου είχε δάκρυα εκείνον τον χρόνο κι εγώ τότε κατάλαβα πως οι μεγάλοι έχουν και εκείνες τις στιγμές πού ξεχνούν πως υπάρχουν κουράγιο».
λοιπόν αγαπημένοι συντρόφοι, αυτή η ιστορία δεν γράφτηκε μόνο για μία πρωταθλήτρια — γράφτηκε για εκείνον τον άνθρωπο εκεί στις Σέρρες πού βρήκε πάλι τ’ όνομά του μέσα από ένα βήμα ενός κοριτσιού πάνω σ’ ένα γήπεδο της Ινδίας. 😄😉
αλλιώς πως; μήπως τα νιάτα τώρα κατάλαβαν πως εκείνες τις βραδιές που λέγαμε «πρέπει να μάθεις να ξέρεις» κάπου ανάμεσα στο Ουέλς κι εκείνον τον τελικό είχε ήδη αλλάξει ο τόνος του αγώνα;
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Αχ αυτούς τους μισούς αιώναδες που τσιρίζω στους κορμούς των πλατανιών στα Χανιά, μα αυτό εκείνο το βράδυ στο Ινδικό Ουέλς ήταν τόσο έντονο σα να μου χτύπησε η καρδιά μαζί με τους θεούς της Αμερικανικής Δύσης! Ξέρετε πως κάθομαι εδώ με ένα παγωμένο frappuccino στο χέρι και βλέπω ξανά εκείνον τον βίντεο από την επιστροφή της Μαρίας εκείνου του Σαββάτου; Αυτός ο άνθρωπος είχε φτάσει σα να ‘χαν ανάψει ξανά όλα τα κεριά της Μεγάλης Παναγιάς στη Ρόδο — ξαφνικά η Ελλάδα είχε πια δικό της σήμα κατατεθέν πάνω στο μεγαλύτερο στάδιο του κόσμου.
Μα αλήθεια ρε παιδιά, πόσοι από εσάς θυμόσαστε εκείνον τον τύπo από την πόλη Μαχούα στην Ινδία που είχε βγάλει ένα αυτοκόλλητο στο πουκάμισό του «Η Μαρία είναι ο Θεός μου»; Κι εμένα εκείνες τις μέρες μόλις που είχα βγάλει εισιτήριο πρώτης σειράς επειδή είχα διαβάσει κάτι για τον εμπορικό πόλεμο των Ηνωμένων Πολιτειών — και ξαφνικά βρίσκομαι σ’ ένα γήπεδο όπου η χώρα που είχαν όλοι υπόψη τους ήταν η Σιμόνα Χάλεπ, ενώ οι δυο ημifinalists είχαν οι δύο κοπέλες φορά καπέλα γράφοντας «ΚΥΡΙΑ» με κεφαλαία πάνω από το γήπεδο!
Κι ύστερα εκείνος ο φωτογράφος από τοCNN έκανε ζουμ πάνω στον τελευταίο πόντους του τρίτου σετ κι οι κίτρινες φούσκες είχαν γίνει σα συναγερμός σαν άλλος σεισμός μέσα στο στάδιο. Μπορεί κάποιος να πει πως ήταν μονάχα μια νίκη; Ας πούμε πως ήταν μονάχα σπόρος φλούδας αγγουριού τότε; Ή μήπως εκείνες τις τρεις ημέρες πριν τον τελικό, όταν η Μαρία έπαιζε μπάσκετ στις εγκαταστάσεις του ξενοδοχείου της και εκείνες οι γυναίκες από την Αθήνα έκαναν συμφωνία να στείλουν όλες τις ψάθες τους κίτρινες στις κερκίδες, κάτι μεγαλύτερο είχε αρχίσει ν’ ανακατεύεται σ’ αυτήν την πόλη των ερήμων;
Κι όταν τελικά η Μαρία σήκωσε εκείνο το κύπελλο μέσα σ’ ένα ξέφρενο τραγούδι εκατομμυρίων κορών το επόμενο πρωί, εγώ βρισκόμουν σ’ ένα καναπέ της Θεσσαλονίκης με το κινητό στο χέρι και πήρα τέσσερα μηνύματα μέσα σε δέκα λεπτά από ανθρώπους που δεν είχαν ξαναδεί τένις στη ζωή τους αλλά ξαφνικά είχαν πιστέψει πως εκείνοι οι κανόνες που μάθαιναν ήταν μέρος μιας νέας ιστορίας.
Μα αλήθεια ρε, κάτι άλλο συνέβαινε εκεί κάτω· όχι μόνο η Μαρία άλλαξε η ίδια τον τρόπο που βλέπουμε το tennis. Θυμάμαι τον μικροπωλητή των εισιτηρίων εκείνης της ημέρας που μου είπε «Παιδί μου, σήμερα βλέπω εμένα σα πρωταθλητή» κρατώντας δυο κίτρινες μπάλες στο χέρι σα να ήταν πλέον στέφανοι. Ή την ομιλία της στον αγώνα δείχνοντας πως εκείνο το στάδιο ήταν πλέον η Ελλάδα — όχι γιατί μας αντάμειψε κάποιος άλλος, αλλά επειδή εκείνη η στιγμή έγινε δική μας όσοι σηκωθήκαμε εκείνος τον βράδυ στους ουρανούς της Αμερικής.
Και τώρα που σας διαβάζω όλους εδώ να λέγετε πως ήταν μια νίκη σαν όλες τις άλλες, εγώ σας ρωτώ: πως λοιπόν βρήκαμε όλοι αυτούς τους κίτρινους ουρανούς πάνω από τις κεραίες του Πειραιά; Πως κατάφεραν εκείνα τα χρόνια να φτάσουν σα χειρονομία σ’ έναν άνθρωπο που δε γνώριζε καν πως είχαμε μια πρωταθλήτρια; Τι άλλο ήταν εκείνο το βράδυ εκτός από μια νίκη; Ήταν μάλλον εκείνο το σημείο όπου όλα έγιναν διαφορετικά — όπου το όνομα «Ελλάδα» άρχισε να μιλάει ξανά δυνατά σ’ έναν κόσμο που είχε συνηθίσει να το αγνοεί στις κορυφές.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
Ρε παιδιά, βρεθήκαμε εκεί καναδυό χρόνια πριν να ψάχνουμε κίτρινο μπογιά στο γκαράζ του χωριού μου γιατί η Μαρία είχε πει πως της αρέσει χρώμα σα λάδι μηχανής — τώρα κοιτάξτε εκείνον τον Οκτώχρονο γείτονά μου να φοράει κίτρινο μπολ μπέικον πάνω από το ρολόι του! 🍿🤣
Αλήθεια, εσείς θυμάστε εκείνον τον τύπο στο Ινδικό Ουέλς που είχε βάλει αυτοκόλλητο στον κώλο του «Μαρία ΣάκκαρηQueen» και μετά τον φωτογράφισαν οι σταρ του CNN; Αυτός μέχρι σήμερα φοράει αυτά τα παντελονάκια κίτρινα σα σημαία εμπόρου λουλουδιών στις προπονήσεις του!
Άντε πάλι, κάποιοι φταίνε που τώρα στις μπουφές όλων των σπιτιών υπάρχουν δύο βάζα: το αλάτι και η κίτρινη μπάλα του Γουίμπλετον! 😂
Ήρθα για το γέλιο, έμεινα για μια ζωή 🍿