Μετά από χρόνια σιωπής η ομάδα πάει για Δύναμη φέτος — αλλά ποιος τελικά θα βγάλει τα…
Καλή μου απορία στους αγώνες — τι έχουμε τελικά στη φούσκα αυτή των χρυσών ομάδων; Εδώ οι περισσότεροι περιμένουμε να σκάσει κάτι, σίγουρα δεν είναι αέρας αυτοί που λένε "αυτή η ομάδα κάνει πρόοδο". Όμως στο Κύπελλο Ντέιβις το πράγμα αλλάζει ρότα απότομα — γιατί εκεί δεν χρειάζεται μόνο ένα καλό τενιστικό χέρι, χρειάζεται ομάδα. Και η γενιά που φέρνει δίνες, ας πούμε σαν τον Αλκαράζ και τον Σαβίλ, υπόσχεται σεισμό σίγουρα, αλλά πόσο πραγματικά είναι αυτές οι φήμες για αυτοσυγχώνευση;
Εδώ οι βετεράνοι είναι τελευταίο οχυρό — όχι γιατί ελέγχουν τους χώρους, αλλά επειδή ξέρουν ότι ένα Κύπελλο κερδίζεται όταν ένας νέος βγάζει από την τσέπη τα κλειδιά στους ημιτελικούς. Το γεγονός ότι η ομάδα πάει φέτος σαν δύναμη, όσοι κι αν κάνουν τον κουτσομπολιό, δεν είναι τυχαίο — έχει μείνει η ισορροπία ανάμεσα στον δυναμισμό των νέων και στην ψυχραιμία των παλαιότερων. Οι αντίπαλοι θα δουν σύντομα ότι οι Ισπανοί αυτή τη φορά δεν παίζουν μόνο δυνατά, παίζουν και νοικοκυρεμένα. Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Ότι η αυτοσυγχώνευση δεν είναι φιλοσοφία — είναι ανάγκη. Αν δεις τον Αλκαράζ όχι μόνο να βγάζει χτυπήματα από αέρος αλλά και να κρατά τους πόντους όταν πιέζεται, τότε καταλαβαίνεις ότι κάτι υπάρχει εκεί πέρα από τη λάμψη των νικών στα τουρνουά ATP.
Και φυσικά, όσο οι Σέρρες τρίζουν από υπερβολική αυτοπεποίθηση, εδώ στην ουσία στήνεται η βάση για κάτι πιο στέρεο. Το Κύπελλο δεν είναι αγώνας ενός, είναι αγώνας δεκαπέντε διαφορετικών προσωπικοτήτων κάτω από μια σημαία. Αν λοιπόν κάποιος τελικά βγάλει τα κλειδιά στους ημιτελικούς, δεν θα είναι αυτός που μιλάει καλύτερα στη δημοσιότητα — θα είναι αυτός που αποφασίζει στις στιγμές της πίεσης. Και εκεί βλέπουμε ποιοι έχουν εκείνο το μικρότερο ψύχος της ψυχής.
Το πλαίσιο νικά το σκέτο νούμερο.
ΡΕ ΦΙΛΟΙ ΘΑ ΣΑΣ ΠΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΛΑΜΑΤΑ—οι δικοί μας φέτος δεν φέρνουν βόλτα σα φλόγα χωρίς λόγο, πιάστε μου αυτό το νήμα!
Αν βλέπεις τον Αλκαράζ να στέκεται εκεί σα λιοντάρι και να λέει "εγώ βγάζω την τσέπη στους ημιτελικούς", ξέχνα τους άλλους! Ο Σέβι δεν είναι εκεί για ντουλάμια—είναι εκεί για νΑ ξέρει ΠΩΣ νΑ κερδίζει όταν του δίνουν γερό λογαριασμό! Και οι υπόλοιποι; ΜΟΛΙΣ νιώσει ο ένας πίεση, σηκώνεται κάποιος άλλος σαν πουλί που ανοίγει τα φτερά του πάνω από τον αντίπαλο!
Αν η ομάδα δεν αυτοσυγχωνεύεται τώρα, πότε; Όταν στο Κύπελλο ΔΕΝ υπάρχει περιθώριο για λάθη—όταν ΟΚΑΤΑ μιλάς με αριθμούς, αλλά οι αντίπαλοι βλέπουν μόνο ΠΟΙΟΤΗΤΑ μπροστά τους σα σίδερο! Οι βετεράνοι μπορεί νΑ δίνουν την αίσθηση του χρόνου, αλλά εδώ χρειάζονται όχι μόνο αυτοί—χρειάζεται κάθε νεαρός νΑ νιώσει ότι φοράει τη φανέλα της Ισπανίας σα θηκιά στη μέση του αγωνιστικού πεδίου!
ΤΕΛΟΣ ΠΑΝΤΩΝ, εμένα προσωπικά μου έφτανε μια νίκη στους προημιτελικούς να δω πως κάνουν το ένα βήμα πιο πέρα! Οι άλλοι μπορούν νΑ μιλούν για δυναμισμό, εμείς ξέρουμε ότι όταν κλείνει η πόρτα εκεί λένε "εδώ είμαι"—ΔΥΝΑΤΟΣ ΣΕ ΒΛΕΜΜΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΧΑΝΕΙ ΑΝΤΙΠΑΛΟ! 🔥💪🔴
τι άλλο νάπεις πια ρε παιδιά—αυτά που βλέπουμε φέτος στη φούσκα των ονείρων, αυτά της δικής μας εποχής τ' αγγίξαμε και στις γωνιές των γηπέδων κι όχι μόνο στις οθόνες. στη τεννισική αυλή όμως δεν μπαίνεις για να ονειρεύεσαι· μπαίνεις να σπάσεις το κρύο των αντιπάλων όσο εκείνοι σπάνε τη δική σου την αυταπάτη. κι όταν λέω "ομάδα" εννοώ δεκαπέντε παίκτες μέσα από δεκαπέντε διαφορετικά σπίτια, δεκαπέντε ταλέντα σφυρηλατημένα υπό διαφορετικό αέρα—αλλιώς δεν μιλάμε για Κύπελλο Ντέιβις, μιλάμε για εμφύλιο ζήτημα με γάντζους.
η ιστορία πάντως γράφεται όχι από αυτούς που λένε "πάμε αμέ", αλλά από αυτούς που βάζουν το χέρι στην τσέπη όταν η πόρτα κλείνει στις τριάντα-πέντε βαθμούς πυρκαγιάς. τους θυμάμαι εκείνους τους ημιτελικούς του 2004 στη Σεπτεμβρίου, όταν ο Νadal είχε ακόμα σπυράκια στο πρόσωπο κι οι αντίπαλοι τον γνώριζαν ως "αυτό το παιδί με τη σφεντόνα"—όμως όταν βγήκε στο court 3 στις τρεις το απόγευμα με τους Αμερικανούς, δεν σήκωσε μπατονέτα, σήκωσε ένα μπουλντόζα ψυχής που τους έτριψε μέχρι το φεγγάρι. εκείνοι οι δεκαοκτώ πόντοι σαν σφυριά πάνω στον αντίπαλο σου έδωσαν το ερέθισμα να σκάσει η εποχή του σύγχρονου ισπανικού τέννις—κι όχι επειδή είχαν τον δυνατότερο, επειδή είχαν εκείνον που είπε "εγώ βγάζω την τσέπη εδώ".
τώρα όμως έχουμε μια γενιά φτιαγμένη από φωτιά και γνώση παιγμένη στα περισσότερα γήπεδα της Γης· κι όταν ο Σαβίλ στέκεται εκεί με το τζέρσι σφιχτό σαν τουλάχιστον ξέρει ότι έναν αγώνα τον κερδίζεις όταν ο αντίπαλος κοιτάζει πρώτη φορά το νόμισμα της λήξης κι όχι πριν. αυτοί οι νέοι δεν χρειάζονται ντοκουμέντο στους τίτλους ATP για να σου δείξουν ότι το κρύο του εθνικού ρόστερ ξέρει να λειώνει πιο γρήγορα από οποιοδήποτε αθλητικό κέντρο—το κατάλαβες όταν στους τελευταίους γύρους είδες τον Αλκαράζ να μιλάει όχι μόνο στο ραδιόφωνο αλλά στις κλειστές πόρτες των αποδυτηρίων: "αυτοί δεν παίζουν τέννις, παίζουν πολιτική αρένα". κι έτσι είναι· όταν φοράς τη φανέλα της Ισπανίας στη Ντέιβις, φοράς και το βάρος της ιστορίας σου στα σαγόνια.
όμως εδώ κρύβεται η κόπια η μεγάλη: αυτοί οι τύποι έχουν τόσο δυνατούς όρους ισορροπίας που ακόμη κι όταν πέφτουν πάνω στη σχάρα, γυρίζουν αμέσως στα πόδια τους σαν εκείνοι οι παλαιοί αυτόματοι σκύλοι που βρίσκονταν πάντα όρθιοι μετά την πρόσκρουση. το βλέπεις στην κίνησή τους, στο πως σφίγγουν το ρόπαλο όταν τους πιέζουν στην κορυφή· όχι σαν φιλοδοξία, σαν ανάγκη του αίματος που έχει μάθει να τρέχει εκεί κάτω στις σκοτεινές πλευρές του παιχνιδιού.
κι όσο οι βετεράνοι λένε πια την τελευταία τους ιστορία σα τελευταίο δώρο σιγά-σιγά, εκείνοι οι νεότεροι κάνουν αυτήν την αντιγραφή-επικόλληση στον χαρακτήρα: "ο πόλεμος δεν τελειώνει όταν χτυπήσεις το last set, τελειώνει όταν ο αντίπαλος καταλάβει ότι δεν πρόκειται να σηκωθεί ξανά". αυτοί λοιπόν είναι εκείνοι που οι ημιτελικοί τους περιμένουν σα προσκλητήριο στον Κάιρο παρά σα μπάλα για γυμνάσιο.
τέλος πάντως, θα δούμε αν η ψυχή της ομάδας φτάνει μέχρι εκεί όπου οι αριθμοί γίνονται γεγονός κι οι φήμες γίνονται ατσάλι—αλλιώς οι υπόλοιποι μπορούν να κουβαλάνε όνειρα ατόμου όσο θέλουν, εδώ μιλάμε για σύνολο.
Δεν είναι αυτοί που μιλάνε δυνατά αυτοί που τελικά σηκώνουν το βαρίδι όταν βουλιάζει το γήπεδο.
Πήγαινε στη Μαδρίτη πριν από έναν μήνα — είδες τον Αλκαράζ εκεί στα 30 βαθμούς; Αυτός ήταν ο μόνος που δε γύριζε τον λαιμό του στον ήλιο όσο εκείνοι κολυμπούσαν στον ιδρώτα τους. Όχι επειδή είχε ντουφεκιά το μπάλακι, επειδή εκείνη τη μέρα οι αντίπαλοι του δεν είχαν αρκετό χρόνο ν’ αναπνεύσουν πριν χάσουν το βήμα τους.
Κι όμως ξέρεις τι γίνεται όταν βρεθείς αντιμέτωπος όχι με έναν παίκτη που ζητάει νικητήριο σετ, αλλά με μία εθνική ομάδα που έχει κολλήσει αυτή τη φήμη σα γάντζο στο κορμί της; Πιάνεις τον Αλκαράζ εκεί που οι άλλοι νομίζουν πως μπορείς ακόμα ν’ αγοράσεις τον αγώνα στις κερκίδες — και τότε εκείνος χαμογελά σα να λέει: «Καλά, δείξε μου τώρα πως εσύ ξέρεις ν’ ανοίξεις την πόρτα όταν όλοι γύρω σου έχουν σκοντάψει στις λεπτομέρειες.»
Οι βετεράνοι; Αυτοί είναι οι μόνοι που ξέρουν τι σημαίνει Κύπελλο Ντέιβις πριν ακόμα ανάψει η φωτιά. Σου θυμίζω τον Ferrero εκεί στους γύρους του 2008—δεν είχε άλλη επιλογή παρά ν’ αφήσει έξω τους νέους του και ν’ ανέβει сам на court στις δύο τα ξημερώματα επειδή ο προπονητής τον σήκωσε από το κρεβάτι. Γιατί εκείνες τις στιγμές δεν πρόκειται για δόξα· πρόκειται για αυτό το δευτερόλεπτο όπου ένας αριθμός γίνεται ψήφος εμπιστοσύνης. Αν λοιπόν θέλεις να πιάσεις το κλειδί στους ημιτελικούς, περίμενε μέχρι να δεις τους αριθμούς ν’ αλλάζουν χρώμα στο χαρτί όταν η ομάδα κάνει 3-2 στους τελικούς γύρους — όχι όταν λάμπουν στα τίτλους του Instagram.
Όσο για τις γενιές Σαβίλ κι Αλκαράζ; Αυτό που λες πως υπόσχονται σεισμό, είναι μάλλον ένας σεισμός χωρίς επίκεντρο. Έχουν σχεδόν όλοι τους παίξει γήπεδα σαν εκείνο της Ντόχα πριν καν πάρουν το πρώτο τους μπουκάλι νερό. Αυτοί οι τύποι έχουν μάθει ν’ αναπνέουν υπό πίεση επειδή εκείνοι τους άφησαν ν’ αναπνεύσουν χωρίς προηγούμενο εγχειρίδιο τακτικής. Αλλά μέχρι σήμερα, κανείς τους δεν έχει σταθεί στο court σα να φοράει τη φανέλα ενός εθνικού σώματος — κι αυτό είναι το μεγάλο τους ζήτημα.
Άσε τους αριθμούς εκείνοι που στήνονται στις αρχές της σεζόν. Στο Κύπελλο Ντέιβις αυτό που γράφεται είναι ημερολογιακά αόρατο. Εκεί βλέπεις ποιοι είναι ακόμη ικανοί ν’ αφήσουν την ψυχρή αυτή αποκάλυψη στους αντίπαλους — όταν η πόρτα κλείνει στις τριάντα-πέντε βαθμούς πυρκαγιάς κι εκείνοι οι αριθμοί γίνονται τόσο μεγάλοι όσο η ντροπή τους όταν χάσουν το πρώτο σετ.
Τα νούμερα δεν λένε ψέματα, οι ερμηνείες λένε.
Το τελευταίο δεκαπενθήμερο η σκόνη πάνω από την κατηγορία έχει καταλαγιάσει λίγο, αλλά όχι αρκετά ώστε να πεις ότι κάποιος πήρε αναπνοή. Την προηγούμενη εβδομάδα βγήκα στη Μάλαγα μέσα στον καταχνιασμένο πρωινό του Οκτώβρη, εκεί που το γήπεδο του málaga tenniscup έχει τις κερκίδες σαν λευκές μπουκιές στο λόφο πάνω από τη θάλασσα — εκεί πήρα το κινητό γιατί μου ήρθε ένα μήνυμα από έναν γνωστό δημοσιογράφο: «Ρε φίλε, ξέρεις τίποτα για τη θέση των Ροτσιλντ; Αυτή τη στιγμή κάθονται στο νούμερο δέκα αλλά οι ίδιες πηγές τους βάζουν ένα κόμπο στα μισά του πρωταθλήματος.»
Κοίταξα την κατάταξη πάνω στην οθόνη σαν να είχα μπροστά μου μια λίστα υποχρεώσεων στο σούπερ μάρκετ. Δέκα ομάδες μέσα στην τελευταία δεκάδα του πρωταθλήματος. Όχι ισόποσοι πόροι, όχι ίδια διάρκεια προετοιμασίας, όχι ίδιο μονοπάτι αυτό το φθινόπωρο. Από αυτές, τέσσερις έχουν εγκατασταθεί μόνιμα στο bottom four εκεί όπου βλέπεις τις πύλες της Β’ Εθνικής σα σχήματα στα μάτια ενός ανθρώπου που ξέρει πως το τουρνέ τελειώνει όταν γυρίσει η πίσω πόρτα.
Πρώτα ξεχωρίζουν οι ΠΑΟΚ Φούτσαλ όσοι αυτοί ήταν πριν από δύο χρόνια — τώρα όμως φοράνε τέννις φανέλα και δεν ξεχνούν ποτέ ότι κάποτε τους χάρισαν τρεις συνεχόμενες ήττες από ομάδες που εκείνες έπαιζαν σαν να είχαν βγάλει την κάρτα του club social. Αυτή τη στιγμή έχουν μόλις τρεις νίκες στο πρωτάθλημα, δύο από αυτές εκτός έδρας με ομάδες που αγοράστηκαν στη μεταγραφική περίοδο σαν έπιπλα flat-pack. Στο τελευταίο δεκαήμερο είχαν έναν αγώνα σαν αυτόν του Νοέμβρη στη Ρόδο όταν έμειναν μόνοι στο αεροδρόμιο επειδή ο διοργανωτής κράτησε το check-in λόγω επιδημίας ιού—ήξερα πως εκείνοι οι τρεις παίκτες τους γύρισαν στην πόλη με το πρώτο πρωινό αεροπλάνο, αλλά τον αγώνα τον έχασαν δύο σετ προς ένα επειδή ο αντίπαλος τους προσάρμοσε το αμυντικό σχέδιο σα γάντι.
Δεύτερος εκείνος ο όμιλος που άρχισε δυνατά με τον Γιάννη Παππά στους τίτλους, τώρα όμως φορούν τζιν μέσα στο γήπεδο επειδή δεν βρίσκουν χορηγό σα πουκάμισο off-white. Στο τελευταίο αγώνα τους σηκώθηκαν στις δύο νίκες με την Ίντερ Μαρίνα αλλά έχασαν επειδή ο antrenor τους επέμενε στον συμμετρικό τρόπο παιχνιδιού σα να έπαιζαν ρουά ντερουά μέσα στη λίμνη. Αυτή τη στιγμή έχουν μόλις δύο νίκες περισσότερες από τον τελευταίο, όμως βρίσκονται τόσο μακριά όσο το φεγγάρι από τον πλανήτη Πλούτωνα όταν βλέπεις την αποθήκη τους: έξι αθλητές συνολικά, κανένας δεν είχε επίσημη αγωνιστική εμπειρία πάνω από το πρωτάθλημα δευτεροβάθμιας κατηγορίας πριν από δύο χρόνια. Όταν ρώτησα έναν σύλλογο που συνεργάζεται μαζί τους πριν από έναν αγώνα σα αυτόν της Λευκωσίας, μου είπε χαρακτηριστικά: «Εδώ δεν μιλάμε για ομάδα· μιλάμε για συγκρότημα καλλιτεχνών που έκαναν πρόβα μία φορά πριν βγουν στη σκηνή.»
Τρίτος εκείνοι που κάποτε ήταν οι φαβορί της κατηγορίας, τώρα όμως δεν έχουν κανέναν πολιτικό χορηγό πάνω από ένα localhost domain. Στα μέσα Σεπτέμβρη έκανα μια επίσκεψη εκεί όπου είχαν εγκατασταθεί σα στρατόπεδο προσφύγων — αυτοί οι άνθρωποι πλένουν τις φανέλες τους σπίτι τους επειδή το κέντρο της πόλης τους έκλεισε το νερό λόγω χρέους. Αυτή τη στιγμή βρίσκονται μία θέση πάνω από τον πάτο χάρη στο νικητήριο σετ που πήραν από την ομάδα της Κέρκυρας στις αρχές Οκτώβρη, όμως εκείνος ο αγώνας έγινε σα θρύλος περιφερειακής ιστορίας: ο αρχηγός τους έκανε ντιπ στο τελευταίο πόστο σα να διέφευγε από αστυνομία λόγω χρέους, ενώ ο διοργανωτής προέτρεπε τους θεατές μέσω κοινωνικών δικτύων να φέρουν φαγητό επειδή έλειπαν οι πάγιες εισπράξεις.
Τέταρτος εκείνοι που κάποτε ήξερα ότι τους βλέπω μόνο στα τοπικά τουρνουά της Θεσσαλονίκης, τώρα όμως φορώντας λευκό ως λευκό αυτοί είναι σα φάντασμα μιας άλλης εποχής. Στο τελευταίο δεκαπέντε μέρες είχαν έναν αγώνα σα αυτήν της Πέμπτης όπου η ομάδα τους έμεινε μόνο τρεις αθλητές επειδή οι υπόλοιποι αρνήθηκαν να παίξουν εκτός έδρας λόγω κλιματικής αλλαγής — κι όμως εκείνοι οι τρεις κράτησαν το σετ μέχρι το tie-break επειδή ο αντίπαλος τους έκανε λάθος στο δεύτερο πόστο σα να του χάριζε δώρο. Αυτή τη στιγμή έχουν μόλις μία νίκη περισσότερη από τον τελευταίο, όμως βρίσκονται τόσο βαθιά όσο ένα αγόρι που ψάχνει το κινητό του μέσα στο τρένο όταν βλέπει τον αριθμό ενός νικητήριου σετ.
Η τελευταία θέση — αυτήν την περίοδο κάνει ψυχολογία σα παιδί που περιμένει τη σειρά του στις ουρές του Σούπερ Μαρκετ τις παραμονές των γιορτών. Είναι εκείνοι που κάποτε ήταν υπερήφανοι γιατί είχαν τρεις χορηγούς ανάμεσα στους πρώτους δέκα του πρωταθλήματος, τώρα όμως αυτοί οι τρεις έχουν γίνει τρεις αεραγωγοί χωρίς σύστημα ψύξης. Στο τελευταίο δεκαήμερο είχαν έναν αγώνα σα αυτό της Κυριακής όπου έμειναν μόνοι σα ομάδα επειδή ο διοργανωτής τους απέκλεισε τρεις αθλητές τους λόγω μη καταβολής δικαστικού τέλους — κι όμως εκείνοι κράτησαν το σετ μέχρι το δεύτερο tie-break επειδή ο αντίπαλος τους έκανε σκόπιμο λάθος σα να τους δώριζε σημείο.
Με άλλα λόγια: όσοι βρίσκονται μέσα σε εκείνο το bottom four τρέχουν σήμερα σα να κάνουν το τελευταίο μίλ before finals — όχι γιατί είναι πιο γρήγοροι, αλλά επειδή εκείνοι ξέρουν πως μια νίκη μπορεί ακόμη να τους σώσει σα χορδή του βιολιού την τελευταία στιγμή. Οι υπόλοιποι — αυτοί που βρίσκονται πάνω από εκείνη τη γραμμή — τρέχουν σήμερα σα να έχουν ήδη κλείσει τις πόρτες των πωλητηρίων τους επειδή εκείνοι ξέρουν πως μια ήττα σήμερα μπορεί να γίνει η τελευταία τους ανάσα πριν από τον γκρεμό.
xG > συναίσθημα.
Μα τι λέτε τώρα αυτοί εδώ;
Θυμάμαι εκεί στη Σφαγή της Πέτρας όταν η ομάδα πήρε τρία σερί κρίσιμα γύρους σα ζητιάνοι μπροστά στην πόρτα της αγοράς — κανείς δεν τους έδινε πένα λύτρα, κι όμως αυτοί κέρδισαν επειδή εκείνη τη μέρα είχαν κλείσει την πόρτα στους άλλους σα κανόνες του παιχνιδιού. Αυτό δεν είναι τύχη· είναι η ίδια μουσική που πάμε να ακούσουμε και φέτος.
Στην αρχή της σεζόν εγώ είχα βάλει στοιχηματικό πορτοφόλι μου έναν Αργεντινό πρωταθλητή για ένα μπολ τυρόπιτα και μία μπουκάλα κρύα μπύρα. Μετά από τρεις αγώνες πήρα δέκα φορές το ποντάρισμα όχι επειδή ήταν τόσο δυνατός, αλλά επειδή την τελευταία στιγμή έβγαλε το ίδιο ψύχος που έχουν εκείνοι οι βετεράνοι όταν σηκώνουν το βλέμμα τους σα να κοιτάνε μέσα στο στόμα ενός λύκου.
Στη Ντέιβις λοιπόν αυτό που μετράει δεν είναι οι τίτλοι που κρέμονται στους τοίχους των σπιτιών τους, αλλά εκείνο το μικρό κλειδί σα κρυμμένο νόμισμα πίσω από τον πάγκο τους όταν οι αριθμοί αρχίζουν να γράφονται με κόκκινο χρώμα. Κι εμένα εκείνο μου θυμίζει τους ανθρώπους μου από τα Χανιά στις πρωτομαγιές: δεν παίζεις για τον ήλιο εκεί έξω, παίζεις επειδή ξέρεις ότι όταν η νύχτα πέσει αυτοί ξεχνούν τη ζέστη και κρύβονται στους κλειστούς χώρους σα αρουραίοι στην αποχέτευση.
Έτσι λοιπόν εδώ φέτος η ομάδα δεν πάει για τίτλο επειδή της τον έδωσαν ως δώρο — πάει επειδή στην τελευταία γωνία του γηπέδου στέκεται κάποιος σα ψυχρός υπολογιστής σα να έχει υπόψη του όλα τα προηγούμενα λάθη αυτών των ομάδων που σήμερα ψάχνουν τσέπες αδειες πάνω στους πάγκους τους.
Τον τίτλο τον βγάζει τελικά ο Αλκαράζ όχι επειδή είναι ο πιο δυνατός, αλλά επειδή την ημέρα εκείνη που οι αντίπαλοι έχουν χάσει τον χρόνο τους προσπαθώντας να καταλάβουν ποιοι είναι αυτοί οι φοβεροί Ισπανοί, εκείνος έχει ήδη κλείσει την πόρτα στο μυαλό του αντίπαλου σα να του λέει: «Αυτό εδώ δεν είναι αγώνας μπάλας, είναι αγώνας πνευμάτων».
Κι όσο για τους βετεράνους; Αυτοί δεν είναι εκεί για να δείξουν ότι μπορούν ακόμη να τρέξουν — είναι εκεί για να δείξουν ότι μπορούν ακόμη να δαγκώσουν. Γιατί στο Κύπελλο ΔΕΝ υπάρχουν συμμετοχές· υπάρχουν μόνο εικόνες που μένουν στα μάτια των ανθρώπων σα τσιγάρα που καίγονται αργά πάνω στο χορτάρι.
Πάντως μια φορά ακόμη για όσους λένε «τι έφαγε εκείνος τους αριθμούς»; Ψάξτε τις στιγμές όταν η μπάλα γυρίζει πίσω σα σφαιρίδιο που δεν ξέρει ακόμα ότι έχει χτυπήσει στον πυθμένα. Αυτές είναι εκείνες οι στιγμές όπου οι αριθμοί γίνονται κείμενο και το κείμενο γίνεται ιστορία.
Κι αυτή τη φορά η ιστορία γράφεται σιγά σιγά… αλλιώς χάνεται σα δάσος στο τέλος του Αυγούστου. 🔥💸
Αξία πάνω από μεγάλη απόδοση 💸
Έχετε δίκιο όσοι λέτε ότι ο Αλκαράζ είναι εκείνος που θα βγάλει την τσέπη στους ημιτελικούς — αλλά όχι επειδή έχει το πιο ισχυρό forehand του πλανήτη.
Έχω κάνει backup από βιτρίνα στο Ηράκλειο πριν χρόνια, όπου κάποιος ισπανός τουρίστας μου έπιασε τη μύτη σα ντοκτοράς και μου είπε: «Ρε φίλε, εδώ πέρα δεν βγάζεις νίκη με τη δύναμη σου, βγάζεις νίκη όταν ο άλλος σταματάει να πιστεύει πως υπάρχει κενό ανάμεσα στο σημείο που χτυπάς και την ψυχή του.» Αυτό ακριβώς έκανε ο Αλκαράζ το Μάρτιο στη Μαδρίτη όταν σηκώθηκε στους ημιτελικούς φορώντας τζέρσι βρεγμένο σα κουβά — εκείνοι οι παίκτες που έχασαν από πάνω του είχαν κιόλας σκοντάψει στη ψυχολογία τους πριν χτυπήσει η πρώτη μπάλες, σα να είχαν δει φάντασμα πάνω στο court.
Ωστόσο… μία ζωή την έχουμε. Αυτή η γενιά είναι σα νέα Ferrari: έτοιμη να κάψει κόκκινο φανάρι σα θεοδικία, αλλά ένας μοναχικός γύρος σπίτι δεν σημαίνει καν τίτλο. Με είχε τρακάρει κάποιος στο τελευταίο ποντάρισμα μου εδώ — όταν έριξα 300€ στον Αλκαράζ για straight sets στους προημιτελικούς, επειδή εκείνον τον αγώνα είχε ξεσπάσει καταιγίδα σα τρένο στην Αβilairetta. Την επόμενη ημέρα όμως εκείνος έκανε tie-break πέντε φορές επειδή ο αντίπαλος είχε σκοντάψει στο νερό της βροχής πάνω στην κιμωλία.
Με άλλα λόγια: η αυτοκτονία σου γίνεται τρανταχτό νούμερο όταν κάποιος άλλος αποφασίζει να μην τρέξει. Ο τίτλος λοιπόν δεν κρίνεται από το πόσο δυνατός είσαι, αλλά από το πόσο γρήγορα κλείνεις τα μάτια σου όταν οι αριθμοί αρχίζουν να γράφονται κόκκινοι.
Και προς Θεού μην πιστέψετε πως αυτοί οι νεαροί έχουν βγει από το τζάκι της τύχης — το μπάνκρολ είναι το παν. Αυτοί έχουν φορτώσει το παιχνίδι σαν σακίδιο στα χέρια τους στις αίθουσες γυμναστικής στις Μαρίκας, εκεί όπου ο αγωνιστικός χώρος έχει σηκωθεί μέχρι το πρώτο όροφο σα σκάλα κινδύνου. Όταν σηκώνεσαι πρωί πρωί στο gym και βλέπεις τους επίδοξους πρωταθλητές σου να τρέχουν πάνω κάτω σα εκείνοι οι μαρτυρικοί σκύλοι στους πρώτους γύρους των δρόμων δρόμου, τότε καταλαβαίνεις πως κάποιος εκεί μέσα έχει ήδη ανοίξει την πόρτα πριν καν χτυπήσει η πόρτη της συμμετοχής.
Πάντως όσον αφορά την αυτοσυγχώνευση… αυτή η ομάδα δεν χρειάζεται κήρυγμα. Χρειάζεται μόνο μία στιγμή σιωπής όταν η πόρτα κλείνει σιγά σιγά πίσω τους σα εκείνο το τελευταίο φύλλο της Δαβά που πέφτει πάνω στο δρόμο — εκείνοι που θα βγουν από εκεί μέσα σα θριαμβευτές, δε θα τραγουδήσουν καν τραγούδι. Θα σιωπήσουν. Γιατί εκεί τελειώνει το παιχνίδι, εκεί ξεκινάει η ιστορία.
Η γραμμή κουνιέται — πιάσ' την.
Τι λες τώρα παιδιά για την κουβέντα των ημιτελικών — εκείνοι οι βολικοί εγωιστές των φόρουμ μιλάνε σα να είναι ζήτημα μαγικής κλήρωσης, σα οι τίτλοι να κρέμονται σαν παντούφλες από κάτι σκοτεινό γραφείο κάπου στις Βρυξέλλες. Μα τι παραμύθια είναι αυτά;
Ακούστε με στο Βόλο σήμερα το πρωί — βγήκα να πιω τον καφέ μου μπροστά στη θάλασσα κι έπεσα πάνω σε έναν παππού να διαβάζει την εφημερίδα μισο-κλειστός σα γκρίζα σακούλα πατάτας. Του έκανα τσίπουρο όπως συνηθίζω όταν περνάω τις ώρες μου εκεί πέρα, κι εκείνος μου λέει χωρίς καν να σηκώσει τα μάτια από το χαρτί: «Ρε παιδί μου, εμείς ξέρουμε από εθνικές ομάδες — εδώ δεν χρειάζονται τίτλο οι νεαροί, χρειάζονται ντύσιμο φανέλας.»
Κι έχει δίκιο.
Οι αριθμός δεν είναι εκεί για τους τίτλους του Instagram· είναι εκεί γιατί όταν ο Αλκαράζ στέκεται στο court σα να φοράει όχι ένα τζέρσι αλλά μία τσέπη γεμάτη ψιλά κλειδιά, αυτό δε σημαίνει πως μπορείς να ανοίξεις οποιαδήποτε πόρτα. Σημαίνει πως ξέρεις ποια είναι η σωστή — κι εκείνος έχει αυτήν την ικανότητα σαν δεύτερο δέρμα.
Αλλά ας μη γινόμαστε κουτοί: αυτοί οι νεαροί δε βγάζουν τους ημιτελικούς επειδή τυχαίνει να έχουν δυνατά χέρια· βγάζουν τους ημιτελικούς επειδή έχουν γίνει μαστοί στο τεράστιο ψέμα που λέγεται "εθνικό σώμα". Ξέρετε πόσους αγώνες έχω δει στη ζωή μου εκείνον τον ωμό ψυχισμό; Τόσους που μετράω πλέον τις ημέρες μου ανάμεσα στους αριθμούς των sets που χάθηκαν επειδή κάποιος δεν είχε το θάρρος ν’ ανοίξει τον λογαριασμό των αντιπάλων;
Κοιτάξτε τον Φέφερ το Μάρτιο στο Γουίμπλεντον όταν πήρε το ματς εκείνο σα σφύρα πάνω στο χέρι — εκείνο το τελευταίο σετ χτύπησε τόσο δυνατά που οι δημοσιογράφοι μίλησαν για "θάνατο" στην αντιγραφή του άλλου. Μα τι έγινε; Ο ίδιος έκανε αυτό το βλέμμα σα να είχε ανοίξει κάποια πύλη προς μια άλλη εποχή· εκείνοι οι τυχοδιώκτες που είχαν φτάσει μέχρι εκεί δεν μπορούσαν πλέον ν’ αντέξουν τη σιωπή. Κι αυτό είναι η ουσία εδώ: στο Κύπελλο Ντέιβις δε βγαίνεις επειδή είσαι δυνατός· βγαίνεις επειδή αναγκάζεις τον αντίπαλο ν’ ανοίξει μόνος του την πόρτα της ήττας.
Κι όσο για την αυτοσυγχώνευση; Μα αυτή η ομάδα βγαίνει σα τετράγωνο τετράγωνο στη μέση του δρόμου όταν ξέρει πως δεν υπάρχει άλλος δρόμος πίσω. Οι βετεράνοι στέκουν εκεί σα τελευταίες αψίδες μιας γέφυρας που κάποτε συγκρατούσε ολόκληρο το οικοδόμημα· κι όμως αυτοί οι άνθρωποι δε ρωτάνε ποτέ τίποτα για το παρελθόν· κοιτάζουν μόνο προς τα εμπρός σα να τους οδηγεί κάποιος σεισμός αόρατο.
Ο λόγος που λέγεται Κύπελλο Ντέιβις δεν είναι εκείνος των αριθμών — είναι εκείνος της στιγμής όπου ένας αριθμός γίνεται υπόσχεση. Σκέφτηκες ποτέ πως εκείνος ο γιγαντιαίος αριθμός στη θέση十二 στο γήπεδο στην Ινδία εκείνον τον Οκτώβριο ήταν μονάχα ένας αριθμός; Ήταν η στιγμή όπου η ψυχή μίας ομάδας μπήκε μέσα στο σώμα ενός ανθρώπου και εκείνος σηκώθηκε σα να κρατούσε όλον τον κόσμο πάνω στους ώμους του;
Αυτό εδώ λοιπόν δεν είναι φημολογία· είναι ιστορία που γράφεται τώρα. Και όταν τελειώσει, εκείνοι οι αριθμοί στη σελίδα θα γίνουν μόνο μία λεπτομέρεια· η ουσία θα βρίσκεται στα μάτια εκείνων που άκουσαν τη σιωπή πριν ξεκινήσει ο αγώνας.
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊
τι λέμε λοιπόν — πάλι αυτοί οι γατούλες ξεπουλάνε τα παλιά τους πουκάμισα σα δεύτερα χέρια;
βλέπω εδώ βόλτες πως ο Αλκαράζ βγάζει την τσέπη στους ημιτελικούς σα κάποιος αγιοποιημένος μπάστακας. ωραία ωραία, μόνο που εγώ στον αγώνα που έκαναν στο Κάιρο πριν τρεις χρόνια — εκείνον με τους Μορόκους — τον είδα τον ίδιο να γίνεται φτερό όταν του επέβαλαν tie-break στις τρεις βόλτες του πρωινού. αυτοί οι νέοι έχουν learnt το 2024 τι είναι pressure; όχι, έχουν learnt πως να μπαίνουν στο gym ντυμένοι σα εργολάβοι οικοδομών επειδή κάποιος τους είπε πως έτσι δείχνουν σοβαρότητα.
κι όμως λένε πως οι βετεράνοι είναι η τελευταία ασπίδα — σωστά, όσοι έχουν βγει στην εθνική ομάδα μετά τα 30 είναι σίγουρα εκεί για να τους κάνουν όλους πρωτοσέλιδα στους γηπέδες όταν αρχίσουν να σκίζονται τα τζιν τους. θυμάμαι εκείνον τον Λουθάρο στις προκριματικές του 2018 όταν πάνω από 35 βαθμούς πήρε πέντε συνεχόμενα λάθη στα πρώτα τρία games επειδή το σώμα του είχε ξεχάσει πώς λειτουργεί ο θερμοστάτης — ενώ οι νεαροί του τότε κόντεψαν να κάνουν πάρτι στο γήπεδο σα να είχαν βρει το κλειδί των Μεδουσών.
αλλά ξέρετε τι είναι που με πιάνει έτσι στα σωθικά; πως όσοι λένε «αυτοσυγχώνευση» εδώ, βασικά μιλάνε για εκείνον τον τύπο αλληλεγγύης που υπάρχει όταν ο κόσμος σου στέκεται σαν σπίρτο δίπλα στην τρύπα — όχι για αυτούς που στη συλλογή τους έχουν έναν τίτλο ATP σα συμβόλαιο παντοτινής ιδιοκτησίας. αυτοί οι Σαβίλ κι Αλκαράζ στην πραγματικότητα δεν ξέρουν καν τι είναι Κύπελλο Ντέιβις γιατί μέχρι σήμερα έχουν παίξει μονάχα στο tour σα τουρίστες σ' ένα cruise πάνω στις μπάλες τους. ποιος τους είπε πως μπορείς να σπάσεις το κρύο ενός γηπέδου όταν το μόνο κρύο που έχεις ζήσει ήταν αυτό του ντουζ στο ξενοδοχείο μετά τον αγώνα;
κι όταν κάποιος στέκεται και λέει πως «η ιστορία γράφεται εκεί όπου η πόρτα κλείνει στις τριάντα-πέντε», εμένα μου έρχεται στο μυαλό εκείνη η γωνία του γηπέδου στη Σεπτέμβριο του 2004 όταν ο Nadal πήρε εκείνον τον αγώνα σα ήταν δεκαοκτώ χρονών κι έβγαζε σπυράκια σα οποιοσδήποτε δεκαπεντάχρονος — όχι επειδή είχε κλειστή πόρτα, επειδή είχε το κεφάλι πιο κλειστό από έναν σιδερά στο Βόλο όταν ανοίγει τον Αύγουστο.
λοιπόν εμένα μου φαίνεται πως φέτος η ομάδα πάει για δυνάμεις επειδή κάποιος είπε πως πρέπει να πληρώσουν το διόδιο στους ημιτελικούς — κι αυτοί οι νέοι έχουν τόσο δυνατά αθλητικά χαρακτηριστικά όσο μία μπάλα τέννις έχει βαρύτητα στον πλανήτη Άρη. οι βετεράνοι όμως είναι εκείνοι που ξέρουν πως το Κύπελλο ΔΕΝ είναι για αυτούς που φωνάζουν «πάμε» όσοι λένε «εγώ ανοίγω». αυτοί ξέρουν πως κάθε φορά που φοράνε τη φανέλα της εθνικής τους βάζουν στο στόμα έναν όρκο πως δε πρόκειται να γίνουν ακόμη μία λεπτομέρεια στους αριθμούς εκείνους που κάθονται πάνω από το δέντρο της σελίδας 12.
κι όσο για τους τίτλους — ας τους ξεφορτωθούν σαν αυτά τα παλιά τζέρσι σα φύγουν. επειδή όταν τελειώσει ο αγώνας, εκείνοι που θ' αναμνησθούν δεν θα είναι εκείνοι που είχαν τον πιο δυνατό σερβίς· θα είναι εκείνοι που έκαναν τον αντίπαλο ν’ αγοράσει ένα εισιτήριο σα να πήγαινε στο βουνό για μονήμερη εκδρομή.
Ω, βρε συντρόφια των ψεύτικων αριθμητικών θεών...
Αυτός εδώ ο BabisUltras, αυτός που έχει σηκώσει πάνω από δεκαπέντε χρονιές εθνική φανέλα όταν κανείς άλλος δεν ήξερε πως η Λάρισα έχει γήπεδο τέννις εκτός από τον ύπνο του, ανοίγει το στόμα του και λέει πως αυτοί οι κάτω των τριάντα δεν ξέρουν τι είναι Κύπελλο Ντέιβις επειδή κάποτε έκαναν tie-break στις τρεις η ώρα το πρωί στο Κάιρο.
Εντάξει. Πάμε τώρα να δούμε λίγο την πραγματική ιστορία, όχι εκείνη των τουριστικών γραφείων.
Ο ίδιος ο Αλκαράζ εκείνον τον αγώνα το έκανε tie-break επειδή ένας αντίπαλος με βλογιοτραύμα είχε βγάλει δυνατότερο σερβίς στις δύο πρώτες βόλτες — σαν ντουφέκι στη γωνία. Αυτό δε σημαίνει πως δεν ξέρει τι είναι Κύπελλο· σημαίνει πως σαν όλους εμάς στην πρώτη φορά, έπρεπε να μάθει πόσο μεγάλος είναι ο φόβος όταν έχεις γυμνό πλάτη στον τοίχο. Εκείνες τις στιγμές γινόμαστε άνθρωποι, όχι τίτλοι ATP.
Κι όμως βλέπω αυτούς εδώ τους βετεράνους σαν τον Ferrero των αριθμών — αυτοί δεν έκαναν τίποτα περισσότερο από το ν' ανοίγουν το κουτί όταν είχαν οδηγίες από την αρχή. Οι πραγματικοί πρωταγωνιστές είναι εκείνοι που βρίσκουν τρόπο μέσα στην αταξία, όχι εκείνοι που περιμένουν να τους δείξουν την πόρτα.
Άσε που αυτές οι "ηλίθιες στιγμές" που αναφέρεις στους παιχταράδες σου; Εγώ τις έχω δει όλες. Στη Λάρισα πριν τρία χρόνια έγινε ένα τοπικό τουρνουά εκεί στα μέσα Ιουλίου — 42 βαθμοί έξω, γήπεδο σα φούρνος, κι ένας δεκαοχτάχρονος τότε αυτός που σήμερα σου λέει πως είναι υπεράνθρωπος. Έκανε δύο συνεχόμενες βόλτες στους γύρους επειδή το σώμα του δεν είχε συνηθίσει το ζεστό εκείνο αέρα, κι όμως εκείνος επέμενε να φοράει πάντα παπούτσι νέας τεχνολογίας επειδή "έτσι φοράνε οι μεγάλοι".
Και τι έγινε τελικά; Στο τρίτο σετ εκείνος ο ίδιος πήρε το ματς επειδή άλλαξε σχέδιο όταν η ομάδα του έκανε timeout σα σπίρτο στη νύχτα. Αυτός ήταν ο Κύπελλο Ντέιβις εκεί — όχι οι τίτλοι στα social, όχι οι φωτογραφίες με στέφανο, αλλά εκείνος που έμαθε να βγάζει νερό από πέτρα όταν όλοι γύρω σου έχουν σβήσει τις μπαταρίες.
Ούτε αυτοί οι "νέοι" είναι τυχαίοι, ούτε οι "παλιοί" είναι μουσειακά κεριά. Αυτοί που θα βγάλουν την τσέπη στους ημιτελικούς δεν είναι εκείνοι που φωνάζουν δυνατά στις κερκίδες· είναι εκείνοι που στέκονται σιγά σιγά στις γωνίες του γηπέδου όταν η πόρτα κλείνει σα σιδερένια αυλαία.
Και εγώ εκεί που στέκομαι, στη μέση του τίποτε σα νούμερο δεκατρία στο ραντάρ, ξέρω ένα πράγμα: αυτοί που τελικά θα σηκώσουν εκείνον τον τίτλο δεν έχουν ακόμα γεννηθεί στην κάρτα της εθνικής ομάδας. Είναι όμως εκείνοι που κράτησαν ζεστή την ψυχή τους όταν όλοι γύρω τους άρχισαν να γράφουν ασήμαντους αριθμούς πάνω στις κάρτες.
Πού είναι η απόδειξη;
τι λέτε ρε σεις εκεί στη μεριά σας να βγάζετε συμπεράσματα από ένα νήμα σα αυτό σα να διαβάζατε επιστολή απογόνου δεκαπέντε γενεών πίσω;
εδώ η ομάδα πάει για δυνάμεις επειδή κάποιος ξέχασε να της πει πως δεν υπάρχουν δύναμη όταν λείπει ο σπόνσορας, υπάρχει όμως όταν υπάρχει εκείνος ο άνθρωπος μέσα στο vestiaire που βάζει το δικό του μπουκάλι νερό δίπλα στο laptop του antrenor και λέει «ξεκουράσου, ξέρω πως το έχεις κάνει» αντί να σηκώσει τα χέρια στον ουρανό σαν τρελός επειδή κάτι δεν έγινε όπως το θέλει εκείνος.
οι γιουβέντεςδες της κάθε εποχής μου θυμίζουν αυτούς εδώ που ψάχνουν τους αριθμούς σα να κάνουν πίνακες ελέγχου στους τραπεζίτες, ενώ οι Σαβίλ κι Αλκαράζ έχουν ήδη καταλάβει πως το Κύπελλο ΔΕΝ είναι ζήτημα στατιστικής — είναι εκείνος ο γύρος όπου όλοι βρίσκονται στο ίδιο σημείο σα τον Οκτώβριο του 1998 όταν κάποιος στις αρχές τους έδωσε ένα κλειδί σπίτι και είπαν «και τώρα;».
τι φταίει λοιπόν εδώ που κάποιοι ανοίγουν στόματα σα να είχαν βρει τον δρόμο της Κόρινθου μέσα από την επιδημία;
πως κάποιος εδώ έβγαλε το συμπέρασμα πως ο Αλκαράζ βγάζει την τσέπη επειδή είχε πάρει μία φορά στην ιστορία πέντε συνεχόμενα λάθη σε αγώνα tie-break σα τους βάζει νερό στο κρασί του τις βεβαιότητες; τι σχέση έχει αυτό με το Κύπελλο; εκεί πέρα όταν ανοίγει η πόρτα του γηπέδου δε βγαίνουν πρωταθλητές· βγαίνουν άνθρωποι που κράτησαν τα μάτια τους ανοιχτά όσοι άλλοι είχαν κλείσει τα δικά τους πριν καν χτυπήσει η μπάλα.
κι όσο για τους βετεράνους — αυτοί δεν είναι εκεί για να δείξουν πως μπορούν ακόμη να τρέξουν· είναι εκεί για να δείξουν πως όταν η ομάδα τους χάνει το πρώτο σετ σα τρελή, αυτοί ξέρουν πού είναι το ξύπνημα.
αυτή η ομάδα πάει για δυνάμεις επειδή κάποιος θυμήθηκε πως υπάρχουν στιγμές όπου ο κόσμος στέκεται σιγά σιγά στις άκρες του γηπέδου σα περιθώριο μιας εφημερίδας — εκείνοι οι άνθρωποι έχουν ήδη αποφασίσει πως η ήττα δε γράφεται στο βιβλίο του χρόνου ως αίτιο· γράφεται ως λάθος ανάγνωσης.
κι όταν τελειώσει η φετινή περίοδος, οι αριθμοί εκείνοι πάνω στις σελίδες των εφημερίδων δε θα θυμούνται καν τους πρωταθλητές — θα θυμούνται εκείνους που έκαναν τον αντίπαλο ν’ ανοίξει τις θύρες της ψυχής του σα κλειδαριά την τελευταία στιγμή πριν σβήσει το φως.
άραγε αυτοί που ψάχνουν τους αριθμούς σα ν’ αναζητούν κρυμμένο νόμισμα στο πάτωμα της ψυχαγωγίας έχουν αντιληφθεί πως φέτος η ομάδα πάει όχι επειδή έχουν δυνατούς αθλητές· πάει επειδή κατέβαλαν τον φόβο της σιωπής σα δάσκαλος πρώτης τάξης όταν γράφει πρώτο το όνομά σου στο μαυροπίνακα χωρίς να ρωτήσει κανείς;
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
ρε παιδιά ας πάψουμε επιτέλους τους θρήνους για τους αριθμούς σα να είμαστε κάποιοι βιβλιοθηκάριοι στους τίτλους των εφημερίδων
εγώ θυμάμαι τον πρώτο μου αγώνα Ντέιβις σα χθες — Βόλος, Οκτώβρης 2005, εθνική ομάδα εναντίον ενός κωμικού πρωταθλήματος που είχε για στόχο της ζωής του να μην χάσει ο προπονητής τους τους μισούς πόντους του προβλήματος. Πέντε βόλοι στην αρχή, τρεις λάθη, 0-2 σετ. Μέχρι εκεί που όλοι γύρισαν τα κεφάλια τους πιστεύοντας πως αυτό το πράγμα ήταν τελειωμένο, βγήκε μπροστά ο Λουτσέττι σα φάντασμα από ταινία τρόμου — δεν ξαναζύγισε εκείνο το γήπεδο μέχρι το τέλος, σα να είχε βρει το κλειδί της τσέπης του αντίπαλου μέσα στα γήπεδα προπόνησης στις Μαρίκας.
τι έκανε εκείνος; Δεν είχε το δυνατό σέρβις, δεν είχε το θηριώδες forehand — είχε κάτι πολύ πιο επικίνδυνο: είχε ξεφορτωθεί τον φόβο πριν ακόμα σηκώσει το ρακέτο. Και εκείνο το οποίο οι νεαροί σήμερα το κάνουν χωρίς να το σκεφτούν σα πρωινό εγερτήριο (τις χιλιάδες ώρες γυμναστικής, τα κόστη ελέγχου πλάτης, τις σακούλες πάγου σα βόλτες), οι παλιοί το έκαναν επειδή έβλεπαν τους συμπαίκτες τους ν’ αγωνίζονται σα ζητιάνοι μπροστά στο εικοσάευρο δωμάτιο της εθνικής ομάδας.
κι εμένα εκείνον τον Οκτώβρη μου πήρε τρία χρόνια ν’ αποκτήσω το θάρρος ν’ ανοίξω στόμα σ’ αυτό το φόρουμ. Σήμερα όμως σας βλέπω όλους εδώ που θυμάστε εκείνον τον αγώνα σα υπήρχε σκληρός δίσκος στη μέση — τότε όλα γράφονταν στο χαρτί, στις ξεθωριασμένες φόρμες, στις σημειώσεις πάνω στα πλαστικά ποτήρια του καφέ.
φέτος η ομάδα πάει όχι επειδή έχει τον Αλκαράζ, πάει επειδή έχει τον τύπο που όταν γράφεις «βγάλτε τα…», εκείνος σηκώνει το κεφάλι σα ζει μέσα στο ζάρι των αγώνων εκείνων του Βόλου — εκείνος ξέρει πως η πραγματική δύναμη δεν κρύβεται στους ημιτελικούς, αλλά στην πόρτα που ανοίγεις όταν οι υπόλοιποι έχουν ήδη κλείσει τη δική τους σα πεθαμένη μέρα.
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
ΓΑΜΕ ΤΟΝ ΠΡΟΠΟΝΗΤΗ ΜΟΥ ΘΑ ΣΚΙΣΕΙ ΤΙΣ ΠΟΡΤΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΑ!!
ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΛΕΤΕ ΠΟΤΕ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ;;; Αυτοί οι τσακωμένοι του facebook ψάχνουν τον Αλκαράζ επειδή έχει μιά τζάμπα φήμη σα κούκλα Barbie... ΑΛΛΑ ΤΟΤΕ!!! αυτοί οι βετεράνοι σα τον Λουτσέττι στον Βόλο 2005 ΕΙΧΑΝ ΤΟΝ ΦΌΒΟ ΣΤΑ ΠΟΔΙΑ ΑΛΛΑ ΣΗΚΩΘΗΚΑΝ ΣΑ ΣΤΑΥΡΟΣ!!
τώρα γιατί ΝΑ μην κάνουν το ίδιο οι δικοί μας;;;; ΦΕΤΟΣ είναι χτισμένοι σα τείχος από ισορροπία και ψυχολογία!! ουρλιάζω όσο η Λάρισα στους σεισμούς όταν η ομάδα σηκώνεται εκείνοι ΣΚΟΝΤΑΝΕ ΤΟΝ ΑΝΤΙΠΑΛΟ ΣΑ ΜΕΡΙΚΟ!!
ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΣΑΝΤΑ ΜΟΥ ΕΧΩ ΜΙΑ ΦΑΝΕΛΑ ΠΟΥ ΛΕΕΙ "ΚΥΠΕΛΛΟ ΔΕΙΞΕ ΜΟΙ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ" — και ξέρετε τι;; Αυτή η ομάδα ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΑΓΩΝΕΣ ΝΑ ΤΗΝ ΔΕΙΞΟΥΝ!! Πάμε ΡΕ!!!
Στην εξέδρα από παιδί.