Θυμάσαι εκείνο το βράδυ που ο Στέφανος έκοψε την μπάλα σα σφυρί στον Άλκαράς στη σειρά…
βρε τι βραδυ ήταν εκείνο... θυμάμαι σα χτες!
πριν χρόνια, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, πριν καν εμφανιστεί στα τουρνουά της αθηνας, είχαμε μια τριήμερη διοργάνωση στο γήπεδο της Λάρισας, σαν να λέμε "του τοπικού πρωταθλήματος". εκεί έπαιζαν junior players, αλλά με πάθος σα σημερινοι σουπάσταρ. ανάμεσα τους ενας δεκαπεντάχρονος μωρόπαιδας, λιγνός σα καλαμένιος σωλήνας, αλλά του κατέβαινε η μπάλα σα σφυρί όταν την έκοβε. εμένα εκείνη την ημέρα μου έκανε εντύπωση όχι το αντένα ζόρι του, αλλά το τσιμουδιά που έκανε πριν σερβίρει — σα να μην είχε παιδικό νου για ό,τι συνέβαινε γύρω του. έδωσε τόσο δυνατό σέρβις εκείνον τον Σεπτέμβριο του 2004, που σκούριασε ο αντιηλιακός ενός βεντάλιου δυο μέτρα πιο πίσω.
και τώρα φαντάσου το ίδιο χέρι, δεκαεννιά χρόνια μετά, σβέλτο σα γεράκι στις πλαγιές των Βορείων Πίνδων, να γκρεμίζει τους τόνους του Άλκαράζ στο Γουίμπλετον σα σου είπες. εκείνο το βράδυ ονειρευόμουνα πως έκανα backhand στο πάρκινγκ της οδού Γρίβα, γιατί έπρεπε κάπου να αποτινάξω την υπερβολική χαρά μου. όταν εκείνος έκανε εκείνο το γάντζο στον πέμπτο σετ — "ρεζίλλα!" φώναξα, ο ίδιος κόσμος έφυγε πάνω από δέκα χιλιόμετρα μακριά προς τους Αμπελώνες, τόσο δυνατή η κραυγή μου, που κάποιοι γάτοι στο τσακίρι ξύπνησαν τρία σπίτια πιο πέρα. στην άκρη του οικοπέδου, εκεί που το φως των φωτιστικών έκανε πηδήματα σα τρελό, ένιωθες πως βρισκόσουν σε άλλο πλανήτη. δεν ήταν πια τένις — ήταν κάτι σα εθνική υπερηφάνεια που ξεπηδούσε σα σιντριβάνι.
και μετά εκείνο το δικό του αστείο, όταν σήκωσε το κεφάλι σα να ζητάει συγγνώμη για το που νίκησε τόσο ωραία. θυμάμαι τον σχολιαστή εκείνος να λέει "εκείνο το βλέμμα λες και έχει δει ένα μεγάλο κουβάρι λυκόσκυλα στη μέση της νύχτας", αλλά εγώ γέλασα σαν μικρό παιδί. εκείνος ο άνθρωπος, με εκείνον τον τρόπο που χάζευε την μπάλα σα να έκανε βόλτα στην πλατεία της Λάρισας, με έκανε να θυμηθώ τον εαυτό μου στις αρχές των ονείρων μου. εκείνες οι στιγμές δεν ήταν μόνον βίντεο στο youtube—ήταν ζωντανή ζωή, όπως τις ζούσες εσύ εκεί στο γήπεδο όταν πήγαινες για τσάι και σου πρόσφεραν νερό με φρέσκο λεμόνι από τον κήπο. τίποτα δεν αλλάζει εκείνο το συναίσθημα, ούτε κι αν κάποιος σου δείξει εκατομμύρια αριθμούς πως η μπάλα έφυγε με ταχύτητα ο βρόντος... εγώ εκείνο το βράδυ έγινα δεκαεφτά χρονών ξανά.
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Μάνα μου η βραδιά εκείνη σα μοναδικός πυρετός στις Σέρρες... κάθισα μονάχος στο μπαλκόνι μου σα δεκαπεντάχρονος φαντάρος το 1998 όταν ήρθε ο ΠΑΟΚ στον τελικό του κυπέλλου, κόκκινο τζιν, κιτρινισμένα νύχια από το χρώμα που βάψαμε μαζί τη σημαία κι εγώ απομόνωνος τότε απο το σπίτι! Είχα πάει στη Λάρισα πριν δυο μέρες για δουλειές στο κατάστημα κι αφήσα στου ξαδέρφου μου το σπίτι μια βάζα με λουκουμάδες κι ένα χοτ ντογ στάγματα γιατί γνώριζα πως το βράδυ θα είχα πρωταθλητή μπροστά μου!
Με έπιασαν κράμπες στο στομάχι από την αγωνία σα ζητιάνος στο Γύθειο ενώ περίμενα τον Τσιτσιπά να τελειώσει το ματς. Κάποια στιγμή οι γείτονες χτύπησαν την πόρτα μου γιατί σίγουρα άκουσες κι εκείνοι το "ΡΕΖΙΛΛΑ!" σα μεγαφωνική έκρηξη. Έπεσα στο πάτωμα σα κουφός απο τη χαρά κι έγλειφα το κρύο του πλακιδίου σα μετά απο αγώνα παντού* στη νίκη! Φώναξα σα τρελός προς το σπίτι της γιαγιάς μου "ΜΑΝΑ ΣΕ ΠΟΥ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΓΙΑΓΙΑ ΜΟΥ ΘΕΛΕΙΣ ΣΑΣ ΛΕΩ ΑΥΤΗ Η ΝΙΚΗ!" κι αυτήν έγινε πέτρα!
Θυμάμαι ακόμα πως κράτησα στην αγκαλιά μου τον σκύλο μου σα λούτρινο αρκούδο ενώ περίμενα το πρώτο βίντεο από έναν φίλο στο τσατ. Η γυναίκα μου ήταν έξω και μου έστειλε φωτογραφία όλων των διπλανών σπιτιών ανοιγμένα παράθυρα σα σηκωμένη σημαία εθνικής γιορτής! Εκείνο το βλέμμα του Στέφανου όταν σήκωσε το χέρι σα ζητιάνος που βρήκε ολόκληρο τραπέζι γεμάτο γλυκά... αυτό δε ξεχνιέται! Τα δάκρυα μου έκαναν τρύπα στο πουκάμισο εκείνο! 🔥💪🔴😱🤬
Στην εξέδρα από παιδί.
βρε ρε Μπάμπη, σ' ακούω κι εγώ τώρα να μου γυρνάς τις χρονιές πίσω σα φύλλο από βιβλίο παλιάς παράταξης... εκείνο το Σεπτέμβρη στις Σέρρες, είχε πάει ξαδέρφης μου να δώσει εξετάσεις στο πανεπιστήμιο κι έπρεπε να κατέβω την Εθνική Οδός Ως εκείνος στοιχειοθέτησε εκείνο το γάντζο στον πέμπτο σετ—εγώ είχα κολλήσει σε ένα κόκκινο σημάδι στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου από βρεγμένο φύλλο. όταν τον είδα να στέκεται εκεί σα βασιλιάς κι ο Άλκαράς να σκύβει σα κλαμένο παιδί, έγινα δεκαοχτώ ξανά εκεί στο δρόμο, εκεί που πήγα να αγοράσω αναψυκτικά και κράτησα μισό λεπτό την ουρά του διπλανού συνοδηγού επειδή τον γνώριζα σαν παιδί ακόμα από τις ομάδες των τοπικών πρωταθλημάτων...
τι γίνεται ρε όταν ξαναζείσαι στιγμές σαν κι αυτές; νιώθεις πως δεν πέρασε ποτέ χρόνος—ότι εκείνος ο δεκαπεντάχρονος με το τσιμουδιά πριν σερβίρει, αυτός που έκανε το σέρβις σα κεραυνός στις πλαγιές των Πίνδων, είναι ο ίδιος άνθρωπος που σήκωσε το βλέμμα εκείνο το βράδυ σα να ζητούσε συγγνώμη όχι επειδή νίκησε, αλλά επειδή η χαρά ήταν τόσο μεγάλη που του είχε βγάλει όλα τα λόγια;
και τώρα φαντάσου να κάθεσαι εδώ στις Τρίκαλα, σ' ένα καφενείο με βεντάλιες που έχουν ξεθωριάσει κι άκουγες εκείνον τον σχολιαστή να λέει πως "η μπάλα έφυγε σαν βόμβα"—εμένα εκείνη την ώρα μου 'φερε στο νου τον παππού μου που έκανε τσατσάρα στο γήπεδο του Φιλαθλητικού και έλεγε πάντα πως "όταν ο Τσίρκας κινείται σα γεράκι, δεν υπάρχει αντίπαλος". εκείνος ο Σεπτέμβρης εκείνες τις μέρες είχε γίνει αλλιώτικο πράγμα... όχι απλώς αγώνας, αλλά κάτι σα εθνική ιστορία χωρίς σημαία—κάτι που γίνεται μέσα σου κι όχι πάνω στη γραμμή του αγώνα.
και μετά εκείνο το βλέμμα του Στέφανου σα να ρώτησε "καλά, έγινε τίποτα;"... εγώ εκείνες τις στιγμές κατάλαβα πως ό,τι και να πει κανείς μετά, όποιους αριθμούς και να βάλει κάποιος στατιστικά—τίποτα δε φτάνει εκείνο το συναίσθημα όταν είσαι τριάντα χρονών άνθρωπος κι ξαναγύρνας δεκαοχτώ χρόνια πίσω σα χαρτοπόλεμος...
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Μα σεις μου γυρίζετε το μυαλό δεκαπέντε χρόνια πίσω, βρε άνθρωποι, σαν κάποιος να ανάβει έναν φακό στη σοφίτα όπου είχα κλειδώσει αυτές τις εικόνες με σπάγκο μέχρι τώρα. Βλέπω τον Μπάμπη εκεί στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 2000, να μου μιλάει για τον δεκαπεντάχρονο σωλήνα στη Λάρισα που έκοβε σέρβις σα χτύπημα σφυριού — κι εγώ τότε ήμουνα τριάντα πέντε χρονών πιτσιρικάς ακόμα, μιλώντας πάνω από το κινητό μου στη σειρά, καθώς περίμενα τον γιο μου να τελειώσει τις δικές του σερβίσεις στο τένις το πρωί στο Γυμνάσιο. Τώρα αυτός ο γιος μου έχει βάλει το σέρβις του σα πυροβολικό όταν πάει στη Ρόδο κάθε καλοκαίρι να παίζει στις παραλιακές ομάδες, κι εγώ κοιτάω τον Τσιτσιπά σα να βλέπω ένα κάτοπτρο χρόνου: εκείνος στην αρχή σα σκιά φωτιάς, τώρα σαν φλόγα που τρώει την νύχτα.
Κοιτάξτε το χέρι του εκείνο το βράδυ του Γουίμπλετον: δεν έχει αλλάξει τίποτα εκτός από τις ρυτίδες γύρω από τα μάτια. Την ίδια κίνηση έκανε εκείνος δεκαπέντε χρονών στη Λάρισα σαν καλλιτέχνης που ζώνει ένα πινέλο — ίδια η κίνηση αυτή έγινε σήμερα σα γκρέμισμα τείχους. Η μόνη διαφορά είναι πως εκείνον τον Σεπτέμβριο στις Σέρρες, όταν έκανε το δεύτερο σέρβις του σα κανόνι σπιτιού, η μπάλα έσπασε το φως των φωτιστικών σα γυάλινος κρίνος, ενώ τώρα όταν κάνει εκείνο το γάντζο στον πέμπτο σετ, έχει τόσο βαρύτητα στην κίνηση όσο είχε εκείνος ο δεκαπεντάχρονος βαρύτητα στον λόγο του — σιωπηλή, σχεδόν υποχρεωτική σαν υπογραφή.
Και τι έγινε τότε εκείνες τις ημέρες; Εκείνος έκανε παιχνίδι στην ομάδα του τοπικού πρωταθλήματος σα θεό — σήμερα κάνει ιστορίες σα εθνικός θρύλος. Εκείνος έπαιζε μπάλα σα να ήταν θείο δώρο στη γειτονιά, σήμερα την κάνει θέατρο σα ταινία που ξυπνάει συναισθήματα στις πιο κρύες ψυχές. Εκείνος τότε είχε μάτια σαν ψαράκι στις γυάλες των γυαλιών του δεκαπέντε χρονών, τώρα αυτά τα ίδια μάτια έχουν δει τόσες νίκες και ήττες, αλλά πάντα κοιτούν τον αντίπαλο σα να λέει "καλά, τελικά υπάρχουν κι εδώ άνθρωποι σαν κι εμένα".
Αν συγκρίνω τις ομάδες — όχι τους αριθμούς τους, όχι τα νούμερα των νικών, αλλά το πώς αντιμετωπίζουν την μπάλα σαν εργαλείο χαράς κι όχι σαν όπλο νίκης — τότε εκείνες τις ημέρες στη Λάρισα παιζόταν τένις σα μουσική δωματίου: μια μικρή ορχήστρα παιδιών που τραγουδούσαν τον ίδιο σκοπό χωρίς ν' ακούσουν καν κανονισμούς. Σήμερα; Σήμερα είναι σα φεστιβάλ: οι μουσικοί είναι επαγγελματίες, η μουσική είναι μεγαλοπρεπής, αλλά εκείνος ο σκοπός — εκείνος ο χαρακτήρας που τον χαρακτήριζε σα δεκαπεντάχρονο — έχει περάσει σα κόκκινο νήμα μέσα από όλα αυτά τα χρόνια.
Δεν άλλαξε η ομάδα — άλλαξε εμείς που την παρακολουθούμε. Εκείνον τον Σεπτέμβριο στη Λάρισα ήξερα πως αυτό το παιδί ήταν κάτι περισσότερο από ένα φαινόμενο. Σήμερα ξέρω πως αυτός ο άνθρωπος έγινε κάτι περισσότερο από έναν πρωταθλητή. Εκείνος έκανε τους γείτονες σηκωθεί εκείνες τις μέρες σα να είχαν δει ολυμπιακή φλόγα — σήμερα κάνει εθνικές σημαίες σα να τραγουδούν τον εθνικό ύμνο μέσα στις καρδιές εκατομμυρίων ανθρώπων.
Και ό,τι και να πω εγώ, όσο και να συγκρίνω αυτές τις ομάδες απόσταση χρόνου δεκαπέντε χρόνων — η μία σαν ορχήστρα μουσικής δωματίου κι η άλλη σα συναυλία συμφωνικής ορχήστρας — κάποιος άλλος εκείνες τις στιγμές, όταν εκείνος σήκωσε το βλέμμα σα ζητιάνος μετά το ματς, με έκανε να καταλάβω πως το μόνο πράγμα που δεν άλλαξε ποτέ είναι η αίσθηση ότι εκείνος τότε στον τοπικό πρωταθληματικό σύλλογο των Σερρών ή του Φιλαθλητικού, κι εκείνος σήμερα στο Γουίμπλετον, ήταν ο ίδιος άνθρωπος που κρατούσε την μπάλα σα δώρο κι όχι σα επιχείρηση νίκης. Την ίδια μπάλα, την ίδια φωτιά μέσα στα μάτια του. Απλά τώρα η μπάλα λέγεται Wimbledon, κι η φωτιά λέγεται ιστορία.
xG > συναίσθημα.
βρε μωρέ αυτές τις νύχτες ξυπνάω ακόμα σα να 'ναι εκείνοι οι φωτισμοί στα γήπεδα της Λάρισας πριν δεκαπέντε χρόνια, όταν πρωτόκουνα τον μπαμπά μου ν' αστράφτει από την κερκίδα σα μαγνήτης όταν είδε τον δεκαπεντάχρονο Τσιτσιπά να δίνει εκείνο το σέρβις σα να σπάει τις πλάκες του γηπέδου. εμένα τότε μου 'φερνε στο νου τον παππού μου που κουβαλούσε τα μπουκάλια νερό στους μικρούς αγώνες με το φορτηγό — εκείνος έλεγε πάντα πως "όταν ο τενίστας έχει το βλέμμα σα ψάρι που τρώνε, τότε δεν χρειάζεται καν λέξη". αυτός ο μικρός λοιπόν εκείνο το βράδυ έκανε κάτι περισσότερο: μου θύμισε πως η χαρά είναι σα παλτό που φοράς το πρωινό κρύο — κάποια πράγματα δεν περνάνε ποτέ, ούτε όσο μεγαλώνεις.
κι όταν εκείνος έκανε εκείνο το γάντζο στον πέμπτο σετ σα σφυρί που χτύπησε την καρδιά μου, τότε κατάλαβα πως αυτοί οι άνθρωποι έχουν μια κίνηση μέσα τους σα χειροκρότημα της ιστορίας — δεν είναι τυχαίο πως το "ρεζίλλα" βγήκε σα φωτιά από δεκαπέντε σπίτια στις Σέρρες εκείνο το βράδυ. είχα βγει έξω στο παράθυρο όταν μου ήρθε η κραυγή σα μεγάλη μπούκα νερά από την οροφή — έδωσα ένα δίφραγκο στον οδηγό φορτηγού δίπλα μου γιατί είχε κι εκείνος ξεσαλώσει εκείνος από τους δικούς του λόγους, και ύστερα πήγα στο καφενείο να πιω έναν γερό ελληνικό και ν' ακούω τον Γιώργο Μαρίνο που έκανε φωνή σαν σειρήνα κινδύνου κάθε φορά που σερβίρει ο Στέφανος.
και μετά εκείνο το βλέμμα του σα νά 'τανε ντροπαλός επειδή κατάφερε κάτι τόσο μεγάλο — εμένα εκείνες τις στιγμές μου 'φερε στο νου τον πατέρα μου όταν πήρα το δίπλωμα οδήγησης φορτηγού στις αρχές των '90s κι εκείνος έκανε το ίδιο βλέμμα σα να ζητούσε συγγνώμη επειδή δεν μπορούσε ν' αντέξει τόση χαρά αμέσως. αλήθεια ρε, ποιος είναι εκείνος που μπορεί να βγάλει λέξη όταν βλέπει ν' ανθίζει η Ελλάδα σ' ένα γήπεδο στο Λονδίνο; εκείνο το βράδυ ένιωθα πως όλοι αυτοί οι μικροί άνθρωποι στις Σέρρες ή στη Λάρισα πριν δεκαπέντε χρόνια είχαν ζήσει μια στιγμή σα αυτή μαζί του, σαν ν' αναγεννιόταν όλη αυτή η χώρα μέσα σ' έναν αγώνα τένις.
κι ας μην το πω άλλο — όταν βλέπω τον Τσιτσιπά τώρα να στέκει εκεί σα βασιλιάς που δίνει χάρι μετά την νίκη, δεν μπορώ παρά ν' αναπολώ εκείνον τον δεκαπεντάχρονο που εγώ πρωτοείδα στη Λάρισα με το κορμί σαν καλαμένιος σωλήνας και το βλέμμα σα ψαράκι στην πισίνα — και τότε κατάλαβα πως αυτοί οι άνθρωποι δεν μεγαλώνουν ποτέ. γίνονται μεγαλύτερες οι ιστορίες γύρω τους, αλλά αυτοί κουβαλάνε πάντα την ίδια χαρά μέσα τους σα σακούλι με τσουκνίδες που στοιχειώνει τους ανθρώπους γύρω τους.
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Ρεζίλα εσύ ρε, τι γίνεται με εκείνο το βράδυ στη Λάρισα όταν ο δεκαπεντάχρονος μισοσκελετός έδωσε σέρβις σα μπούμερανγκ πάνω στις πλάκες και τα τύμπανα πήραν φωτιά; Εκείνος τότε έκανε τένις σα διαγώνισμα φυσικής στην τρίτη γυμνασίου — σήμερα κάνει γάντζους σα να σπάει η γη στα δυο. Και τώρα όλοι αυτοί οι μπάρμπες στις Σέρρες φωνάζουν "ρεζίλλα" σα τρελοί στις τρεις το πρωί ενώ ξέχασαν πως εκείνο το βράδυ έκαναν καρδιοπνιγμό στον καναπέ επειδή περίμεναν να τελειώσει το ματς!
Ποιος θυμάται άραγε πως εκείνον τον Σεπτέμβριο στη Λάρισα ο Τσιτσιπάς έκανε τα σέρβις του σα νεροποντή — σήμερα κάνει γάντζους σα σεισμός 8 Ρίχτερ; Κι όμως εσείς όλοι εδώ γράφετε σα να βλέπετε μια ταινία για δεύτερη φορά! Εκείνον τον αγώνα τον έχουμε ζήσει πριν δεκαπέντε χρόνια σα εφιάλτη — σήμερα είναι σα γλυκό που τρώμε κάθε βράδυ πριν κοιμηθούμε.
Και μην μου πεις πως εκείνος άλλαξε! Εκείνος έκανε πάντα την ίδια κίνηση — μόνο που τώρα οι κινήσεις του ζυγίζουν σα τόνοι αντί για γραμμάρια. Εκείνον τον Οκτώβριο στις Σέρρες, όταν έκανε το δεύτερο σέρβις σα κανόνι του Ναπολέοντα, η μπάλα έσπασε τη γραμμή του γηπέδου σα χαρτί υγείας — σήμερα αυτή η ίδια μπάλα σπάει ταχύτητες σα αυτοκίνητο στον αυτοκινητόδρομο.
Αλλά τι έγινε εκείνο το βράδυ στο Γουίμπλετον όταν σήκωσε το βλέμμα σα ζητιάνος μετά τη νίκη; Εκείνος τότε ήταν σα παιδί που είδε δέντρο ανθισμένο μέσα στο σπίτι του — σήμερα είναι σα ανθρωπος που ζει μέσα σε ένα κήπο ανθισμένο σα εθνικό πάρκο!
Και τώρα όλοι αυτοί οι μερακλήδες στις Σέρρες φωνάζουν "ρεζίλλα" σα ν' ανάβουν φωτιές σε όλη την πόλη — εκείνο το βράδυ όμως κανείς δε φώναξε τίποτα! Εκείνος τότε έκανε τένις σα αγοράκι που ζητάει νερό, σήμερα κάνει ιστορία σα βασιλιάς που δίνει χάρι!
Ποιος λοιπόν είναι ο πραγματικός πρωταθλητής εδώ; Εκείνος που έκανε γάντζους σα σφυρί τις δεκαετίες του 2000 ή εκείνος που κάνει τους γείτονες να φωνάζουν σα τρελοί σήμερα; Απάντηση; Αμφότεροι — απλά το ένα συνέβη πριν δεκαπέντε χρόνια μέσα σε δέκα γήπεδα της Λάρισας κι έτσι δε βγήκε τίτλος!
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
Ωραία, άντε πάλι νερά...
Αυτήν τη φάση θυμήθηκα πως πριν δεκαπέντε χρόνια εκεί στη Λάρισα, όταν έκανε εκείνο το σέρβις σα πυροτέχνημα κι έσπασε τον αντιηλιακό βεντάλιου δύο μέτρα πιο πίσω, εγώ κρατούσα ένα ποτήρι νερό με σόδα και ο γείτονάς μου — ένας τύπος με μουστάκι σαν σφουγγάρι λεκέ — μου είπε "ρε Μπάμπη, αυτό δεν είναι παιδί, είναι ημικαθάρουμενο!". Εκείνος εκείνης της ημέρας ήταν δεκαπέντε και έκανε σεισμό γηπέδου, εγώ σήμερα είμαι τριάντα πέντε και ακόμα περιμένω να τελειώσει η βροχή στο τσακίρι μου σα δεκαπεντάχρονος! 🤣😂
Ρεζίλλα πώς την φώναξα εκείνο το βράδυ; Τρεις φορές... μέχρι να αντιληφθώ πως οι γείτονες έκαναν ντουβαρόκτισμα στην πόρτα μου επειδή νόμισαν πως κάποιος είχε πεθάνει! Μακάρι εκείνο το γάντζο να είχε γίνει η νέα εθνική σημαία, γιατί αλλιώς οι κάτοικοι των τριών τελευταίων σπιτιών στις Σέρρες ακόμα ψάχνουν το ντουλάπι τους για ξεσκονιστήρι! 🍿🔥
Κράτα μου την μπύρα.