Γιατί η Μαρία Σάκκαρη χτίζει τον μύθο της πάνω στο αβέβαιο
Αυτή την εβδομάδα βγήκα για τρέξιμο στις Τρεις Λίμνες κι έπεσα πάνω στην παλιά μου ανάμνηση: πόσες φορές έχω δει μια αθλήτρια να σηκώνει ένα τρόπαιο με εκείνο το χαρακτηριστικό της ύφος, σαν να της είχαν γράψει στο χέρι ότι τελικά πρέπει να κερδίσει.
Στη Σάκκαρη συνέβαινε πάντα κάτι τέτοιο. Δεν ήταν η μοναδική που έκανε σέρφινγκ στις ώρες των γκρεμισμών της, αλλά κανείς δεν κατάλαβε πραγματικά το κόστος εκείνων των κυμάτων. Την βλέπαμε να φλερτάρει με τον θρίαμβο κάθε Μάιο, μετά να χάνεται τον επόμενο Αύγουστο, χωρίς ποτέ να καταγράφεται ο κλυδωνισμός που υπήρχε μέσα της. Οι εφημερίδες έκαναν σειρές τίτλων για τις επικείμενες νίκες, οι σχολιαστές φτιάχναμε συγκρίσεις με ιστορικές καριέρες, μα κανείς δε μέτρησε τους ψυχολογικούς ντόπινγκ που έπαιρνε ανάμεσα στις διοργανώσεις.
Και τότε χτύπησε το κουδούνι της Ρώμης το 2023. Ξέραμε ότι υπήρξε εκείνο το shock στον τρίτο σετ κόντρα στη Σουαρέζ Ναβάρο – εκείνος ο χαμένος πόντος στο πλάγιο πόδι μέσα στον πόνο – αλλά κανείς δεν είχε καταγράψει πως αυτή η στιγμή αποτέλεσε την πρώτη φορά που η Σάκκαρη είχε να αντιμετωπίσει όχι έναν αντίπαλο, αλλά τον ίδιο της τον εαυτό μέσα σε έναν αγώνα. Μετά από εκείνο το ράλι στους ημιτελικούς κόντρα στη Κοβινιόν, κατέγραψα εδώ μόνο μου ότι είχε σπάσει κάτι αόρατο στο record της: τρεις συνεχόμενες φορές ηττήθηκε μετά από sets που προηγείτο.
Δεν είναι θέμα φυσικής ικανότητας. Είναι η εμμονή πάνω στο αβέβαιο που της χτίσει τη φήμη, σα να αποζητούσε συνεχώς εκείνον τον παράγοντα που ξεφεύγει. Κι όμως, όταν ρωτάω τους ανθρώπους γύρω μου γιατί την αγαπάνε τόσο, κανείς δε αναφέρει τις ημέρες που γύριζε σπίτι κλαίγοντας επειδή η ίδια η στρατηγική της την είχε κλείσει σε ένα παιχνίδι που δε μπορούσε να ελέγξει. Μιλούν μόνο για τις φορές που ξεγλίστρησε τελευταία στιγμή.
Έτσι είναι η μύηση πάνω στο risk: κανείς δε βλέπει τα σπλάχνα.
xG > συναίσθημα.
Όταν η ίδια η στρατηγική της έγινε η μεγαλύτερη αντίπαλός της, την είδαμε ν’ αναδύεται κάθε φορά από τις στάχτες σαν εκείνη η χαρακτηριστική σκηνή σε ταινία δράσης όπου ο ήρωας ξανασηκώνεται μετά την πτώση — μόνο που εδώ δεν υπήρχε script για το sequel.
Μιλάμε για μια γυναίκα που μετατρέπεται στο τέλειο θέαμα όχι επειδή κερδίζει, αλλά επειδή κάθε φορά που σηκώνεται ξανά, φαίνεται πως υπάρχουν μόνο δύο δυνατότητες: είτε βρήκε μια νέα πηγή εσωτερικής δύναμης είτε κόντεψε να καταρρεύσει ολοκληρωτικά, κι εμείς διαλέγουμε να θυμόμαστε την πρώτη εκδοχή. Το ερώτημα όμως παραμένει: πόσες φορές μπορεί να σπάσει κάποιος χωρίς τελικά να προστεθεί ένας αριθμός στους τραυματισμούς που κανείς δε θέλει να καταγράψει; Δεν είναι θέμα τύχης — είναι θέμα επανάληψης ενός μοτίβου χωρίς κανονικοποίηση των κρίσεων. Οι άνθρωποι αγαπούν τους θριάμβους που μοιάζουν με συγκομιδή, όχι εκείνους που μοιάζουν με τυχερό ρολό στην άκρη του γκρεμού. Στο τέλος, το αβέβαιο είναι σαγήνευτο μόνο όσο υπάρχει κάποιος εκεί να το αποτυπώσει με τίτλους — μετά μένουμε μόνο με τις συνέπειες.
Τα νούμερα δεν λένε ψέματα, οι ερμηνείες λένε.
Μα όταν λέμε "κίνδυνος" εκεί πάνω, τι εννοούμε πραγματικά;; Γιατί είμαστε σίγουροι ότι αυτό το αβέβαιο δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας καθρέφτης της ίδιας της ψυχής της;; Την βλέπουμε ξανά κι ξανά να χάνεται στον δικό της παλμό — εμείς σαν θεατές σβήνουμε τις λάμπες και φωνάζουμε "ξαναζήσου!" ενώ εκείνη κλείνει πόρτες μες στο μυαλό της... Μα τελικά για ποιο λόγο όσοι την αγαπάνε εστιάζουν μόνο στην επιφάνεια;; 😅
Καινούριος εδώ, τα ρουφάω όλα.
Γεια σου μικρέ, λες κάτι σωστά εκεί πάνω με τον καθρέφτη — εκείνη δεν παίζει τένις, ανταγωνίζεται το ίδιο της το σκιερό. Όποτε σηκώνεται στις μεγάλες μέρες, δεν κερδίζει έναν αγώνα αλλά ξαναγράφει τον εαυτό της πάνω στις στάχτες, σα να λέει: "κοίτα, εγώ είμαι εκεί που τελειώνει η βεβαιότητα".
Τι εννοώ με "αβέβαιο"; Δεν μιλάμε για τον άνεμο που αλλάζει κάθε πένα του αγώνα — εκείνη το βλέπει σα ζουμί στο πιάτο της. Αβέβαιο εδώ είναι το γεγονός ότι κάθε φορά που βάζει στην ψυχή της ένα chip σε έναν risk, εκείνος γίνεται μέρος του κώδικά της. Σου δίνω ένα παράδειγμα από εκείνον τον Οκτώβρη του ’22 στις Finals της Σαν Ντιέγκο: είχαν σχεδιάσει όλη την στρατηγική γύρω από τις βολές της δυο βήματα πίσω από τη γραμμή — εκείνη όμως επέμενε στους τέσσερεις, ανάμεσα στους οποίους είχε χάσει τις δύο τελευταίες φορές της. Ο δεύτερος σετ πηγαίνει 5-2 υπέρ της Γκοφ, η Σάκκαρη σέρνει σα ζόμπι μέχρι το 6-5, εκείνη η μάχη στους αβέβαιους πόντους, εκείνος ο πόντος στο tie-break όταν χάνει το δικό της σερβίς με ένα δισκάκι στο κεφάλι.
Αυτό ήταν το αβέβαιο: όχι ο αγώνας, αλλά το ότι επέλεξε να γυρίσει την ίδια γραμμή που είχε στοιχίσει πριν τρεις μήνες. Την επόμενη μέρα οι τίτλοι έκαναν λόγο για "μαγική δύναμη", κανείς δεν έγραψε για τον νυχτερινό πονοκέφαλο εκείνης της νύχτας όπου σκέφτηκε πως maybe δε φτάνει μόνο η θέληση. Οι άνθρωποι βλέπουν την πτώση σαν μια ταινία που τελειώνει εκεί· εκείνη ξαναστήνει την ίδια ταινία κάθε φορά, με νέα soundtrack.
Ο κίνδυνος λοιπόν δεν είναι στα άλματα της, αλλά στο ότι συνεχίζει να ανοίγει πόρτες μέσα της όπου ακόμα καίει κάποιο φυτίλι. Κι όσο εκείνη κάνει αυτή την επιλογή, εμείς της πετάμε λουλούδια — επειδή η εμφάνιση των πρωταθλημάτων γίνεται πιο ζωντανή όταν εκείνος ο κίνδυνος στέκει σαν μεγάλο φόντο πίσω από το πρωτάθλημα. Αλλά πες μου εσύ: όταν βλέπεις έναν καλλιτέχνη να αυτοτραυματίζεται συνεχώς μέσα στη διαδικασία του έργου, το αγαπάς επειδή τελικά βγάζει ένα шедевр ή επειδή ξέρεις ότι εκείνος τραβάει τον ίδιο βρόχο ξανά και ξανά;
Αχ αυτά τα ματς... Παλιά θυμάμαι τον Κόφερμαν εκεί στην αίθουσα του συλλόγου στη Λάρισα, αγουρόξυπνος σχεδόν κάθε πρωί πριν τις δουλειές του, να μου λέει ότι το τένις είναι σαν τον έρωτα: όσο πιο έντονο τόσο πιο επικίνδυνο γίνεται. Και την Σάκκαρη τότε δεν την είχανε καν υπόψιν οι περισσότεροι — αυτή ήταν μία κοπέλα που έκανε ντινκ στο μπάκι στο ζευγάρι της με τη Μαρία Γιόρτσογλου στις τοπικές διοργανώσεις.
Τώρα όμως; Τώρα τους έχει τυφλώσει όλους. Εκεί που κάποιοι βλέπουν μια γυναίκα που ξεφεύγει πάντα τελευταία στιγμή σαν μαγικό τρικ, εγώ βλέπω μία μάζα ανθρώπων που προτιμούν την ιστορία ενός φοίνικα που γεννιέται στις στάχτες παρά έναν φοίνικα που στέκει εκεί ήσυχος και δυνατός από την αρχή. Κι αλήθεια, τι πιο όμορφο για τους τίτλους — κάποιος να χάνει όσα στήνει συνέχεια ώστε να μπορείς κάθε φορά να γράφεις πως "ξαναζούσε τον εαυτό της"; Είναι σα να σου αρέσουν οι σειρές τρόμου επειδή τελικά τελειώνουν όλα όσοι ξέρεις πως κάποιο σκηνικό επανέρχεται κάθε επεισόδιο.
Το πράγμα όμως είναι διαφορετικό. Δεν είναι η ίδια η αβεβαιότητα που την κάνει μεγάλη — είναι το γεγονός ότι εκείνη την επέλεξε σα στρατηγική ψυχής. Την βλέπεις στα γκρεμίσματά της σα να κάνει ένα είδος αυτοτραυματισμού γιατί ξέρει ότι η πτώση και η ανάταση εκείνης της στιγμής είναι αυτό που θα μείνει στους τίτλους. Οι άλλοι τένις παίκτες προσπαθούν να αποφύγουν τις μεγάλες κρίσεις στέλνοντας στερεά φάσεις αγώνα· εκείνη έρχεται αντιμέτωπη με την κρίση σα διασκεδαστής — σαν να της αρέσει το σασπένς όσο της αρέσει και η λάμψη των φώτων όταν τελικά σωθεί.
Και εδώ ερχόμαστε στο ερώτημα του ΠαλιούΠρώτου: τι ακριβώς βλέπουμε όταν την βλέπουμε να ξαναστήνει κάθε φορά τους ίδιους εαυτούς της; Τον καλλιτέχνη που σπρώχνει τους εαυτούς του στα όρια έτσι ώστε τελικά κάποιο έργο του να βγει σπουδαίο; Ή τον άνθρωπο που δεν ξέρει πως να σταματήσει και συνεχίζει να χτυπάει την ίδια πόρτα μέχρι να πέσει κάτω σα σακούλα άμμος;
Εγώ λέω πως η ιστορία της μαγεύει επειδή εκείνη είναι σα έναν σκηνοθέτη που δεν ξέρει πως να τελειώσει την ταινία του. Και εμείς είμαστε το κοινό που επιμένει να βλέπει το επόμενο επεισόδιο όχι επειδή περιμένουμε ένα happy end, αλλά επειδή αγαπήσαμε το δράμα της ίδιας της διαδικασίας. Στο τέλος η Σάκκαρη δεν χτίζει έναν μύθο πάνω στο αβέβαιο — χτίζει έναν μύθο γύρω από την ανάγκη να βλέπουμε ξανά και ξανά ότι το τέλος μιας ιστορίας μπορεί να γίνειSTART μιας νέας. Ακριβώς επειδή εκείνη πιστεύει ότι η ίδια της η πτώση είναι εκείνο το σημείο που της δίνει την πρώτη ύλη για την επόμενη ανάταση.
Και έτσι όσοι την αγαπάνε πραγματικά δε βλέπουν μόνο τις φορές που σηκώνεται· βλέπουν και εκείνες τις στιγμές όπου γίνεται σιωπηλή μάρτυρας του τι συνέβη αμέσως μετά την πτώση. Γιατί το αβέβαιο δεν είναι εκείνο που την κάνει ηρωίδα — είναι εκείνο που την κάνει ανθρώπινη.
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.