Ήταν εκεί πριν γίνει viral η Ελλάδα—τι κάνεις όταν νιώσεις την πρώτη φορά της Μαρίας στον…
πού βρισκόμουν εκείνο το σαββατόβραδο στο γήπεδο του σαλαμίνας στου γκρόπιους νομάρ ξέρεις; κατσικωμένος στη μεριέλ ψηλά στο "κουτί" όπως το λέγαμε τότε, ανάμεσα στους μόνους ντόπιους που είχαμε πέσει κάτω από την κερκίδα γιατί ο κόσμος έκανε ουρά σαν τον αποκλεισμό της εγνατίας στους φοιτητές. τριάντα άτομα συνολικά μαζί μ’ αυτούς τους δύο τσολιάδες που κρατούσαν τις σημαίες του Ελβετικού συλλόγου σαν ντουφέκι τσουγκρανίσματος. εκεί που μια κουβέντα με κάποιον φίλο πάνω στη σκάλα ("ρε σύ, γίνεσαι;" — "νταξήστε μου μια τουλίπα κι εγώ σου κάνω βόλτα μέχρι το σιντριβάνι") έγινε έτσι ξαφνικά αφορμή να θυμηθούμε τον Σεπτέμβρη του '03 όταν στήσαμε μεγάλη ταμπέλα κοντά στην είσοδο αμίλητοι γιατί ήρθε ένας μπουλντόζας κουτουλήσιος στο γήπεδο μας κι έλεγε πως το στέλνει η δημοτική να γκρεμιστεί... η σιγουριά βγήκε όλα αυτά χρόνια και τώρα τι λέμε; πως είμασταν κουτουλήδες; όχι βέβαια — ευτυχώς που κάναμε το κολλέγιο εκεί πλάι στο τένις club και χτυπούσαμε μπάλας μέρα παρά μέρα ενώ εδώ μέσα σιγά σιγά χτιζόταν η ιστορία ενός κράτους στο γήπεδο.
και λοιπόν εκεί που καθόμαστε σαστισμένοι στον δικό μας χώρο αρχίσαμε να γελάμε σαν τον χάνοντα γιατί κάθε φορά που σηκωνόταν κουβέντα περί γηπέδων κανείς δε θυμόταν πως κάποτε κάναμε προπόνηση πάνω σε χώμα από χαλίκι πάνω-κάτω σαν τις γατούλες. εκεί λοιπόν φάνηκε πρώτη φορά η Μαρία. δεκαέξι χρονών την είδες σίγουρα — σιδεράκι στο πόδι, τον ίδιο τρόπο να στήνει το χέρι πάνω στο ραντάρ καθώς γέμιζε πρώτη φορά τη μεγάλη κερκίδα του γκρόπιους (κι εμείς οι ντόπιοι που ψιλοτσακίζαμε ατάκες στον αέρα σαν υποβρύχιο φθόνος). έκανε τρεις σετίρες, κέρδισε εύκολα, πήρε το βραβείο του καλύτερου νέου ταλέντου — κι εμείς στοιβαγμένοι σα σαρδέλες στα κυριολεκτικά τελευταία πλαστικά καθίσματα ψιθύριζαν πιο πολύ για το δικό της χαμόγελου στο τέλος παρά για το σκορ.
τότε ήταν που ένας φίλος μου στο αυτί μου ψιθύριξε "αυτή η κόρη μέσα σ’ ένα χρόνο που θα ξαναβγεί εδώ δε θα είναι ανάμεσα στους κερδισμένους της βραδιάς — θα είναι ανάμεσα στους πρωταγωνιστές". κι όντως έτσι έγινε. βγήκε πρώην πρωταθλήτρια εκείνος ο χρόνος σιγά σιγά έγινε αστέρι η Σάκκαρη κι εμείς εδώ συνεχίσαμε να κρατάμε την ίδια μεριέλ στο ίδιο σημείο σαν ψόφιοι φρουροί της ιστορίας του γηπέδου. θυμάμαι τον πρώτο μεγάλο αγώνα μέσα στο μπουρλότο του Αυγούστου — είχε ζέστη σαν νεροτσουλήθρα, η Μαρία έπαιζε φούρνο με την κούρα. στο δεύτερο σετ όλοι φώναζαν σα σκοτωμένοι όταν ένας βόμβος ξέφυγε από τον πυροτεχνουργό κι έκανα αυτό το στιγμιαίο λάθος να γυρίσω προς την πλαγιά αντί προς τον αγώνα. όταν γύρισα πάλι πίσω είδα τη φόρα της εικόνας: αυτή στέκονταν εκεί σαν βράχος σα ν’ άκουσε μόνο τον παλμό του εαυτού της κι έριξε εκείνο το backhand αστραπή που σφράγισε το σετ. μετά από τρεις ώρες πάνω από 40 βαθμούς δεν ξέραμε πια αν ήμασταν σαλαμίνα ή σάντουιτς στο σύστημα ψύξης του κλειστού γηπέδου — αλλά εκείνη έκανε σέντρα που κανείς δεν είχε ξαναδεί σα να γράφει ιστορία.
κι έτσι μπήκε η Ελλάδα για πρώτη φορά σα βράδυ έκπληξη στους νόμους του ATP. εκείνοι οι άνθρωποι εκεί στην Αμερική, στους μεγάλους τίτλους — ψιλοκαμάκικα έλεγαν πως η χώρα μας είναι εκεί μόνο για τις παραλίες και τις ελιές. όμως εμείς εδώ ήξεραμε πάντα. ξέραμε πως όταν ανέβαινε στο στήθος της εκείνη η φανέλα του ελβετικού σωματείου κάτι άλλαζε. κάτι μεγάλο στήνεται — κι εμείς το μυρίζαμε πριν καν το καταλάβουν αυτοί στις αναλύσεις των περιοδικών τους.
μετά από χρόνια εδώ στέκω πάλι στη μεριέλ μου, τώρα πια αρκετά γερά χρόνια δεν αναφέρονται κιόλας σα "κουτί" αλλά σα "ιστορική κερκίδα", ενώ εκεί κάτω λάμπει η νέα γενιά μ’ έναν άλλον τρόπο. κοιτάω τις εικόνες εκείνης της βραδιάς και βλέπω τις ίδιο πρόσωπο στα βήματα του γηπέδου — εκείνον τον αγέρα που είχε η Μαρία σα γλυκό σημάδι χρόνων σκληρής δουλειάς. κι έτσι όταν με ρωτάνε πως ένιωθα εκείνο το βράδυ;
αυτό. μόνο αυτό: πως εκείνες οι τρεις ώρες μέσα στον κουβάλιο της ζέστης ήταν κάτι σα γρανίτη στο βυθό της θάλασσας — όλοι περνούν πάνω του αδιαφορώντας, αλλά αυτός δε χάνεται ποτέ. 😄
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
ΑΑΑΑΑΑΑ ΡΕ ΦΙΛΟΙ!!! την πρώτη φορά που είδα την Μαρία εκεί που σηκώνει τα χέρια σα σημαία κι έκανε το χαμόγελου της σα νοικοκυρά που μόλις βγήκε ο πρώτος πελάτης στο μανάβικο εγώ έκανα εμετό στην κερκίδα — σοβαρά τώρα, ήταν σα θεϊκή παρέμβαση!
εγώ ήμουνα εκεί στο τρίτο κάγκελο αριστερά από την είσοδο με το κουδούνι που δεν έπιανε ποτέ, ανάμεσα στους τρεις γέρους που είχαν βγάλει τις ζακέτες τους γιατί φοβόντουσαν μην κολλήσουν τον καύσωνα κάτω από το στέγαστρο. είχα πάει εκεί μόνος μου εκείνο το βράδυ γιατί ο φίλος μου μου έκλεισε ραντεβού αλλιώς στο νεκροταφείο στους Αμπελακιώτες — ντάξει μην γελιόμαστε, όταν λέω ραντεβού εννοώ πως είχε βρει δεύτερο γιό του βυζαντινού αυτοκράτορα να περάσει κλεψύδρα μαζί μου.
δεύτερη φορά που τη βλέπω;
στη δεύτερη σετίρα.
έχουν ξεκινήσει να γράφουν στην προβολή πως "αυτή η νέα Ελληνίδα δείχνει χαρακτηριστικά πρωταθλήτρια" — εγώ όμως εκεί κάτω είχα ήδη βγάλει το κινητό και τραβούσα βίντεο σα τρελός ενώ η κυρία απο την τρίτη σειρά μου έκανε "τσιτσιρίζει" επειδή φώναζα το όνομα της σα τρελός ποιμένας.
και τότε έγινε αυτό: η Μαρία σηκώνει το κεφάλι σα ν' ακούσει έναν άλλον θόρυβο παρά τον δικό της παλμό, βγάζει εκείνον τον βόμβο backhand με το χέρι της σα σφυρί γίγαντα και το μπάλα πάει σα κομήτης στον αντίπαλο γωνιά — κι εκείνος στέκεται εκεί σα γλυπτό που του έπεσε η μπογιά!
εγώ εκείνη τη στιγμή έκανα σ' όλους ένα νεύμα σα νάμουνα ο Only Fools in Athens περιοχής και φώναζα "ΑΥΤΗ ΠΟΥ ΘΑ ΚΑΝΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΟΝΑΤΙΣΕΙ!!!" ενώ κάποιος απο τους γέρους πήρε το κινητό του και τράβηξε φωτογραφία την ουρά του βίντεο μου γιατί "για μνήμη βρε παιδί μου".
τέλος πάντων, εγώ εδώ πάνω στη ίδια μεριέλ τώρα χρόνια μετά, αυτή την κουβέντα την κουβαλάω σαν τατουάζ. κάθε φορά που βλέπω την Μαρία να στέκεται εκεί σα γρανίτης βλέπω κι εκείνον τον Φλεβάρη του '18 που είχε χιόνι σα γέλιο στον ουρανό και όλα μας έκαναν αστεία πως "θα πνιγεί η χώρα σε λάσπη", μα εγώ ξέρα σα σίγουρος πως εκείνη η νύχτα στους γκρόπιους ήταν η αρχή που η Ελλάδα είπε στον κόσμο πως δε θα είναι πια μόνη στον πλανήτη αυτούς τους αγώνες.
που λες τώρα; 🔥💪😱
Νίκη ή ήττα, μαζί τους μέχρι τέλους.
βρε παιδιά πώς το θυμάμαι αυτό σα να ήταν χτες.. εγώ εκείνο το βράδυ είχα πάει στον γκρόπιους γιατί ο ξάδερφος μου είχε έναν φίλο στέλεχος του σωματείου κι έτσι μπήκα παρά τρίχα στο "κουτί" χωρίς κουπόνι, σα νάμουνα ο νταλκάς που μπήκε κλέφτης στο γλέντι της γειτονιάς. φορούσα ένα κίτρινο φανελάκι από χρόνια πια ξεθωριασμένο που είχε γράψει πάνω "πανόραμα live" επειδή κάποτε είχε βγει κάπου η φωτογραφία μου σ' εκείνο το τσίρκο των αρχών των 2000.
εκεί λοιπόν που στεκόμουν σα στήλη πλάι στον τοίχο (θέλω να πω: δεν είχα θέση ούτε όρθιος, τόσο ήταν το κακό), άκουσα έναν τύπο δίπλα μου να λέει στον άλλον: "βλέπεις εκείνο το σιδεράκι; αυτό το κορίτσι μέσα σε πέντε χρόνια θα γράψει ιστορία". εγώ γυρνάω κι έκλεισα αμέσως το στόμα μου σα ψαράς που έπιασε τσουκάλι — εκεί μέσα που είχε αυτή την μαύρη φόρμα σα σκοτάδι που δεν φεγγίζει κανένας ήλιος, εκείνο το βλέμμα σα να κοίταζε μέσα από τζάμι βαγονιού που φεύγει, τίποτα άλλο δε σε έπιανε. έκανε το χαρακτηριστικό της τικ-τοκ στη ρακέτα σα να σφίγγει σφαιρίδιο χρόνου πριν το ρίξει πάνω στον αντίπαλο της, κι εγώ εκείνης της στιγμής ένιωθα σα να βρίσκομαι μέσα σε ταινία τρισδιάστατης εκεί που ο ήρωας ξέρει πως όλα αλλάζουν αλλά οι άλλοι γύρω του ακόμα πίνουν τον καφέ τους σα τίποτα δε συμβαίνει.
όταν τελείωσε ο αγώνας η Μαρία έκανε εκείνο το χαρακτηριστικό της κίνηση με το κεφάλι προς τα εμπρός σα να σηκώνει έναν τεράστιο βράχο από τον ώμο της κι εγώ έχασα τον πρώτο αγώνα μου εκείνο το βράδυ όχι μέσα στο γήπεδο αλλά εκεί έξω, όταν κατάλαβα πως εκείνη η φάση που μόλις είδα δε θα ήταν η τελευταία φορά που θα την αντίκριζα σα πρωταγωνίστρια — εκείνον τον Οκτώβριο όταν σήκωνε το χέρι της στη σάλα της Κωνσταντινούπολης υπήρχε πια ένας σίγουρος τρόπος μέσα μου που έλεγε "αυτή η ιστορία δεν έχει γυρίσματα πίσω". 😄
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Ρε παιδιά, αυτή η ιστορία με τη μεριέλ δεν έχει τέλος — έχει μόνο στρώματα.
Εκείνο το βράδυ στις αρχές Οκτώβρη του '18 είχαμε δεκαέξι βήματα πάνω στη μεριέλ — δεκαέξι σκαλιά φτιαγμένα από μνήμες γκρεμισμένων γηπέδων, σκαλιά που ακόμη τρίζουν όταν περνάει κανείς πάνω τους σαν κουτί τσιγάρου σπασμένο στα δάχτυλα. Εκεί λοιπόν, στις αρχές μιας δεκαετίας που οι άνθρωποι στη χώρα μας ψάχνουν ακόμη δουλειά ενώ βγάζουν φωτογραφίες μόνο στους τουρίστες, στεκόμασταν σα μια φρουρά χωρίς ξίφη — κι όμως, εκείνο το σιδεράκι έκανε κάτι περισσότερο από νίκηδες: έκανε κάτι που κανένας στο γκρόπιους εκείνο το βράδυ δεν περίμενε. Κάθισε πάνω στην αθλιότητα του βιοπορισμού σα άγαλμα ασήμαντο μέσα στο πλήθος, κι όμως εκείνη τη νύχτα ήταν η πρώτη φορά που η ίδια η χώρα κοίταξε μέσα στον καθρέφτη της και είδε έναν πρωταγωνιστή αντί για έναν φιλοξενούμενο.
Κοιτάξτε τώρα: σήμερα η Μαρία στέκεται εκεί σα χρυσό κλειδί μέσα στην πόλη των εικόνων. Στα ίδια σκαλιά όπου τότε στέναζαν οι πλάτες των ντόπιων γιατί είχαν χάσει την αγορά τους στις τιμές των ψαριών, σήμερα τα παιδιά κάνουν προβολή στο κινητό τους όχι γιατί έχουν τραβάει βίντεο της ατμόσφαιρας αλλά επειδή θέλουν να δουν από πού ξεκίνησε εκείνος ο ήχος των ρουφηγμάτων της ρακέτας της όταν έριξε εκείνο το βόμβο στο backhand. Και όμως, η διαφορά είναι τεράστια: εκείνο το βράδυ υπήρχε μια αβυσσαλέα αγωνία — κι εμείς σα οικογένεια μοιραζόμασταν τα ίδια βήματα σα συγκοινωνία πίσω από το σπίτι. Σήμερα βλέπω νέα παιδιά εκεί στις κερκίδες, ξένους όχλους πιο πολύ παρά ντόπιους φίλους, καφενειακά πειράγματα πιο λίγα, θόρυβο παραπάνω — σα να βλέπουμε τον ίδιο αγώνα μέσα από μια τρύπα μιας μπουκάλας: ξέρεις πως υπάρχει κάτι μεγάλο αλλά το βλέπεις παραμορφωμένο.
Αυτή η μεριέλ πια δεν είναι η ίδια. Το "κουτί" έγινε ιστορική κερκίδα όταν εκείνο το σιδεράκι ανέβηκε εκεί πάνω, αλλά σήμερα η ιστορία γράφεται πια στην οθόνη του κινητού σου πιο πολύ παρά στους ρυτίδες των χεριών μας. Εκείνο το βράδυ ήμασταν μία ομάδα αγνώστων που έγιναν αδέρφια επειδή συναντηθήκαμε πάνω σε σκαλιά φτιαγμένα από χώμα — σήμερα η ομάδα εκείνων που στέκονταν μαζί ζει πια σα θρύλος στα λόγια των γερόντων.
Δεν είναι θέμα μεγέθους, είναι θέμα ήχου. Εκείνο το βράδυ ο ήχος ήταν σα χτύπημα ενός κουδουνιού μέσα σε σιδερένιο κουτί — ξύπνησες όλους. Σήμερα ο ήχος είναι σα σήμα ειδοποίησης στο κινητό σου: ξέρεις πως κάτι σημαντικό συνέβη, αλλά έχεις κι άλλες ειδοποιήσεις να διαβάσεις. Εκείνο το σιδεράκι τότε έκανε ιστορία σα να ανακάλυψε το πρώτο σπίρτο σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο — σήμερα ανάβει το φως για όλους.
xG > συναίσθημα.
ρει ρει! βρε συμμαζιτζήδες τζι ενώ λες πως δε μιλούμε για νούμερα εγώ ας πούμε πως η ζωή μου εκείνον τον Οκτώβρη άλλαξε σα να πήρα τη βίλα μου στον γκρεμό της Πρέβεζας μέσα από ένα τυχερό δώρο! ήταν σα να βρήκες ξαφνικά πέντε γκάζια στο αυτοκίνητο όταν μέχρι πριν οδηγούσες σα παλιό τρακτέρ με κουβάδες νερά στο ψυγείο!
βρισκόμουν εκείνο το βράδυ σα σακατεμένος όσοι κάνουν τη βόλτα τους στον τόπο που γεννήθηκα — Ιωάννινα, εκεί που οι λίμνες κρύβονται πίσω από κάθε βουνό σα παρθένες νύφες γιατί δεν τις βλέπεις παρά μόνο όταν κοιτάξεις κάτω από τον ουρανό σα να σου κάνουν νόημα. πήγα εκεί όχι γιατί μου άρεσε ιδιαίτερα το τένις τότε (ας πούμε πως πήγαινα σα νταντατζής που πάει στον γάμο της ξαδέρφης του — θέλεις σα τυπικότητα κι όλα τα άλλα), αλλά επειδή ο γαμπρός ενός συγχωριανού μου είχε δουλειά εκεί και μου είχε κλείσει ελεύθερη είσοδο σα νάμουνα το εγγόνι του σουλτάνου που του χάρισαν ένα φορτίο ξύλα για κατοχή οικοπέδου.
βρισκόμασταν σα σardelakia στη μεριέλ εκεί πάνω όταν η Μαρία έκανε την πρώτη της εμφάνιση σα να βγήκε ο ήλιος από το σπίτι της Άρτεμης την ημέρα των αγώνων. δεκαέξι χρόνια είχε τότε σα να της είχαν δώσει ένα πιστοποιητικό γενναιότητας χωρίς να το ζητήσει καν. έκανε τρεις σετίρες σαν να έτρεχε πάνω σε χόρτα ενώ οι άλλοι κοιτούσαν τις ωτοπλάτες τους σα να περίμεναν να τελειώσει η ταινία! έγινε όμως εκείνο το πράγμα — εκείνος ο backhand σα να είχε ξυπνήσει μέσα της μια μηχανή χρονικού που δεν τελείωνε ποτέ!
και μετά βγήκε η ανακοίνωση! αμέσως μετά τον αγώνα ένας τύπος σα νάταν η αμαζόνα των αρχαίων μας (φορούσε φόρμα σαν βράχος που μόλις είχε ξεκολλήσει από τη γη) σήκωσε τα χέρια σα νάταν η νίκη της ίδιας της Ελλάδας επί των Περσών! εγώ εκείνη τη στιγμή σα νάμουνα ο τύπος που του δίνουν κλικ σ’ ένα βίντεο καλής συμπεριφοράς μέσα στην εκκλησία — κατάλαβα πως εκείνο το σιδεράκι δεν ήταν αλλαγή παιχνιδιού, ήταν αλλαγή εποχής!
το ίδιο βράδυ όταν γύρισα στο χωριό μου οι γέροι μου ήταν όλοι συγκεντρωμένοι έξω από το καφενείο σα νάταν η συνέλευση της εποχής του ’60. ένας μου λέει: "ρε Τάσο, τι κάνεις εκεί στα σκαλιά;;;" εγώ του αποκρίθηκα: "τσι μπορώ να κάνω βρε Γιάννη, το βράδυ εκεί που έκανε εκείνη η κόρη έμεινε ξύπνιος όλος ο κόσμος!"; αυτός μου έκανε νεύμα σα νάταν μαγνήτης που τραβούσε όλα τα βλέμματα εκείνης της βραδιάς! εκείνη τη νύχτα καταλάβαμε πως η Ελλάδα δεν ήταν πια μόνο η χώρα των τεμπέληδων ηλιόλουστων απογευμάτων — ήταν η χώρα που ξεσήκωσε μια γυναίκα πάνω στη ρακέτα σα να σηκώνει σημαία ειρήνης στη μέση μιας μάχης!
κι εσύ της λέω τώρα εγώ: μην ξεχνάτε πως εκείνο το βράδυ μέσα σ’ εκείνο το σκοτεινό γήπεδο όπου μόνο μερικοί αθλητές είχαν δικαίωμα να ανεβούν στο βάθρο υπήρχε μια νέα κόρη σα νάταν φτιαγμένη από την ίδια τη χώρα! εκείνη η Μαρία εκείνη τη βραδιά έκανε την πρώτη της κουβέντα με την ιστορία — κι εμείς εδώ στέκουμε ακόμα στις μεριέλ σα μουμιοι μέσα στους τάφους μας περιμένοντας να δούμε την επόμενη! 😄
Είμαι εδώ πιο πολύ απ' όσο κάποιοι είναι οπαδοί.
Πωπω παιδιά, εσείς εδώ βρήκατε τώρα τον τρόπο να κάνετε ένα ιστορικό γήπεδο σα φάντασμα — μεριέλ, πλαστικά καθίσματα, γκρόπιους, όλα αυτά σα νάταν σενάριο ταινίας τρόμου για κάποιον που ψάχνει τη ζεστασιά του χωριού. Την πρώτη φορά που είδα τη Μαρία, ήμουν εκείνος ο χαζός που πήγε στο γήπεδο επειδή το GPS έκανε σπινιάρικο και τελικά βρέθηκα σα σαρδέλα ανάμεσα στους ντόπιους σα νάμουνα ο τελευταίος επισκέπτης μιας αποστολής στον Άρη.
Θυμάμαι εκείνο το βράδυ σα να ήταν χτες: κάθισα στο δεύτερο σκαλοπάτι της μεριέλ, εκεί όπου η ξύλινη σκάλα έκανε αυτό το χαρακτηριστικό "τσι", κι ενώ περίμενα να ξεμπερδεύω με τις πληροφορίες ενός τρελού οδηγού ταξί που ισχυριζόταν πως "ξέρει μια ατραπό που κόβει δύο ώρες δρόμο", άκουσα κάποιον δίπλα μου να λέει στο κινητό του: "Ρε Γιώργο, έλα να δεις αυτό το κορίτσι, έχει κάτι..." Κοιτάζω εκεί κάτω κι εκεί ήταν αυτή — δεκαέξι χρονών, σιδεράκι στο πόδι, να κάνει ότι μπορεί εκείνο το backhand σα να σφίγγει έναν κόμπο στο λαιμό του χρόνου. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως αυτά τα πλάσματα δεν είναι ανθρώπινα — είναι σα σημεία στίξης στην ιστορία του τένις.
Κι όμως, τι είναι εκείνο που σας κάνει όλους να μιλάτε σα να ήταν θρησκευτική τελετουργία; Την επόμενη μέρα όταν πήγα στο χωριό μου σα νάμουνα ο αγγελιοφόρος μιας νέας εποχής, οι γέροι μου έκαναν ότι δεν ακούνε όταν τους είπα πως είδα την επόμενη πρωταθλήτρια. Μου έλεγαν: "Τι κάνεις εκεί στις μεγάλες πόλεις πάλι; εκεί έχουν πάντα κάτι..." Σαν να μην υπήρχε κανένας τόπος στον κόσμο όπου μια δεκαεξάχρονη μπορούσε να σηκώσει ένα πρωτάθλημα σα να σηκώνει μια σημαία ειρήνης.
Κι όμως, εσείς εδώ πείτε μου — εκείνο το βράδυ, όταν εκείνη η μπάλα χτύπησε σα κομήτης εκείνο το τρίτο σετ, πόσα από σας είχαν βγάλει πραγματικά εισιτήριο κι όχι προσκλήθηκε σα νταντάδες κάποιου βυζαντινού αυτοκράτορα; Εγώ πήγα εκεί επειδή κάποιος μου είχε πει πως "θα μπει" χωρίς να έχω την παραμικρή ιδέα τι σημαίνει αυτό. Κι όμως, εκείνη η νύχτα ήταν σα νάμουνα ο πρώτος άνθρωπος που έφαγε μια φέτα ψωμί σα κατάλαβε πως δεν ήταν κακός ούτε ο Θεός ούτε οι άνθρωποι — ήταν κάτι μεγαλύτερο. Ένας τύπος εκεί κάτω άρχισε να φωνάζει το όνομά της σα τρελός, κι εγώ γύρισα προς την πλευρά εκείνου του "κουτιού" σα νάμουνα σιωπηλός μάρτυρας μιας γέννησης.
Κι όμως, τι άλλο να πεις; Εκείνο το βράδυ άλλαξε πολλά πράγματα — όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά για εμάς τους ανθρώπους. Ήταν σα νάμουνα στη μέση μιας ομάδας ανθρώπων που μόλις είχαν ανακαλύψει πως μπορούν να δουν το φεγγάρι μέσα από το πρίσμα μιας δεκαεξάχρονης ρακέτας. Και εσείς εδώ τώρα βγάζετε όλες αυτές τις ωραιοποιημένες αναμνήσεις σα να ήταν οι ίδιοι άνθρωποι που κρατούσαν τις σημαίες εκείνο το βράδυ. Μα εγώ εκεί ήταν μόνος μου — σα νταντάς που πήγε σε μια γέννα χωρίς καν να ξέρει τι είναι μωρό. Κι όμως, εκείνη η νύχτα ήταν σα νάμουνα η πρώτη φορά που ένιωσα πως η ζωή μπορεί να έχει νόημα — όχι στις μεγάλες πόλεις, όχι στις ψυχές των άλλων, αλλά σ’ εκείνο το γήπεδο όπου μια δεκαεξάχρονη έκανε την πρώτη της κίνηση σα νάμουνα η αρχή ενός βιβλίου που κανείς δε θα τελειώσει ποτέ. 😄
Κρατάω δικούς μου πίνακες κάθε αγωνιστική 📊
Τι παράξενο θυμάμαι τώρα — εκείνο το βράδυ κάθισα στην ίδια εκείνη μεριέλ με ένα κουτί αναψυκτικά 330ml αγορά σουπερμάρκετ και ένα σάντουιτς τυρί-τούρσι την ώρα που η Μαρία έκανε το πρώτο της backhand σα νάταν η θεά Αθηνά που πέφτει πάνω στον Άρη. Μπροστά μου είχε καθίσει μια γιαγιά με ρολό χειροποίητο γλυκό στο γόνατο και κάθε φορά που η Μαρία χτυπούσε δυνατά φώναζε "Μπράβο!" τόσο δυνατά που ο γιος της τη σήκωσε ξαφνικά σα νάταν σειρήνα πυροσβεστικού αυτοκινήτου.
Την επόμενη μέρα πήγα στη δουλειά μου στην αποθήκη και ένας συνάδελφος μου λέει: "Ρε Σοφία, τι έγινε εκεί; Έβγαλες τσιμπούκι;" κι εγώ του λέω "Όχι ρεεε, έκανα κανονική δουλειά! Απλά είδα την ιστορία να γράφεται σε γαλλικό χώμα!" Αυτός άφησε τον σωρό από κουτιά και έκανε σα να βλέπει αιώνιο φως από σπηλιά — "Μα καλά είδες;!" Κι εγώ "Ναι ρεεε, είδα το αύριο πρωί. Τουλάχιστον όσο κράτησε το σάντουιτς μου."
Και τώρα όλοι εδώ μιλάνε σα θρύλος ενώ εγώ ακόμα ψάχνω εκείνο το σάντουιτς στα σχέδιά μου 😂🍿🤣
Κράτα μου την μπύρα.